Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ, Β΄ μερος





ΠΛΕΙΟΝΕΣ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ 

Περί τήν «Διαχρονικ Συμφωνία τν γίων Πατέρων
γι τ ποχρεωτικ το 15ου Κανόνος
τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου
περ Διακοπς Μνημονεύσεως πισκόπου
Κηρύσσοντος π’ κκλησίας Αρεσιν»

π. Εθύμιου Τρικαμην

Λάβαμε ἕνα πολυσέλιδο κείμενο-ἐπιστολή, ἀπὸ τὸν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ, ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ἔγκριτο ἁγιορείτη μοναχὸ (γνωστὸ ἀπὸ δημοσιεύσεις σὲ θεολογικὸ περιοδικό). Ὁ ἁγιορείτης (τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν δημοσιεύουμε, γιατὶ δὲν μᾶς ἀπάντησε ἂν ἐπιθυμεῖ τὴ γνωστοποίηση τοῦ ὀνόματός του) εἶχε πρὸ μηνῶν ἀποστείλει (σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς διαχειριστὲς τοῦ ἱστολογίου Ρaterikiparadosi) κριτικὴ γιὰ τὸ βιβλίο «Ἡ Διαχρονικὴ Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὸ Ὑποχρεωτικὸ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περὶ Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν», τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ.
Ὁ π. Εὐθύμιος, τὸν ὁποῖο πληροφορήσαμε γιὰ τὴν κριτικὴ τοῦ ἁγιορείτη μοναχοῦ, θέλησε νὰ ἀπαντήσει, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς μονομεροῦς κριτικῆς, ποὺ παραποιεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση περὶ τοῦ θέματος. Ἀπὸ αὐτὴν ἀπουσιάζουν ἁγιοπατερικὰ χωρία καὶ γνῶμες τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ ἕνα τόσο μεγάλο καὶ κρίσιμο θέμα γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων αἱρετικῶν ἐξετάζεται μὲ προσωπικὲς γνῶμες. Κι αὐτὸ τὴ στιγμή, ποὺ στὸ βιβλίο παρατίθενται ἑκατοντάδες πατερικὰ κείμενα πρὸς ἐπίρρωση καὶ κατοχύρωση τῶν θέσεων τοῦ συγγραφέα.
Δημοσιεύουμε τὸ κείμενο, γιατὶ ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ συνεχῶς ἐπεκτείνεται, καὶ δὲν φαίνεται καμιὰ σοβαρὴ ἀντίδραση ἐναντίον της. Μάλιστα, οἱ ἁγιορεῖτες ποὺ παραδοσιακὰ ἀποτελοῦσαν τὸν κυματοθραύστη τῶν αἱρέσεων, τώρα ἀδρανοῦν, καὶ δυστυχῶς, μὲ μιὰ τέτοια κριτικὴ (ὅπως τοῦ ἐν λόγῳ ἁγιορείτη) ἀποτρέπουν ἀπὸ τὸν ἀγῶνα, κατηγορώντας μὲ διάφορες αἰτιάσεις καὶ ἐκείνους ποὺ δεχόμενοι πολυμέτωπο πόλεμο, δὲν ἔπαυσαν νὰ ἀγωνίζονται ἐν συνειδήσει τῆς δικῆς τους ἀδυναμίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
  
Ἀκολουθεῖ τό

Β΄  Μ έ ρ ο ς

Γιά νά ἔλθωμε τώρα καί σέ ἕνα ἄλλο θέμα, ἀφήνοντας τόν φωστήρα τῆς Οἰκουμένης καί τό σχίσμα τῶν Ἰωαννιτῶν, θά ἀναφερθῶ ἐπ’ ὀλίγῳ σέ μία παράγραφο πού γράφεις στήν 6η σελίδα τῆς ἐπιστολῆς σου. Ἀναφέρεις συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Λόγῳ τῶν καταχρήσεων ποὺ ἐγίνοντο στὴν ἑρμηνεία τῆς φράσεως “καὶ δικαιοσύνῃ” τοῦ ΛΑ΄ Ἀποστολικοῦ πρὸς δημιουργίαν σχισμάτων, ὁ ΙΕ΄ τῆς ΑΒ περιορίζει τήν ἐξαίρεσιν μόνον στά σφάλματα πίστεως».
Νομίζω ὅτι ἐδῶ, πάτερ, ἔχεις τελείως καταληφθῆ ἀπό τόν ὀρθολογισμό καί ἔχεις τήν ἐντύπωσι ὅτι δύνασαι νά ἐξηγῆς καί νά συρράπτης τά πάντα μέ βάσι τίς ἰδέες σου. Διότι ἐδῶ, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἀναφέρεις ὅτι μία τοπική Σύνοδος δύναται νά ἀλλάσση, νά διορθώνη καί νά περιορίζη μέ κάποιο Κανόνα της ἕναν Ἀποστολικό Κανόνα, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔχει ἐπικυρωθῆ ὀνομαστικῶς ἀπό δύο Οἰκουμενικές Συνόδους (τήν ΣΤ΄ καί τή Ζ΄).  Μάθε λοιπόν τί λέγουν περί τούτου οἱ Πατέρες γιά νά διαπιστώσης ὅτι δέν ὑπάρχει τέτοιο δικαίωμα.
Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγ. Νικόδημος στά προλεγόμενα τῶν ἱερῶν Κανόνων, «Ὅτι οἱ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων κανόνες, μᾶλλον ἰσχύουσι τῶν τοπικῶν, καί οἱ τῶν τοπικῶν μᾶλλον ἰσχύουσι τῶν κατά μέρος πατέρων. Καί μάλιστα τῶν μή ὑπό Συνόδου οἰκουμενικῆς κυρωθέντων· καί ἀνάγνωθι τό ρητόν τοῦ ἁγιωτάτου Φωτίου περί τούτου, κείμενον εἰς τήν γ΄. ὑποσημείωσιν τοῦ ιγ΄ τῆς α΄» (Πηδάλιον, σελ. ιθ΄, παρ. ιβ΄). Ὁ δέ μέγας Φώτιος, στόν ὁποῖο μᾶς παραπέμπει ὁ ἅγ. Νικόδημος, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Διό καί πάνυ προσφυῶς εἶπεν ὁ σοφώτατος Φώτιος, τά μέν οἰκουμενικαῖς, καί κοιναῖς τυπωθέντα ψήφοις, πᾶσι προσήκει φυλάττεσθαι· ἅ δέ τις τῶν Πατέρων ἰδίως ἐξέθετο, ἤ τοπική διωρίσατο σύνοδος (μή κυρωθεῖσα δέ ὑπό Οἰκουμενικῆς) τῶν μέν φυλαττόντων, τήν γνώμην παρίστησι δεισιδαίμονα, οὐ μήν καί τοῖς γε μή παραδεξαμένοις τό παρορᾷν ἐπικίνδυνον» (Πηδάλιον ΙΓ΄ τῆς Α΄, 3η ὑποσημ.).
Δηλαδή, καί σέ περίπτωσι πού κάτι διαφορετικό ἀναφέρει μία τοπική Σύνοδος ἀπό μία Οἰκουμενική, ἰσχύει αὐτό πού εἶπε ἡ Οἰκουμενική. Εἶναι λοιπόν ἄξιον ἀπορίας πῶς ὑποστηρίζεις ὅτι μία τοπική Σύνοδος περιορίζει καί διορθώνει ἕναν Ἀποστολικό Κανόνα ἐπικυρωθέντα ὀνομαστικῶς ἀπό δύο Οἰκουμενικές. Ἄρα λοιπόν, τό πνεῦμα τοῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου δέν εἶναι αὐτό πού ἀναφέρεις, ἀλλά ἁπλῶς ὁ Κανών αὐτός ἀσχολεῖται μόνο μέ τά θέματα τῆς πίστεως (ἴσως σάν πιό σημαντικά ἤ ἐπειδή τότε αὐτά ἔπρεπε νά τονισθοῦν) καί δέν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τά θέματα τῆς δικαιοσύνης. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεσι, ὅπως ἐσύ παρουσιάζεις, οὔτε διορθώνει τόν Ἀποστολικό Κανόνα.
Ἄλλωστε καί ὁ ἅγ. Νικόδημος στήν ἑρμηνεία τοῦ ὑπό ἐξέτασιν Κανόνος ὄχι μόνο δέν ἀφήνει καμμία ὑπόνοια τέτοιας ἑρμηνείας ἀλλά στό σημεῖο αὐτό ὑποσημειώνει τά ἑξῆς: «γκαλά καί λα΄ ποστολικός νεύθυνον κρίνει καί τόν χωριζόμενον, άν γνωρίζει ατόν καί δικον». Δηλαδή διά νά μήν ἐννοήσωμε ὅτι μόνο γιά τά θέματα τῆς πίστεως ἀποτειχιζόμεθα ὑπάρχει καί ὁ ΛΑ΄ ἀποστ. Κανών, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνει τήν ἀποτείχισι καί στά θέματα τῆς δικαιοσύνης.
Ἀλλά καί κάποιες καταχρήσεις νά ἔγιναν εἰς τά θέματα τῆς ἀποτειχίσεως κάποιων διά λόγους δικαιοσύνης (μήπως ἐδῶ ἐννοεῖς τούς Ἰωαννίτες;) δέν δυνάμεθα νά καταργήσωμε τόν Κανόνα, ἀλλά νά περικόψωμε τίς καταχρήσεις. Διότι κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἐπειδή οἱ Ἐπίσκοποι σήμερα (καί εἰδικά ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης) κάνουν πολλές καταχρήσεις καί ὑπερβάσεις στήν ἄσκησι τῆς ἐξουσίας των, πρέπει μέ τήν λογική αὐτή νά καταργήσωμε τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα. Πάντως διά νά κλείσω αὐτό τό θέμα ὁ τρόπος πού καταλήγεις στά συμπεράσματα εἶναι ὄχι μόνο ἀμάρτυρος, ἀλλά καί τελείως ὀρθολογιστικός.
Θά ἔλθω ἐν συνεχείᾳ εἰς τά ὑπόλοιπα ἱστορικά στοιχεῖα πού ἀναφέρεις στήν ἐπιστολή σου κρίνοντας τίς θέσεις τοῦ βιβλίου μου.   Στή σελίδα (7-8) παρ. (3) ἀναφέρεις τά ἑξῆς:
«Τελείως ἀνεπιτυχής εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ π. Ε. νὰ εὕρῃ στηρίγματα στήν Ἐκκλησιαστικήν μας Ἱστορίαν.
Γενικῶς: α΄. Χρησιμοποιεῖ παραδείγματα ἀποτειχισθέντων ἀπὸ κηρύσσοντος “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ” αἵρεσιν (πρᾶγμα συμβατόν μὲ τὸ δυνητικόν τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ Κανόνος), ἀλλ’ οὐδέποτε καταδεικνύει ὅτι πάντες ἀπετειχίσθησαν ἤ ἔστω ὅτι ἐτιμωρήθησαν οἱ μὴ ἀποτειχισθέντες (ὅπως θὰ ἀπαιτεῖτο πρὸς στήριξιν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ἐξαιρέσεως)· οὔτε μίαν περίπτωσιν στήν δισχιλιετῆ Ἐκκλησιαστική Ἱστορίαν!».
Ἐδῶ προσπαθεῖς νά δώσης τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀποδέχεσαι μέν τήν ἀποτείχισι (ἀφοῦ δέν σοῦ ἐπιτρέπει ὁ Ἱ. Κανών καί ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία νά τήν ἀπορρίψης-καταργήσης), ἀλλά πάντα προσπαθεῖς νά τήν ἀχρηστεύσης, ἐντάσσοντάς την κάτω ἀπό τίς δικές σου προοπτικές καί ἑρμηνευτικές ἀκροβασίες.
Δέχεσαι λοιπόν τήν ἀποτείχισι ἀπό τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, ὄχι ὅμως ὡς ἐνέργεια ἀπορρέουσα ἀπό τήν “καθολική” διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾶ τήν στάσι μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά μόνον ὡς μία ἐνέργεια προαιρετική, ἀδιάφορη γιά τήν σωτηρία μας, ἤ μᾶλλον καί ἐπικίνδυνη, κάτι δηλ. σάν “χόμπι”, πού εἴτε τήν πραγματοποιήσουμε εἴτε ὄχι, δέν ἐπηρεάζει τήν ζωή μας, ἁπλῶς μᾶς ξεκουράζει ἀπό τήν ἔνταση τῆς καθημερινότητος! Στήν οὐσία ὅμως, μέ αὐτήν τήν ἀντιμετώπισι, καταργεῖς τήν ἀποτείχισι, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζεις ὡς νόμιμον τήν ὁδόν τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο ἕως ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Ἤθελα ὅμως, πάτερ, γιά νά σέ βοηθήσω νά ἀντιληφθῆς τήν ἀντίφασι πού περικλείεται σ’ αὐτήν τήν θέσι-στάσι σου, νά ἐξετάσης τό ἑξῆς:
Ἐάν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, τήν ὁποία ἀναμένομεν ἡσύχως καί μνημονεύοντες τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, εἶναι ὑπέρ τῆς αἱρέσεως καί τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, τότε  τί γίνεται; Θά συνεχίσει, κατά τήν λογική σου, ὁ ἐφησυχασμός μέ μεγαλυτέρα τώρα ἀνάπαυσι τῆς συνειδήσεώς μας, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καί ἡ συνοδική ἀπόφασις, ἤ θά μετατρέψουμε τότε τό δυνητικό τοῦ Κανόνος σέ ὑποχρεωτικό, προκειμένου νά μήν εἴμεθα καί ἐμεῖς συνοδοιπόροι καί σύσσωμοι μέ τήν αἵρεσι;
Πάντως ἐκεῖνο τό ὁποῖο προσπάθησα νά καταδείξω στήν ἱστορική ἀναφορά τοῦ βιβλίου μου ἦταν ὅτι  ὅλοι οἱ Ἅγιοι, μηδενός ἐξαιρουμένου, ἀπετειχίζοντο ἀπό ὅσους εἶχαν αἱρετικά φρονήματα καί τά ἐκήρυττον δημοσίως, χωρίς φυσικά νά ἀναμένουν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου γιά τούς συγκεκριμένους αἱρετικούς. Αὐτό, ἀνέφερα σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου, ἦταν ἀπολύτως σύμφωνο μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες. 
Ὀφείλεις λοιπόν τώρα καί ἐσύ, ἐφ’ ὅσον κατ’ οὐσίαν, διά τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας, ἀλλάζεις αὐτήν τήν Παράδοσι, νά ἀποδείξης ὅτι ἡ δυνητική ἑρμηνεία εἶναι συμβατή καί σύμφωνη μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες. Διότι, ἐφ’ ὅσον διδάσκεις μία ἑρμηνεία δίσημη καί διφορούμενη, κάθε φορά πού βλέπεις τούς Ἁγίους νά ἀποτειχίζωνται ἀπό τούς αἱρετικούς θά ἀποφαίνεσαι, ὅτι αὐτό εἶναι «πρᾶγμα συμβατόν μέ τό δυνητικόν τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ Κανόνος». Πρέπει ὅμως νά εἶναι  συμβατή μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες καί ἡ ἄλλη πλευρά τῆς θεωρίας σου, διότι ἄν δέν εἶναι, τότε ἀποτελεῖ ἕναν ὕπουλο τρόπο ὑπαγωγῆς καί ὑποταγῆς στήν αἵρεσι καί μάλιστα μέ ἥσυχη τήν συνείδησί μας, διότι ἔτσι ἀπεφύγαμε τό σχίσμα  κλπ. Πρέπει ἐπίσης ἡ δεύτερη αὐτή πλευρά τῆς θεωρίας σου νά εἶναι συμβατή καί μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων στό θέμα τῶν αἱρετικῶν, οὕτως ὥστε νά ἀποδειχθῆ ἡ θεωρία σου ἐνηρμονισμένη μέ ὁλόκληρη τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι.
Ἐκεῖνο ἐπίσης πού δέν πρέπει νά παραλείψης νά μᾶς ἐκθέσης σέ δεύτερη ἐπιστολή σου, εἶναι τό ποῦ οἱ Ἅγιοι διαχωρίζουν σέ κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες τούς αἱρετικούς καί μάλιστα μέ βάσι  αὐτές νά κρίνεται ἡ ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί των. Αὐτό τό τελευταῖο νομίζω εἶναι πολύ σημαντικό καί πρέπει νά τό ξεκαθαρίσης, διότι ἀποτελεῖ τήν σπονδυλική στήλη τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Ἄν ὅλα αὐτά δέν ἀποδειχθοῦν, τότε φυσικά ἀποτελοῦν νεφελώδεις θεωρίες ἤ, κατά τό δή λεγόμενο, προπέτασμα καπνοῦ πρός παραπλάνησι τῶν Ὀρθοδόξων.
Πρέπει τέλος νά τοποθετήσης στίς κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες πού κατασκεύασες, καί τόν Πατριάρχη πού μνημονεύης καί ἀποδέχεσαι ὡς οἰκεῖο Ἐπίσκοπο, γιά νά ἰδοῦμε, ὅπως σημειώνεις σέ πολλές περιπτώσεις, ἄν αὐτός ἔχη ἁπλῶς ἀναφέρει κάποια αἱρετικά λόγια, ἤ ἔχη ἀποδεχθῆ πλήρως τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἄν τήν ἔχη ἀποδεχθῆ δι’ ὑπογραφῆς ἐπισήμως, ἄν τήν ἔχη ἀποδεχθῆ διά συνοδικῆς ἀποφάσεως· νά δοῦμε ἀκόμη καί ἄν καυχᾶται δι’ αὐτήν, κατηγορώντας μάλιστα τούς Ὀρθοδόξους ὡς ὀπισθοδρομικούς, ἐνῶ τόν ἑαυτό του θεωρεῖ ὡς ἄνθρωπο ἀγάπης καί εὐρείας ἀντιλήψεως, ἄν καί δέν παραμένη στούς πατρώους θεσμούς, ἐπειδή δι’ αὐτόν καί πολλούς ἄλλους «ὁ καιρός τῆς ναρκισσευομένης Ὀρθοδοξίας παρῆλθε» καί ὡς ἐκ τούτου ἡ Ὀρθοδοξία πρέπει νά προσαρμοσθῆ στίς ἀπαιτήσεις τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τῆς παγκοσμιοποιήσεως.
Σχετικά μέ τό «ἀκαταμάχητον» ἐπιχείρημα τοῦ π. Ἐπιφανίου, ὅπως ἀναφέρεις, ὅτι δηλαδή δέν «ἐτιμωρήθησαν οἱ μή ἀποτειχισθέντες (ὅπως θά ἀπαιτεῖτο πρός στήριξιν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ἐξαιρέσεως)· οὔτε μία περίπτωσιν στήν δισχιλιετῆ ἐκκλησιαστικήν ἱστορία τιμωρίας των δέν ὑπάρχει», ἔχω νά ἀναφέρω συνοπτικῶς τά ἑξῆς:
Αὐτό δέν θά ἔπρεπε κἄν νά τό ἀναφέρης ὡς ἐπιχείρημα, καί μάλιστα ἀκαταμάχητον, διότι δέν στηρίζεται οὔτε στήν ἁπλή λογική καί ὡς ἐκ τούτου μειώνεις καί τόν π. Ἐπιφάνιο, τόν ὁποῖο νομίζω ἀπό τά γραφόμενά σου ὅτι ἐκτιμᾶς. Ὅταν, δηλαδή, συνήρχετο ἡ Σύνοδος πρός ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως καί τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εἶχε, ὅπως καταλαβαίνεις, σάν σκοπό τήν τιμωρία τῶν μή ἀποτειχισθέντων, ἀλλά ὅλη ἡ προσπάθεια τῆς Συνόδου ἐστρέφετο στήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως (ἀπό τήν ὁποία εἶχον ἐπηρεασθῆ καί οἱ μή ἀποτειχισθέντες) καί τήν τιμωρία τῶν ἀρχηγῶν της, διά τῆς ἐπισήμου καί συνοδικῆς ἀποκοπῆς ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τό ὁποῖο διά τῆς αἱρέσεως εἶχαν ἐξοστρακισθῆ. Τό ὅτι διά τῆς αἱρέσεως ἀποκόπτεσαι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πολύ καθαρά τό ἀναφέρει τό ἴδιο τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὁποῖο ἀναγιγνώσκεται τήν πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν.
 Ἀναφέρει τό Συνοδικόν τά ἑξῆς: «τάς τε εὐλογίας αἳ ὀφείλονται τοῖς νομοφυλακτοῦσι καὶ τὰς ἀρὰς δὲ αἷς ἑαυτοὺς ὑποβάλλουσιν οἱ παρανομοῦντες, δίκαιόν τε καὶ ὀφειλόμενον δεῖν ᾠήθημεν ἀναγράψαι»· καί κατωτέρω «ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ ἀραὶ τοὺς πατραλοίας καὶ τῶν δεσποτικῶν ἐντολῶν ὑπερόπτας καταλαμβάνουσι· δι᾿ ὃ κοινῇ πάντες, ὅσον εὐσεβείας πλήρωμα, οὕτως αὐτοῖς τὴν ἀρὰν ἣν αὐτοὶ ἑαυτοὺς ὑπεβάλοντο ἐπιφέρομεν».
Εἶναι πολύ σημαντικό, πάτερ, νά ἐντρυφήσης (ἄν δέν τό ἔχης κάνει) στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, διά νά διαπιστώσης τό ἕωλο τῆς δυνητικῆς θεωρίας τοῦ Κανόνος καί προσέτι, γιά νά ἀντιληφθῆς πόσο «ἀκαταμάχητον ἐπιχείρημα» εἶναι αὐτό εἰς τό ὁποῖο αὐτή στηρίζεται. Στά χωρία λοιπόν τοῦ Συνοδικοῦ, τά ὁποῖα σοῦ παρέθεσα, διδάσκεται ὅτι διά τῆς αἱρέσεως (καί ὄχι διά τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως) ἐξερχόμεθα τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτοτιμωρούμεθα. Δέν χρειάζεται δηλαδή (ὅπως ἀναφέρεις) οὔτε νά ὑπογράψωμε κάποιο αἱρετικό κείμενο, οὔτε νά προσχωρήσωμε ἐπισήμως σέ μία αἱρετική ὁμάδα.
Αὐτή,  βεβαίως ἡ ἔξοδός μας ἀπό τήν Ἐκκλησία συντελεῖται,  ὅταν εἶναι ἐν γνώσει μας ὅτι αὐτό πού πιστεύομε εἶναι αἱρετικό, διότι ἐν ἀγνοίᾳ, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Φώτιος, ἀκόμη καί κάποιοι Ἅγιοι ἐπλανήθησαν. Μάλιστα ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος, ὅτι τό ἐν γνώσει ἐπιβεβαιώνεται, ἄν μᾶς ὑπεδείχθη εἰς τό σημεῖο αὐτό, ποιά εἶναι ἡ ὀρθόδοξος πίστις καί ἐμεῖς ἐπιμείναμε στήν αἵρεσι. Παντοῦ λοιπόν στό Συνοδικό, σέ δεκάδες περιπτώσεις ἀναφέρεται ὅτι, ὅσοι πιστεύουν εἰς αὐτό, αὐτό καί αὐτό... ἀνάθεμα.  Δηλαδή διά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως εἰσέρχεσαι εἰς τήν Ἐκκλησία καί διά τῆς αἱρέσεως ἐξέρχεσαι, ἡ δέ καταδικαστική ἀπόφασις τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιώνει ἐπισήμως τό γεγονός.
Σήμερα λοιπόν αὐτό, ἄν ἐβαδίζαμε στά ἴχνη τοῦ Συνοδικοῦ καί τῶν Πατέρων, θά τό ἀναφέραμε καί ἐμεῖς καί θά λέγαμε: Ὅσοι πιστεύουν στήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς μόνης σωστικῆς κιβωτοῦ, στήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό ὅλες τίς αἱρέσεις καί τούς αἱρετικούς, στήν ἀποστασιοποίησι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες κλπ., αἰωνία των ἡ μνήμη, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου δέ· ὅσοι πιστεύουν στήν ἐκκλησιαστική συνύπαρξι μέ τούς αἱρετικούς, στήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, στήν θεωρία τῶν δύο πνευμόνων, στήν βαπτισματική θεολογία, στήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν κλπ., ἀνάθεμα.
Βλέπομε λοιπόν, ὅτι ἡ κάθε ὀρθόδοξος Σύνοδος ἠσχολεῖτο μέ τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως, τήν διακήρυξι τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί τήν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν καί εἰδικά τῶν ἀρχηγῶν τῆς αἱρέσεως, οἱ ὁποῖοι κατεδικάζοντο ὀνομαστικά. Δέν ἠσχολεῖτο δηλαδή μέ τούς μή ἀποτειχισθέντας, ἤ μή μόνο μέ τό νά ἐκδιωχθοῦν οἱ αἱρετικοί ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές θέσεις, τίς ὁποῖες εἶχον καταλάβει, καί νά ἀποκατασταθοῦν εἰς αὐτές ὀρθόδοξοι ποιμένες. Αὐτό βεβαίως, ἐσύ δέν τό θεωρεῖς τιμωρία τῶν μή ἀποτειχισθέντων καί συνοδοιπόρων τῆς αἱρέσεως, διότι ἐδημιούργησες τίς κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες τῶν αἱρετικῶν, «τήν ἀποκοπή ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τήν προσχώρησι στήν αἵρεσι» κλπ. πρός στήριξι προφανῶς τῆς δυνητικῆς θεωρίας διά τήν ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί τήν κατασίγασι τῆς συνειδήσεως.
Ἤθελα ὅμως, πάτερ, εἰς αὐτό τό σημεῖο νά σοῦ ἀναφέρω καί τό ἑξῆς. Εἶναι δυνατόν καί λογικόν, π.χ. σέ μία μεγάλη πυρκαϊά, μετά τήν κατάσβεσί της οἱ ἁρμόδιες ὑπηρεσίες, (πυροσβεστική, ἀστυνομική, δικαστική), πέραν τοῦ ὅτι θά ἀσχοληθοῦν μέ τὸν καταλογισμό εὐθυνῶν, τήν ἀποκατάστασι τῶν ζημιῶν, τήν περίθαλψι τῶν τραυματιῶν, καί τήν τιμωρία τῶν ἐνόχων, εἶναι δυνατόν νά ἀσχοληθοῦν καί μέ τήν τιμωρία αὐτῶν πού δέν ἐβοήθησαν εἰς τήν κατάσβεσί της, ἀλλά ἀνέμειναν ἡσύχως καί ἐν ὑπομονῇ τίς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες, οἱ ὁποῖες θά κατέστελαν τὸ κακό καί θά ἀποκαθιστοῦσαν τήν τάξι; Καί ἄν τό ἔκαναν αὐτό δέν θά ἐφαίνετο στά μάτια τοῦ καθενός ὑπερβολικό, βαρύ καί ἄδικο; Δι’ αὐτό σοῦ ἀνέφερα ὅτι αὐτό τό ἐπιχείρημα τό «ἀκαταμάχητο», ὅπως τό ὀνομάζεις, εἶναι στήν πραγματικότητα ἀνύπαρκτο, διότι βγαίνει ἀπό τά ὅρια τῆς λογικῆς.
Πέραν τούτου ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καταρρίπτεται ἀπό μόνη της, διότι στερεῖται παντελῶς ἁγιογραφικῶν κανονικῶν καί πατερικῶν ἐρεισμάτων καί οὐδαμοῦ ἀναφέρεται, ἀκόμη καί ὡς λέξι. Καί ἐσύ τώρα, γιά νά τήν στηρίξης ἀεροβατεῖς μέ τό ἄν ἐτιμωρήθησαν οἱ μή ἀποτειχισθέντες ἀπό τούς αἱρετικούς, τούς ὁποίους ἀναλόγως κατατάσσεις σέ αὐτοαποκοπέντας, σέ ὑπογράψαντας, σέ διακηρύσσοντας γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, σέ καθαρόαιμους αἱρετικούς κλπ.
Εἰς τό σημεῖο αὐτό τέλος, νομίζω ὅτι πρέπει νά ἀναφερθῆ καί τό ἑξῆς σχετικό μέ τήν ὑπόθεσι. Ἐνῶ δηλαδή γιά διάφορα εἴδη ἁμαρτιῶν οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπιβάλλουν ἀνάλογα παιδαγωγικά ἐπιτίμια διά νά βοηθήσουν τήν σταθεροποίησι τοῦ μετανοοῦντος εἰς τήν ἀρετή, οὐδέποτε ἐπιβάλλουν ἐπιτίμια καί τιμωρίες εἰς τούς ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν αἵρεσι. Ἐδῶ ἀπαιτοῦν οἱ κανόνες καί ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἀποκήρυξι δημοσίᾳ τῆς αἱρέσεως διά λιβέλλου, ἀναμύρωσι ἤ ἀναβαπτισμό, ἀναλόγως τῆς αἱρέσεως καί μετά ἀπό αὐτά δύναται ὁ ἐπιστρέφων αἱρετικός ἀμέσως νά μεταλάβη τά Ὀρθόδοξα μυστήρια.  Αὐτό προφανῶς γίνεται παρ’ ὅτι ἡ αἵρεσις εἶναι μεγαλυτέρα τῶν ἁμαρτιῶν, διά νά βοηθήση τούς αἱρετικούς νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία. Μάλιστα οἱ Κανόνες καί οἱ Πατέρες συγχωροῦν καί τό νά ἔχουν οἱ αἱρετικοί μετά τήν ἐπιστροφή των εἰς τήν Ὀρθοδοξία καί τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης τόν ὁποῖο εἶχαν ὡς αἱρετικοί, ἐκτός βεβαίως ἀπό τούς πρωτεργάτας καί ἀρχηγούς τῆς αἱρέσεως.
Συνοπτική ἀναφορά εἰς αὐτό τό θέμα μέ σχετικό σχολιασμό τοῦ ἁγ. Νικοδήμου γίνεται εἰς τό Πηδάλιο στήν κανονική ἐπιστολή τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου πρός τόν Ρουφιανόν. Εἰς τό σημεῖο αὐτό ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Καί λέγομεν λοιπόν ὅτι, ὅσοι ἱερωμένοι ὄχι μόνον ἐσυγκοινώνησαν τοῖς Ἀρειανοῖς, καί ὡμολόγησαν  ὅτι φρονοῦν ὅσα φρονοῦν καί αὐτοί, ἀλλ’ ἔγιναν μέ αὐτούς προστάται τῆς αἱρέσεως, ὥστε ὁποῦ νὰ παρακινοῦσι καί ἄλλους νὰ ἔρχωνται εἰς τόν Ἀρειανισμόν· οὗτοι ὅταν ἐπιστραφῶσιν εἰς τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, πρέπει νά τούς δεχώμεθα, ὄχι ὅμως νά τούς ἀφίνωμεν καί εἰς τόν βαθμόν τῆς ἱερωσύνης, ἀμή ὡς λαϊκούς νά τούς ἔχωμεν πλέον. Ἐκεῖνοι δέ πάλιν ὁποῦ ἐκοινώνησαν εἰς τήν αἵρεσιν ταύτην ὄχι μὲ γνώμην ἐλευθέραν καί ἑκούσιον, ἀλλά μέ βίαν καί στενοχωρίαν, ἐφάνη εὔλογον καί συγχώρησις εἰς τούτους νά δίδεται ὅταν ἐπιστραφῶσιν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, καί τόν τόπον τοῦ Κλήρου πάλιν νά ἔχωσιν, ἤτοι, καθώς ἦσαν πρῶτον Ἱερεῖς, ἔτσι πάλιν νά μένωσιν Ἱερεῖς. Εἶναι δέ ἄξιοι συγχωρήσεως ὄχι μόνον διότι ἐβιάσθησαν ὑπό τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά καί διά τήν οἰκονομίαν ὁποῦ λέγουσι πώς ἔκαμαν· διότι ἀπολογοῦνται πώς δέν ἐσυγκοινώνησαν τῇ αἱρέσει κατά ἀλήθειαν, ἀλλά μόνον κατά προσποίησιν, καί τοῦτο δι’ οἰκονομίαν καί συγκατάβασιν, διά νά μή διωχθοῦν δηλ. τελείως ἀπό τήν Ἐκκλησίαν αὐτοί, καί ἀντ’ αὐτῶν κατασταθῶσιν ἀσεβέστατοι ἄλλοι, καί φθείρωσι τελείως τούς ὀρθοδόξους. Ὅθεν ἐπρόκριναν νά ὑπομείνουν τό βάρος τῆς κατ’ ἀνάγκην ἀρνήσεως, καί νά μή ἀπολεσθῆ τό πλῆθος τῶν ὀρθοδόξων» (Πηδάλιον, σελ. 581-583).  Ὁ δέ ἅγ. Νικόδημος εἰς τήν ὑποσημείωσι, ἀναφερόμενος εἰς τήν Σύνοδο πού συνεκρότησε ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ε΄. Ἀπεφάσισεν ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅτι οἱ ἐκ τῆς τῶν Ἀρειανῶν κοινωνίας ἐπιστρέφοντες εἰς τήν καθολικήν Ἐκκλησίαν νά δέχωνται, ἀναθεματίζοντες τήν αἵρεσιν τοῦ Ἀρείου, καί ὁμολογοῦντες τήν ἐν Νικαίᾳ πίστιν» (Πηδάλιον, σελ. 582).
 Παρατήρησε λοιπόν, πάτερ, ἀπό τά γραφόμενα εἰς τό Πηδάλιο, ὅτι ἀπελογοῦντο ἐπιστρέφοντες, ὅσοι «ἐσυγκοινώνησαν εἰς τήν αἵρεσι» ἤ ἐγίνοντο δεκτοί ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων καί φυσικά δέν ἐτιμωροῦντο ἐν τῇ εὐσπλαχνίᾳ καί οἰκονομίᾳ τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι διευκόλυνον τήν μετάνοια καί ἐπιστροφή των. Τώρα ἐσύ, τήν ἐπίσημη ἀτιμωρησία αὐτή τῶν μετανοούντων καί μή ἀποτειχισθέντων τήν ἐκλαμβάνεις ὡς ἐπιχείρημα ὑπέρ τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τῆς συνοδοιπορίας μέ τήν αἵρεσι, μέχρι ἐπεμβάσεως τῆς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας διά τήν κατάσβεσι τῆς αἱρετικῆς πυρκαϊᾶς. Προφανῶς βεβαίως οἱ μή ἀποτειχισθέντες καί συνοδοιποροῦντες θά ἔπρεπε νά ἐφόρουν καί εἰδική ἀντιπυρική στολή, προκειμένου νά μήν ὑποστοῦν τά ἐπακόλουθα τῆς φωτιᾶς, ἐφ’ ὅσον βεβαίως εὑρίσκοντο διά τῆς μνημονεύσεως καί συνοδοιπορίας ἐντός τῆς αἱρέσεως.
Πάντως ἐν κατακλεῖδι δέν δύναμαι νά κατανοήσω τό βάθος τοῦ ἀκαταμάχητου αὐτοῦ ἐπιχειρήματος· κατανοῶ ὅμως ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἠδυνήθησαν νά κατανοήσουν, ὅτι κάποτε αὐτό θά ἐτίθετο ὡς ἀκαταμάχητο ἐπιχείρημα ὑπέρ τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τῆς  συμπορεύσεως μέ τήν αἵρεσι. Αὐτοί δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ἐφέρθησαν εὐσπλάγχνως ἤ κατ’ οἰκονομίαν εἰς τούς ἐπιστρέφοντας αἱρετικούς, νά φανοῦν αὐστηροί καί ἀκριβεῖς εἰς τούς μή ἀποτειχισθέντας.
 Εἰς τήν (8η) σελίδα ἀναφέρεις ὅτι «οἱ εἰκονομάχοι εἶχαν ἐπανειλημμένως ἀναθεματισθῆ ἀπό τοπικάς Συνόδους καί ἦσαν, φυσικά, ἀποκομμένοι τῆς Ἐκκλησίας». Ἐδῶ, ἄν σέ ἑρμηνεύω σωστά, πάτερ, ἀναφέρεις ὅτι, ὅταν μία αἵρεσις καταδικασθῆ καί ἀναθεματισθῆ συνοδικῶς, ὅσοι τήν πρεσβεύουν εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Στήν προκειμένη ὅμως περίπτωσι ἔχομε καταδίκη καί ἀναθεματισμό ἀπό τοπικές Συνόδους καί τῶν εἰκονοφίλων καί αὐτοῦ τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.  Καί ἐνῶ τίς Συνόδους αὐτές δέν τίς γνωρίζομε, πέρα ἀπό τό βιβλίο τῶν Πρακτικῶν τῶν Συνόδων (τόμος Γ΄ σελ. 206), οὔτε τίς ἐπικαλοῦνται οἱ Ὀρθόδοξοι πρό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οὔτε εἰς αὐτήν τήν Ζ΄ Οἰκουμενική ἀναφέρονται, ὅμως, ἡ μία ἐκ τῶν δύο εἰκονομαχικῶν τῶν πρό τῆς Ζ΄ ἀναφέρεται πολλές φορές καί στούς βίους τῶν Ἁγίων τῆς ἐποχῆς αὐτῆς καί εἰς αὐτήν τήν Ζ΄ Οἰκουμενική.
Ἄρα λοιπόν, σύμφωνα μέ τή λογική σου, ὡς ἐπικρατέστερη καί πολυπληθέστερη θά ἔπρεπε νά ἰσχύη καί ὡς ἐκ τούτου, ὅσοι μετά ἀπό αὐτήν ἐπρέσβευον ὑπέρ τῶν εἰκόνων ἦσαν ἀποκομμένοι τῆς Ἐκκλησίας. Πῶς δηλαδή μέ βάσι τήν ἀπόφασι τῆς μιᾶς Συνόδου οἱ εἰκονομάχοι ἦσαν ἀποκομμένοι καί ἐκτός Ἐκκλησίας καί μέ βάσι τήν ἀπόφασι τῆς ἄλλης Συνόδου δέν ἦσαν ἀποκομμένοι καί οἱ εἰκονόφιλοι;
Ἀπό τούς βίους, ὅμως, τῶν Ἁγίων τῆς περιόδου αὐτῆς βλέπομε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἐστηρίζοντο στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, ἀλλά στήν ὀρθόδοξο πίστι καί Παράδοσι καί σέ ὅσους ἐσυμφώνουν μέ αὐτήν. Δι’ αὐτόν τόν λόγο, μόλις ἐτοποθετήθη ὁ πρῶτος εἰκονομάχος αὐτοκράτωρ ὀνόματι Ἀναστάσιος, οἱ γυναῖκες κρατῶντας ξύλα καί ρόπαλα τόν ἐξεδίωξαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὁ ἅγιος Στέφανος ὁ νέος ἀπεδίωξε τούς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορος ἀπό τή μονή του, οἱ ὁποῖοι τοῦ προσεκόμισαν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου τῆς Ἱέρειας, ἀποκαλῶντας τους αἱρετικούς.
Μέ βάσι ἐπίσης, τά λεγόμενά σου, ὁ Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται ὡς Ἐκκλησία τόν Παπισμό πού ἔχει καταδικασθῆ ἀπό πλῆθος Συνόδων, ὁ Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται καί ἔχει προσχωρήσει στό Π.Σ.Ε. (τό ὁποῖο εἶναι ὁ καταδικασμένος ὑπό Συνόδων Προτεσταντισμός στήν ἀποθέωσί του), ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται ὡς ἔγκυρα τά μυστήρια τῶν Παπικῶν καί Μονοφυσιτῶν, χωρίς αὐτοί νά μετανοήσουν καί ἐπιστρέψουν στήν Ἐκκλησία κλπ., θά πρέπει (σύμφωνα μέ τά λεγόμενά σου) νά εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας  καί ὡς ἐκ τούτου κακῶς τόν μνημονεύεις. Ἐκτός ἐάν οἱ θεωρίες αὐτές ἰσχύουν μόνο γιά τούς εἰκονομάχους καί ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι στό ἀπυρόβλητο.
Στήν ἴδια  (8η) σελίδα   ἐπίσης  κατωτέρω ἀναφέρεις τά ἑξῆς:  «Βάσει αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος ἀπαντᾶ στό ἐπιχείρημα τοῦ π. Ἐπιφάνιου, ἐπικαλούμενος τήν μετάνοιαν τῶν  τριῶν (εἰκονομάχων) ἐπισκόπων  (τῶν πρασαχθέντων εἰς  τήν Ζ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον)   καί  τήν  εὐσπλαχνίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐπιχειρῶν νά δικαιολογήση ἁπάσας (τάς ἀπείρους) περιπτώσεις ἀτιμωρησίας σέ μή ἀποτειχισθέντας. Δέν κατανοεῖ, ὅμως, ὅτι ἔτσι –ἀκόμη καί ἐάν τό τελείως αὐτό ἄσχετο μέ τόν Ἱ. Κανόνα παράδειγμα ἦταν ὅπως αὐτός τό ἤθελε– ὑποβοηθεῖ (ὅσους, φυσικά, τὸν πιστεύουν) νά ἐπιδιώκουν τό βόλεμά τους καί τόν συμβιβασμόν μέ τήν αἵρεσιν (ὅσον αὐτή ἐπικρατεῖ), ἔχοντας ἐξασφαλισμένην τήν μετά ταῦτα ἀθώωσίν των, λόγῳ τῆς εὐσπλαχνίας τῶν Ἁγ. Πατέρων».
Ἡ λογική σου αὐτή, πάτερ, νομίζω ὅτι εἶναι ὄχι μόνο ὀρθολογιστική ἀλλά καί ἐπικίνδυνη. Διότι ἡ εὐσπλαγχνία τῶν Πατέρων δέν εἶναι γιά νά μᾶς βοηθήση νά ἁμαρτάνωμε, ἀλλά νά μᾶς βοηθήση, ἀφοῦ ἁμαρτήσαμε, νά ἐπιστρέψωμε καί ἐπανέλθωμε «μηδέν ἐνδοιάζοντες». Μέ τήν λογική σου δέ αὐτή, καί τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ὑποβοηθεῖ κάποιους νά ἁμαρτάνουν, ἐφ’ ὅσον (διά τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ) ἔχουν ἐξησφαλισμένη τή μετά ταῦτα ἀθώωσί των λόγῳ τῆς εὐσπλαγχνίας τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὁ Κύριος, βάσει τῆς ἴδιας λογικῆς, δεικνύει νά προτιμᾶ, νά ἀθωώνη, νά τιμᾶ καί νά περιποιῆται τόν ἁμαρτήσαντα ἄσωτο υἱό, ἀπό τόν συνετό καί φυλάττοντα τίς ἐντολές του. Μέ αὐτήν λοιπόν τήν λογική, ὄντως ὑποβοηθεῖ καί ἡ εὐσπλαγχνία τῶν ἁγ. Πατέρων στό βόλεμα καί τόν συμβιβασμό μέ τήν αἵρεσι. Τώρα, τό πῶς αὐτά εἶναι δυνατόν νά ὑποστηρίζωνται ἀπό σεβαστούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, αὐτό εἶναι ὄντως κάτι τό δυσερμήνευτο καί ἀκατανόητο.
Θά ἔλθω ἐν συνεχείᾳ στήν παράθεσι τῶν λόγων σου σχετικά μέ τόν ἅγ. Θεόδωρο τόν Στουδίτη.
Στό τέλος τῆς (8ης) σελίδας ἀναφέρεις σχετικά μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη: «Τελείως ἀνεπιτυχῶς χρησιμοποιεῖ τήν ρῆσιν τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου γιά τήν οἰκονομίαν τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου πρός τούς μνημονεύοντας τόν αἱρετικόν Θεόδωρον Μοψουεστίας. Στό τέλος μάλιστα τῆς σ. 146 παρερμηνεύει ἐντελῶς τήν φράσιν του (ἡ ὁποία δέν τόν συμφέρει). Αὐτό πού ὄντως λέγει ἐκεῖ ὁ Ἅγιος εἶναι ὅτι ὅποιος ὀρθοδοξεῖ κατά πάντα, ἀναθεματίζει δυνάμει κάθε αἱρετικόν, ἀκόμα καί ἄν δέν τόν ἀναθεματίζῃ ὀνομαστικῶς! Καί δεδομένου ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἐπίσκοποι ὄχι μόνον δέν ἀναθεμάτιζαν τόν αἱρετικὸν Θεόδωρον, ἀλλά καί τόν ἐμνημόνευαν στά δίπτυχα, ἐξυπακούεται ὅτι ὁ Ἅγιος Θεόδωρος (ὅπως καί ὁ Ἅγιος Κύριλλος) ἀποδέχεται –ἄχρι καιροῦ, φυσικά– καί αὐτήν τήν οἰκονομίαν! (ἀρκεῖ ὁ μνημονεύων νά ὀρθοδοξεῖ κατά πάντα)».
Εἶναι, στό σημεῖο αὐτό πάτερ, ἄξιον ἀπορίας τό πῶς μπορεῖς τόσο πρόχειρα καί ἀβασάνιστα νά βγάζης  συμπεράσματα, τά ὁποῖα δέν ἔχουν σχέσι τόσο μέ τό ὑπό ἐξέτασι βιβλίο μου, ἀλλά μέ τήν δογματική διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Προφανῶς μέ αὐτά πού ἀναφέρεις θέλεις νά δικαιολογήσης καί νά στηρίξης πατερικά τήν ἐπικοινωνία καί ἀναγνώρισι τῶν αἱρετικῶν (Οἰκουμενιστῶν) Ἐπισκόπων καί δι’ αὐτό παρουσιάζεις καί τούς Ἁγίους νά συμφωνοῦν μέ αὐτήν τήν παρανομία. Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τό ὁποῖο σέ ἐσόκαρε στήν προκειμένη περίπτωσι εἶναι ἡ ἔκφρασίς μου στό βιβλίο, τήν ὁποία ἀναφέρεις ὡς παρερμηνεία τῶν λόγων τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Ἀναφέρω πράγματι  στήν σελ. 146 τά ἑξῆς ἑρμηνεύοντας τό χωρίο τοῦ ὁσίου: «Δηλαδή ὁσάκις μνημονεύομε τόν Ἐπίσκοπο, τόν ἀναγνωρίζομε ὡς Ὀρθόδοξο καί ὁσάκις διακόπτομε τήν μνημόνευσί του λόγῳ αἱρέσεως, τόν ἐκλαμβάνομε διά τόν λόγο αὐτό ὡς ἀναθεματισμένο».
Ἄν θά ἔκανες τόν κόπο νά μελετήσης μόνο αὐτήν τήν ἐπιστολή τοῦ ἁγίου (Ἐπιστ. 49, Ναυκρατίῳ τέκνῳ, Φατ. σελ. 139) ἀσφαλῶς θά ὡδηγεῖσο ἀβίαστα στό τί πρέπει νά κάνης γιά τόν σημερινό Πατριάρχη καί τούς ἄλλους Οἰκουμενιστές. Ἀναφέρει λοιπόν ὁ ἅγιος εἰς αὐτήν τήν ἐπιστολή, χρησιμοποιώντας μάλιστα καί ὡραιότατα παραδείγματα, ὅτι κάνομε κάποια οἰκονομία στήν μνημόνευσι τῶν αἱρετικῶν, ὅταν αὐτοί μέν ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ὀλίγο ἀπό τήν ἀκρίβεια καί ἐμεῖς μέ κατάλληλους χειρισμούς τούς ἐπαναφέρουμε εἰς αὐτήν «καί οὐχί καί ἡμεῖς τό αὐτό ποιοῦντες φαινόμεθα; ἔσθ’ ὅτε τινῶν ὁμογνωμόνων ἡμῖν κατά τι διαφερομένων, ἔνθα οὐ πολύ τό λυποῦν ἤ ἐξιστῶν τῆς ἀκριβείας, καί ὅμως καταδεχόμεθα τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν, ἵνα μή διά μικρόν τι, μικρόν ὕστερον δυνάμενον κατορθωθῆναι, ἀπολέσωμεν τό πᾶν· τοῦτο δέ ἀτέχνων καί οὐ μυστηρίων θεοῦ οἰκονόμων».
Στόν Πατριάρχη ὅμως σήμερα συμβαίνει τό ἐντελῶς καί ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο. Δηλαδή ἀφ’ ἑνός μέν ἔχει καταργήσει ὅλες τίς ἁγιογραφικές ἐντολές, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στούς αἱρετικούς, διαχρονικῶς δέ ὄχι μόνο δέν ἐπαναφέρει τούς αἱρετικούς στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά τούς προσεγγίζει καί ταυτίζεται δογματικῶς καί ἐκκλησιαστικῶς μαζί τους· δέν ἔχει προσέτι κανένα περιθώριο ἐπαναφορᾶς εἰς τήν Ὀρθοδοξία, ἐφ’ ὅσον ἀπό τίς πράξεις του φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ σκοπός του εἶναι νά ὁδηγήση σέ πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία τούς Ὀρθοδόξους μέ τούς πάσης φύσεως αἱρετικούς καί τό κυριώτερο, ὅτι ὅλα αὐτά τά ἐνεργεῖ βάσει συστηματικοῦ καί δαιμονικοῦ προγραμματισμοῦ, προκειμένου οἱ ἀντιοικουμενιστές Ὀρθόδοξοι νά πέσουν, κατά τό δή λεγόμενο, στά μαλακά.
Οἱ Ὀρθόδοξοι, ἐπίσης, ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι μνημονεύουν τόν Πατριάρχη, ἔχουν πλήρη ἐπίγνωσι ὅτι αὐτός, ὄχι μόνον εἶναι πλήρως ἀποχρωματισμένος ἀπό ὀρθοδόξου ἀπόψεως, ἀλλά καί  ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πλησιάζει ἐκκλησιαστικά τούς αἱρετικούς, ἔχοντας ἀπολύτως ὡς στόχο του, ὄχι μόνο τήν προσέγγισι τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά τό πῶς θά τό χωνέψουν αὐτό οἱ Ὀρθόδοξοι.
Εἰς αὐτήν ὅμως τήν περίπτωσι, ἀναφέρει ὁ ὅσιος, δέν πρόκειται εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως περί οἰκονομίας ἀλλά περί παρανομίας. «Τοιοῦτον τό πρός καιρόν οἰκονομεῖν τούς λόγους καί τούς τρόπους ἐν κρίσει καί ἀληθείᾳ καί νόμῳ, ἀλλ’ οὐκ ἐν παρανομίᾳ καί ψεύδει τό καθόλου». Καί ἀναφέρεται ἐν συνεχείᾳ στούς μοιχειανούς τῆς ἐποχῆς του, ἀποδεικνύοντας περίτρανα ὅτι ἡ οἰκονομία, στήν ὁποία ἀναφέρεται καί τήν ὁποία ἐπικαλεῖται ὁ ὅσιος, δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τόν γκρεμό, στόν ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Πατριάρχης καί ὅλοι ὅσοι τόν μνημονεύουν.
Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἑρμηνεία τοῦ κειμένου τοῦ ὁσίου τήν ὁποία ἀνέφερα στό βιβλίο πού ἐξέδωσα, αὐτή ἐξάγεται ἀβίαστα ἀπό τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου: «μικρόν γάρ πάντως ἀνέμενε τῶν ἀνατολικῶν τό βραδύνουν ἤ προσπαθές πρός τό αἱρετικόν μή ὑπολαμβάνειν τόν ὄντως αἱρετικόν». Μέ ποῖον τρόπο δηλαδή αὐτοί τόν ὄντως αἱρετικό (Θεόδωρο Μοψουεστίας) δέν τόν ὑπελάμβανον ὡς αἱρετικό; Ἀσφαλῶς ἐπειδή αὐτοί, ἄν καί κατά τά ἄλλα Ὀρθόδοξοι, ἐμνημόνευον αὐτόν πού ἔπρεπε νά ἀναθεματίζουν. Καί βεβαίως ὅλα αὐτά πάτερ, πρίν πάρει ἀπόφασι ἡ Σύνοδος περί τοῦ Μοψουεστίας Θεοδώρου, διότι, ἄν ὑπῆρχε ἀπόφασις, θά ἦτο περιττή ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
 Ἄρα λοιπόν, μέ τήν μνημόνευσι διακηρύττομε ὅτι αὐτός πού μνημονεύομε εἶναι Ὀρθόδοξος. Ἄν ὅμως αὐτό τό πράττωμε κατ’ οἰκονομίαν, διά τούς λόγους πού ἀναφέρει ὁ ὅσιος, (δηλαδή ἐπειδή παρεκλίνει ὀλίγον τῆς ὀρθῆς πίστεως καί ἀκριβείας καί ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά τόν ἐπαναφέρωμε στήν ἀκρίβεια, πιστεύοντας ὅτι ἔχει ἀγαθή προαίρεσι καί ὄχι, ὅπως πιστεύουν πολλοί, γιά νά μήν κάνωμε σχίσμα κλπ), τότε καί μόνο τότε ἰσχύει αὐτό πού ἀναφέρει ὁ ὅσιος, ὅτι ὁ ἀναθεματισμός ὅλων τῶν αἱρετικῶν (καί αὐτοῦ πού μνημονεύομε) γίνεται «δυνάμει κἄν οὐ ρήματι» ἐπειδή προφανῶς αὐτόν τόν αἱρετικό πού μνημονεύομε τόν συγκαταριθμοῦμε κατ’ οἰκονομίαν στούς Ὀρθοδόξους, προσπαθοῦντες νά τόν ἐπαναφέρωμε εἰς τήν ἀκρίβεια.
Καί βεβαίως τότε εἴμεθα καί ἐμεῖς Ὀρθόδοξοι, ἀλλά λόγῳ τῆς μνημονεύσεως αὐτῆς ὑπολειπόμεθα τῆς ἀκριβείας «ὅτι τῶν οἰκονομιῶν αἱ μέν πρός καιρόν γεγόνασι παρά τῶν πατέρων, αἱ δέ τό διηνεκές ἔχουσι... πρός καιρόν δέ, οἷον τοῦ ἀποστόλου ἐπί τῆς περιτομῆς, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐπί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἷον καί τό νῦν τοῦ θείου Κυρίλλου· ἅ μέχρι τινός καιροῦ γινόμενα, οὐδέν ἔχει τό μεμπτόν οὐδέ τό κατά τι ἀπηχές καί ἔκνομον, ὑφειμένον δι’ οὖν ὅμως καί οὐκ ἄγαν ἀκριβές· τοῦτο γάρ ἡ οἰκονομία ἡ πρός καιρόν».
Ὁ ἀναθεματισμός λοιπόν ὅλων τῶν αἱρετικῶν (ἀσχέτως μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου) εἶναι νόμος καί Παράδοσις στήν Ἐκκλησία καί κριτήριο τῆς ἰδικῆς μας Ὀρθοδοξίας «ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ρήματι, ἀναθεματίζει». Ἡ λέξις «ἐπειδή» ἐδῶ, ἔχει προφανῶς τήν ἔννοια ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ὀρθοδοξοῦμε, ἄν αὐτό δέν τόν πράττωμε.  Ἄν ἐσύ τώρα, πάτερ, θέλης νά δώσης κάποια ἄλλη ἑρμηνεία στά λόγια  καί τό πνεῦμα τοῦ ὁσίου εἴμεθα ἕτοιμοι νά σέ ἀκούσωμε. Δέν θά ἀπομονώνης, ὅμως, ἕνα τμῆμα ἤ κάποια λόγια τοῦ ὁσίου ἀπό τήν ὅλη συνάφεια καί τό πνεῦμα τῆς ἐπιστολῆς, διότι αὐτό, χαρακτηρίζοντάς το λίαν ἐπιεικῶς, δεικνύει κάποια σκοπιμότητα καί συγκάλυψι τῆς ἀληθείας.
Μέ βάσι λοιπόν τά ἀνωτέρω, αὐτά τά ὁποῖα ἀναφέρεις στή σελίδα (9), ὅτι δηλαδή «καὶ δεδομένου ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἐπίσκοποι ὄχι μόνον δὲν ἀναθεμάτιζαν τὸν αἱρετικὸν Θεόδωρον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐμνημόνευαν στὰ δίπτυχα, ἐξυπακούεται ὅτι ὁ Ἅγιος Θεόδωρος (ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος) ἀποδέχεται –ἄχρι καιροῦ, φυσικά– καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν! (ἀρκεῖ ὁ μνημονεύων  νά ὀρθοδοξεῖ κατά πάντα)», εἶναι τελείως ἐσφαλμένα καί μάλιστα προσπαθεῖς εἰς αὐτό τό σημεῖο νά στηρίξης δύο ἔωλες κατά πάντα θεωρίες, τήν δυνητική δηλαδή ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί τήν θεωρία τῆς ἄχρι καιροῦ μνημονεύσεως.
Οἱ ἐκφράσεις λοιπόν τοῦ ὁσίου εἰς αὐτήν τήν ἐπιστολή, εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, «πρός καιρόν» καί «μικρόν» ἀντιστρατεύονται πλήρως στό πνεῦμα αὐτῶν τῶν δύο θεωριῶν, διότι πέραν τοῦ ὅτι οἱ θεωρίες αὐτές μᾶς ὁδηγοῦν  εἰς τήν εἰς αἰώνας αἰώνων μνημόνευσι καί ἀναγνώρισι  τῶν αἱρετικῶν ὡς Ὀρθοδόξων, ἔχομε καί δεδομένη τήν κακή προαίρεσι καί σκοπιμότητα τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν Ἐπισκόπων καί ὡς ἐκ τούτου οἱ θεωρίες αὐτές τό μόνο πού βοηθοῦν εἶναι τό νά στρώνουν καί λειαίνουν τό ἔδαφος εἰς τούς αἱρετικούς διά νά ἐπιτελοῦν τό ἔργο τους.
Ἐκτός ἄν ἐσύ πάτερ, διέκρινες κάποια ἀγαθή προαίρεσι εἰς τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τόν Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, τόν Δημητριάδος Ἰγνάτιο κλπ. Πῶς ἄλλωστε, σύμφωνα μέ τά θαυμάσια παραδείγματα τοῦ ὁσίου, τούς βοηθοῦμε αὐτούς ὀλίγο κατ’ ὀλίγον νά ἐπανέλθουν εἰς τήν Ὀρθοδοξία, ἐφ’ ὅσον στήν πράξι οἱ Ὀρθόδοξοι ὀλίγο κατ’ ὀλίγον, ἀκολουθώντας αὐτούς τούς Ἐπισκόπους, ἀπομακρυνόμεθα τῆς Ὀρθοδοξίας; Τήν μία μέ τήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, τήν ἄλλη μέ τίς συμπροσευχές καί συνιερουργίες, ἐν συνεχείᾳ μέ τίς κοινές ἀποφάσεις περί ἀναγνωρίσεως τῶν μυστηρίων, τῶν ἀδελφῶν «Ἐκκλησιῶν», τήν ἐπίσημο ἔνταξί μας στό Π.Σ.Ε. κλπ. Μήπως ὅλα αὐτά συμφωνοῦν μέ τό πνεῦμα τοῦ ὁσίου εἰς τήν κατ’ οἰκονομία γιά ὀλίγο χρόνο μνημόνευσι τῶν αἱρετικῶν καί τήν ἐπαναφορά των εἰς τήν ἀκρίβεια τῆς πίστεως; Καί γιατί τέλος πάντων ἐσεῖς βοηθεῖτε μέ τίς θεωρίες αὐτές τούς αἱρετικούς καί ἀποκοιμίζετε τίς συνειδήσεις τῶν Ὀρθοδόξων; Τό νά θέλης ὅμως, νά στηρίξης τίς θεωρίες αὐτές στόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, νομίζω αὐτό καταντᾶ καθαρός παραλογισμός.
Αὐτό πού ἐπίσης ἀναφέρεις εἰς τό σημεῖο αὐτό, «...ὁ Ἅγιος Θεόδωρος (ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος) ἀποδέχεται –ἄχρι καιροῦ, φυσικά– καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν! (ἀρκεῖ ὁ μνημονεύων  νά ὀρθοδοξεῖ κατά πάντα)» ποῦ, κατά τό δή λεγόμενο, κολλάει; Γιατί δέν ἀναφέρεις τό τί σημαίνει τό «ἄχρι καιροῦ» γιά τόν ὅσιο, ἀλλά τόν παρουσιάζεις νά εὐλογῆ τίς θεωρίες αὐτές γιά τήν εἰς αἰώνας αἰώνων μνημόνευσι καί συμπόρευσι μέ τήν αἵρεσι; Ἀνάγνωσε λοιπόν τά περιθώρια τοῦ «ἄχρι καιροῦ» τά ὁποῖα δίδει ὁ ὅσιος ἀναφερόμενος μάλιστα στήν μοιχειανική αἵρεσι:
«Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν Ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ’ ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα· καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά Συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων ἤ ὁμοφρονούντων αὑτῇ. καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. Καί ἐάν ἡ σή στερρότης οὐκ ἀσφαλίσηται,τίς λοιπόν σωθήσεται; καί ἐάν ὁ παρρησιασάμενος δυνάμει θεοῦ ὡς ἅγιος πλήν τελείας αἱρέσεως ἄρτι μετά τήν αἵρεσιν ὑποστείληται, πῶς ἕτερος τολμήσει γρύξαι; καί ἐάν τό μοναδικόν τάγμα οὐχ ἡγήσηται πάντα σκύβαλα, μοναστήρια λέγω καί πάντα τά περί αὐτά, πῶς λαϊκός καταφρονήσει γυναικός, τέκνων καί τῶν ἄλλων;» (Φατ. 39, 113,51· PG 99,1048 D).
Ἀπ’ ὅτι καταλαβαίνω ἐγώ τά περιθώρια τοῦ «ἄχρι καιροῦ» εἰς τήν μνημόνευσι περιγράφονται καί περιορίζονται εἰς τό «ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα», δηλαδή ἐπίσημη καί συνοδική διακήρυξις τῆς αἱρέσεως.  Καί τοῦτο διά νά ὑπάρχη ἀπόλυτος ἀσφάλεια εἰς τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως «καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν». Δηλαδή καί πρίν ἀπό αὐτά οἱ Ὀρθόδοξοι πρέπει νά προβοῦν σέ κάποια μικρή ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους.
Ἐδῶ λοιπόν δέν πρόκειται (ὅπως ἀναφέρεις στίς θεωρίες σου περί κατηγοριῶν καί ὑποκατηγοριῶν τῶν αἱρετικῶν) εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως νά καταδικασθοῦν συνοδικῶς οἱ αἱρετικοί, προκειμένου νά ἀποτειχισθοῦμε ἀπό αὐτούς, ἀλλά συνοδικῶς καί ἐπισήμως νά λάβουν αἱρετικές ἀποφάσεις. Τέτοιες ἀποφάσεις, ὅσον ἀφορᾶ στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι π.χ. ἡ ἔνταξις στό Π.Σ.Ε., ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων, ἡ ἀναγνώρισις τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, οἱ συμπροσευχές–συνιερουργίες κλπ.
Ἡ ἐκκλησιαστική λοιπόν ἐπικοινωνία μέ ὅλους αὐτούς, σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ὁποῖο ἐπικαλεῖται εἰς μαρτυρίαν ὁ ὅσιος Θεόδωρος, μᾶς κατατάσσει εἰς τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐσύ τώρα φλυαρεῖς περί κατηγοριῶν καί ὑποκατηγοριῶν τῶν αἱρετικῶν καί περί ἀποτειχίσεως δυνητικῆς καί κατόπιν ἀποφάσεως καί καταδίκης τῶν αἱρετικῶν ἀπό τή Σύνοδο.  Δηλαδή,  ψεύδεται ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὁ ὅσιος πού τόν ἐπικαλεῖται, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπικοινωνοῦμε μαζί τους καί τούς μνημονεύομε, εἴμεθα ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ καί ἰσχύει ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί ὁ ὡς ἐκ τούτου ἐφησυχασμός;
Αὐτό ἐπίσης, πού ἐδῶ ἀναφέρεις διά τόν ὅσιο, ὅτι δηλαδή «ἀποδέχεται –ἄχρι καιροῦ– κατά πάντα» εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο μέ αὐτά πού διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Διότι ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ὁ μνημονεύων πρέπει νά μνημονεύη Ὀρθόδοξο κατά τό φρόνημα Ἐπίσκοπο, διά νά ἔχωμε ἐμεῖς μέ τόν μνημονεύοντα ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία. Ἁπλῶς φθάνομε εἰς τήν ἔρευνα μέχρις ἐκεῖ καί δέν ἀσχολούμεθα περαιτέρω, δηλαδή ποῖον μνημονεύει ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός Μητροπολίτη ἤ Πατριάρχη κλπ.  Μάθε το καί αὐτό ἀπό ἄλλες ἐπιστολές τοῦ ὁσίου γιά νά κατανοήσης, πάτερ, τό πόσο παρερμηνεύεις τόν ὅσιο: «Περί τῶν ἑτέρων σου ἐρωτήσεων˙ ἡ πρώτη, περί πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξοῦντος, ἀλλ’ ὅμως μνημονεύοντος φόβῳ διωγμοῦ τόν αἱρετικόν ἐπίσκοπον προαπεκρίθη σοι, πλήν καί αὖθις˙ εἰ μή συλλειτουργεῖ αἱρετικῷ καί εἰ μή μεταδιδοῖ τοῖς τοιούτοις, δεκτέον τόν τοιοῦτον εἰς συνεστίασιν καί ψαλμῳδίαν καί εὐλογίαν βρωμάτων (καί τοῦτο κατ’ οἰκονομίαν), οὐ μέντοι εἰς θείαν μετάληψιν. δεῖ δέ ἐπερωτᾶν τῆς αἱρέσεως κρατούσης πάντως, ὁμολογίαν δέ δεχομένοις ἀρκεῖσθαι, οὐκ οἶδα εἰ μή προδήλως ψευδολόγος αὕτη˙ τό γάρ φαίειν σέ διδάσκεσθαι ἡμᾶς παρά τῶν πατέρων, μή ἐπερωτᾶν, περί καιροῦ, οὗ μή ἔστιν αἵρεσις μαινομένη καί περί τῶν μή προδήλως κατεγνωσμένων. τοιοῦτον δέ πρεσβύτερον σπάνιον εὑρεῖν νῦν μή μιγνύμενον καί συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς.
»Ἡ δευτέρα, περί φιλοχρίστου προσκαλουμένου εἰς τό εὐκτήριον αὐτοῦ ποιῆσαι παννυχίδα, καί εἰ δεῖ ἐν αὐτῷ λειτουργῆσαι, καί μεθ’ ὧν χρή. ὑπακουστέον καί ἰτέον καί συμψαλτέον δῆλον ὅτι, εἰ ὀρθόδοξος ὁ προσκαλούμενος καί οἱ ψαλμωδοί, φυλαττόμενοι ἀμφότεροι τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. καί μήν καί λειτουργητέον ἐν τῷ εὐκτηρίῳ, εἴ γε ὁμολογοίη ὁ κατέχων μηκέτι ὑπό αἱρετικοῦ αὐτό λειτουργεῖσθαι· προείρηται γάρ ἀναγκαῖον εἶναι τό ἐπερωτᾶν ἐν πᾶσι διά τήν λυττῶσαν αἵρεσιν.
»Ἡ τρίτη, εἰ λάβοι τις παρά τινος ἐκκλησίαν ὀρθόδοξος, ἔστι δέ συνήθεια τοῦ κατ’ἐνιαυτόν ἅπαξ ἤ δίς συνηθροῖσθαι ἐν αὐτῇ λαόν καί ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἀναφέρεσθαι τόν αἱρετικόν. τοῦ μέν ψάλλειν ἐκεῖσε κατά ἀνάγκην συγχωρητέον, λειτουργεῖν δε οὔ· εἰ δέ δυνατόν διακοπῆναι τήν συνήθειαν, καί λειτουργητέον.
»Ἡ τετάρτη, εἰ ἐκκλησία ἐστίν ἐφ΄ ᾖ ὁ λειτουργῶν ἀναφέρει τόν αἱρετικόν, ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος θυσιαστήριον καθηγιασμένον ἐν σινδόνι ἤ ἐν σανίσι, προσήκει αὐτό τεθεῖναι ἐν τῇ αὐτῇ ἐκκλησίᾳ, μή παρόντος τοῦ ἀναφέροντος καί ἐν αὐτῷ συλλειτουργῆσαι τόν ὀρθόδοξον. οὐ προσήκει, ἀλλ’ ἤ μᾶλλον κατά ἀνάγκην ἐν κοινῷ οἴκῳ, ἐκλελεγμένῳ τινί καθαρωτέρῳ τόπῳ.
»Ἡ πέμπτη, εἰ καθ’ ὁδόν τύχοι ὀρθόδοξον ὑπό τινος ἱερωμένου ἤ λαϊκοῦ προσκληθῆναι εἰς συνεστίασιν, εἴη δέ καιρός ψαλμῳδίας˙ πῶς ἔστι διαγενέσθαι; εἶπον, καί πάλιν λέγω˙ αἱρέσεως ἐπικρατούσης καί μή καταβληθείσης δι’ ὀρθοδόξου Συνόδου, ἀναγκαῖον τό διερωτᾶν ἐπί τε τῆς θείας μεταλήψεως καί κοινῆς ἑστιάσεως, καί οὐδείς καιρός πρός ταῦτα αἰδοῦς καί ἀωρίας. λαβεῖν μέν γάρ ἄρτον ἁπλῶς παρά τοῦ τυχόντος οὐκ ἀναγκαῖον εἰς ἐρώτησιν καί παρ’ αὐτῷ ἑστιαθῆναι, κατά μόνας τυχόν, καί κοιτασθῆναι, εἰ μή γε προεγνωσμένος ἐστίν ἐν αἱρέσει ἤ κακίᾳ˙ περί δέ τῶν λοιπῶν ἐξ ἀνάγκης ἐρωτητέον». (Ἐπιστολή 40. Ναυκρατίῳ τέκνῳ, Φατ. σελ. 115,78, ἐρωτήσεις πρώτη, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη). Ὁ ὅσιος λοιπόν σαφῶς διδάσκει ὅτι ὁ μνημονεύων πρέπει νά μνημονεύη ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο κατά τό φρόνημα καί ὄχι αἱρετικό, ὅπως ἐσύ τόν παρουσιάζεις.
Ἐπίσης εἰς αὐτό πού ἀναφέρεις «ἀρκεῖ ὁ μνημονεύων νά ὀρθοδοξῇ κατά πάντα» διάβασε τί λέγει ὁ ὅσιος: «Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί, ἀπολώλαμεν. διατί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. ἤ διατί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ἡ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν, ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές,οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ. εἰ δέ πνεῦμα ζήλου θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι, μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. καί μακάριος οὗτος, πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος. τεθέντος δέ θυσιαστηρίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐδέν τό κωλύον λειτουργεῖν ἐκεῖσε».(Φατ. 40,119,129 – P.G. 99,1056 D).
Ἐσύ λοιπόν ἀναφέρεις ὅτι ὁ ὅσιος διδάσκει τήν «ἄχρι καιροῦ μνημόνευσι» καί τό δικαιολογεῖς «ἀρκεῖ ὁ μνημονεύων νά ὀρθοδοξῇ κατά πάντα». Ὁ ὅσιος ὅμως εἰς τό σημεῖο αὐτό (καί μάλιστα πάλι γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι), ἀναφέρει ὅτι καί ὑγιές φρόνημα νά ἔχη κάποιος, εὑρίσκεται μέσα εἰς τήν αἵρεσι, διά τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου καί ὅ,τι ἐπιτελεῖ κατά ἀλήθεια εἶναι ἄκυρο: «ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές,οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ».
Εἰς τό ζήτημα ἐπίσης τοῦ ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης διδάσκει ἀπολύτως ὅτι αὐτός, τόν ὁποῖο μνημονεύομε πρέπει νά εἶναι Ὀρθόδοξος κατά τό φρόνημα, ἀσχέτως μέ τό ποιόν αὐτός μνημονεύει, ἄκουσε πάτερ, τί λέγει: «περί δέ τῶν ἄλλων πεύσεων· (εἰ ὁ ἐπίσκοπος οὐχ εὕρηται εἰς τήν μοιχοσύνοδον, καλοίη δέ αὐτήν ψευδοσύλλογον, μνημονεύει δέ τόν ἐν αὐτῇ εὑρεθέντα μητροπολίτην αὐτοῦ ἐκ τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ ἐπισκόπου ὀρθοδοξοῦντος, εἰ χρή κοινωνεῖν) ἀπεκρίθην καί δι' ἑτέρων τῶν πρός Εὐόδιον γραμμάτων, ὅτι ναί, οἰκονομίας χάριν· μόνον μή συλλειτουργοῦντος αὐτοῦ αἱρετικοῖς. εἰς οὐδέν γάρ ἐστι, μνημονευομένου τοῦ ἐπισκόπου ὀρθοδόξου ὄντος, κἄν ἐκείνου φόβῳ αἱρετικόν ἀναφέροντος τόν οἰκεῖον μητροπολίτην... Εἰ δέ αἱρετικόν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἄν μακαρίζῃ, κἄν ὀρθοδοξῇ, τῆς μέν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον, τῆς δέ κοινῆς τραπέζης, ἐπ' ἄν ἐκεῖ δέοι μνημονεύειν. Ὧδε δεκτέον τάχα καί εὐλογοῦντα αὐτόν καί συμψάλλοντα· ἐάνπερ μήτε αἱρετικῷ, ἤ τῷ οἰκείῳ ἐπισκόπῳ, εἴτε τινί ἄλλῳ συνιερουργῇ· ἤ ἐν γνώσει μεταδίδοι» (Φατ. 49, 143, 111) – P.G. 1088 D).
Ἀπό ὅλα αὐτά λοιπόν καταβαίνεις πάτερ, ὅτι ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ἀπαραιτήτως πρέπει νά μνημονεύωμε ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, εἰδ’ ἄλλως συμμετέχομε στήν αἵρεσι. Δέν τάσσεται δηλαδή οὔτε ὑπέρ τῆς «ἄχρι καιροῦ» θεωρίας, οὔτε φυσικά ὑπέρ τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, ὅπως ἐσύ θέλεις νά τόν παρουσιάσης.
Τώρα, ἄν ἐμεῖς δέν ἑρμηνεύωμε σωστά τόν ὅσιο, ἔχεις τήν δυνατότητα νά μᾶς τό ὑποδείξης, παρουσιάζοντας φυσικά, ὅπως ἐμεῖς, ἀνάλογα χωρία τά ὁποῖα νά κατοχυρώνουν τίς ἀπόψεις σου. Ἐπίσης, ἄν κάνωμε λάθος εἰς τό θέμα τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ὁσίου στόν Θεόδωρο Μοψουεστίας, πάλι θέλομε τήν βοήθειά σου νά μᾶς ὑποδείξης πῶς πρέπει νά ἑρμηνεύσωμε τό συγκεκριμένο χωρίο τοῦ ὁσίου. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ἑρμηνεία πού θά δώσωμε πρέπει ἀπαραιτήτως νά συμφωνῆ καί μέ τίς ἄλλες ἐπιστολές τοῦ ὁσίου, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θά παρουσιάσωμε τόν ὅσιο νά διαφωνῆ μέ τόν ἑαυτόν του καί νά λέγη, κατά τό δή λεγόμενο, ἄλλα ἀντί ἄλλων.
Δέν πρέπει ἐπίσης οὐδ’ ἐπί στιγμῇ νά σοῦ διαφεύγη, πάτερ, ὅτι ὅλα τά χωρία τά ὁποῖα σοῦ ἀνέφερα, ἀφοροῦν τήν μοιχειανική αἵρεσι, τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι οἱ αἱρετικοί Ἐπίσκοποι δέν εἶναι καταδικασμένοι ἀπό Σύνοδο, καί βεβαίως ὅτι ἡ μοιχειανική αἵρεσις μέ τήν σημερινή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχει τήν ἀντιστοιχία τοῦ κρυολογήματος μέ τόν καρκίνο.
Τό ὅτι τέλος οὔτε ὁ ἅγ. Κύριλλος ἀποδέχεται τήν «ἄχρι καιροῦ» μνημόνευσι καί τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ὅπως εἰς τό σημεῖο αὐτό ἀναφέρεις ἐν σχέσει μέ τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας φαίνεται καθαρά ἀπό τό ὅτι ὁ ὅσιος ἑρμηνεύοντας τήν στάσι αὐτή τοῦ ἁγ. Κυρίλλου, παραθέτει συγχρόνως καί θαυμάσια παραδείγματα, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ στάσις αὐτή τοῦ ἁγ. Κυρίλλου εἶχε ὡς σκοπό τήν ἐν συνεχείᾳ ἐπαναφορά τῶν ἀνατολικῶν Ἐπισκόπων εἰς τήν ἀκρίβεια τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως καί τότε ταυτίστηκε μαζί τους ὁ ἅγ. Κύριλλος: «ἔπειτα, ὅτε αὐτοῖς ἀνῆψεν ὁ τέλειος νοῦς, τότε αὐτοῖς συναφθέντος κατά πάντα τοῦ ἁγίου ἴσως». Προηγουμένως δηλαδή ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικῶς μαζί των κατ’ οἰκονομίαν, ἀναμένοντας ἐντός ὀλίγου χρόνου τήν διόρθωσί των. 
Μήπως τώρα τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν περίπτωσι τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου; Δηλαδή μήπως τόν μνημονεύετε ἀναμένοντας ἐντός ὀλίγου νά διορθωθῆ, νά ἀποκηρύξη τούς αἱρετικούς καί τίς συμφωνίες πού ἔχει κάνει, νά σταματήση τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτούς, νά τούς ἀναθεματίση κλπ.; Ἄν αὐτό περιμένετε ὅσοι τόν μνημονεύετε, τότε ἐσεῖς τό λιγότερο θά εἴστε ἀφελεῖς καί ἐκτός πραγματικότητος, ἐμεῖς δέ οἱ μή μνημονεύοντες θά ἔχωμε κατάφωρα ἀδικήσει τήν ἀγαθή προαίρεσι τῶν Οἰκουμενιστῶν καί βεβαίως θά ἔχωμε παρεξηγήσει καί ἐσᾶς, ἐπειδή σᾶς κατηγοροῦμε γιά ἐφησυχασμό καί συνεργεία στήν ἐξάπλωσι τῆς αἱρέσεως.