Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννα



π. Συμεών Κραγιόπουλου


Θες «αυτν κένωσεν»


Πολλά ακούμε αυτές τις ημέρες, πολλά λέγονται, πολλά ψάλλονται. Ένα είναι το γεγονός, ότι ο Θεός «εαυτόν εκένωσεν» και έγινε άνθρωπος, εάν θέλετε, για να κενώσει και ο άνθρωπος τον εαυτό του, για να γίνει θεός. Αφήνει τρόπον τινά ο Θεός τη θεότητά του, χωρίς να την αφήσει. Aλλά, ενώ είναι μόνο Θεός, αποφασίζει να γίνει και άνθρωπος, και αυτό είναι κένωση.
Αν θέλετε, παραιτείται να είναι μόνο αυτό που ήταν μέχρι τότε και γίνεται άνθρωπος και Θεός. Αλλά όμως και ως άνθρωπος ο Χριστός κενούται, διότι έρχεται στη γη να ενωθεί με τον άνθρωπο, να δώσει παράδειγμα στον άνθρωπο, να θυσιασθεί για τον άνθρωπο.
Αυτά όλα σημαίνουν κένωση ως προς τη θεία του φύση, αλλά και κένωση ως προς την ανθρωπίνη φύση. Διότι γεννάται ως άνθρωπος και Θεός, αλλά ως άνθρωπος ζει, ως άνθρωπος πάσχει, ως άνθρωπος προσφέρει εαυτόν θυσία. Θανατώνεται, για να φιλοτιμήσει τον άνθρωπο να σκεφθεί έτσι, και να μπει και ο άνθρωπος στην ίδια πορεία, στο ίδιο θέλημα του Θεού, στον ίδιο νου του Θεού. Όχι απλώς να καρπωθεί ο άνθρωπος τα οφέλη που απορρέουν από την πράξη αυτή του Θεού και από τη συγκατάβαση αυτή του Θεού. Αν ήταν έτσι, ο Χριστός μόνο ως Θεός θα έκανε ό,τι θα έκανε για τον άνθρωπο και δεν θα γινόταν ο ίδιος άνθρωπος. Γίνεται άνθρωπος, για να κάνει ως Θεάνθρωπος το σωτηριώδες έργο για τον άνθρωπο, αλλά και για να καταλάβει καλά ο άνθρωπος ότι ό,τι κάνει, το κάνει στην θέση αυτού, και για να μπει κι ο άνθρωπος στη θέση του Χριστού.

Και τότε και σήμερα λίγοι είναι εκείνοι...

Εκατοντάδες χρόνια πέρασαν από τότε που ο Χριστός –ο οποίος από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος αυτός είναι ο αυτουργός του σωτηριώδους αυτού έργου για τον άνθρωπο– εγεννήθη ως άνθρωπος και λίγο-πολύ όλοι οι άνθρωποι πήραν κάποια είδηση ότι έγινε αυτό, όπως και στις ημέρες μας. Τελικά όμως λίγοι είναι εκείνοι που θέλησαν να εννοήσουν καλά τι έκανε, γιατί το έκανε και οι οποίοι, όπως είπαμε, μπήκαν μαζί του στον δρόμο αυτό, μπήκαν μαζί του στην πορεία αυτή, μπήκαν στη ζωή του, σώθηκαν και αγίασαν. Και πολλοί άλλοι πήραν είδηση, όπως είπαμε, αλλά έμειναν απέξω μέχρι και σήμερα.
Πόσοι και πόσοι στις ημέρες του και τον είδαν και τον άκουσαν και τον πλησίασαν και έδειξαν ενδιαφέρον, αλλά τελικά όμως δεν είχαν πραγματική κοινωνία μαζί του, δεν είχαν πραγματική συνάντηση μαζί του. Τελικά δεν τον αποδέχθηκαν όπως έπρεπε και έμειναν απέξω. Πολλοί είδαν τον Χριστό μετά την Ανάστασή του, αλλά όχι όλοι. Πολλοί πίστευσαν στον Χριστό μετά την Ανάστασή του, αλλά όχι όλοι. Πολλοί τον ακολούθησαν, αλλά όχι όλοι.
Και στις ημέρες μας, τώρα που γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε αυτό το γεγονός της ενανθρωπήσεώς του, πόσοι και πόσοι δεν είναι αυτοί οι οποίοι κάπως παίρνουν μια είδηση; Τελικά όμως μένουν σκέτοι άνθρωποι, πάλι με τα βάσανά τους, πάλι με τη δυστυχία τους, πάλι με την ίδια νοοτροπία, πάλι με την ίδια σκέψη. Γιατί; Διότι παίρνουν επιπόλαια το όλο θέμα, το παίρνουν λαθεμένα, ακούν για τον Χριστό και απλώς ζητούν από τον Χριστό, απλώς ποθούν, απλώς θα ήθελαν να πετύχουν ορισμένα πράγματα.

Να θυμηθούμε τους δύο ληστάς

Να θυμηθούμε τώρα και τους δύο ληστάς. Ο ένας, ο μη καλός ληστής, δεν τον αγνοεί τον Χριστό· έκανε πως τον αναγνωρίζει, του κάνει μιά κάποια τιμή, αφού απευθύνεται σ' αυτόν, αλλά με όλη εκείνη την αμφιβολία: «Αν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και ελευθέρωσε και εμάς». Ενώ ο άλλος έχει εντελώς διαφορετική στάση· δεν ζηταει τίποτε.
Ο πιό καλός χριστιανός σήμερα –πάντοτε υπάρχουν εξαιρέσεις– αν ήταν εκεί, όπως ζήτησε ο μη καλός ληστής, περίπου έτσι θα ζητούσε. Βέβαια δεν θα είχε ίσως τέτοιο θράσος, αλλά περίπου έτσι. Τι θα ζητούσε; θα ζητούσε να πετύχει ό,τι μπορούσε. Να ελευθερωθεί από τον σταυρό, να ελευθερωθεί από τον πόνο, να ελευθερωθεί από το όλο πάθημα εκείνο. Ο πιο καλός χριστιανός έτσι περίπου θα έκαμνε.
Ο άλλος όμως ληστής το 'μαθε το μάθημα, καθώς βλέπει να κορυφώνεται αυτή η κένωση του Θεού, αλλά και του ανθρώπου Χριστού. Διότι μπορούσε να μην ανέβει στον Σταυρό, μπορούσε αλλιώς να οικονομήσει τα πράγματα. Θα μπορούσε ο Χριστός να μην ανέβει στον Σταυρό, αλλά βλέπετε θυσιάζει και την ανθρώπινη ζωή, και μάλιστα τη δική του αναμάρτητη ανθρώπινη ζωή. Θυσιάζει τον εαυτό του, τον αναμάρτητο εαυτό του, για να δώσει παράδειγμα. Εκτός των άλλων, να δώσει παράδειγμα στον άνθρωπο ότι πρέπει τόσο πολύ να κενωθεί από την ανθρωπότητά του, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, τόσο πολύ να αδειάσει, τόσο πολύ να θυσιασθεί, ώστε να δώσει και τη ζωή του.
Εάν ο άνθρωπος, αυτός που θέλει να πιστεύσει, που θέλει να γίνει του Χριστού, καθώς δίδεται στον Χριστό, καθώς θέλει να ακολουθήσει τον Χριστό, κάνει κάποιους λογαριασμούς, κάποιους υπολογισμούς, «αυτό το δίνουμε, αυτό δεν το δίνουμε, αυτό το κρατούμε, αυτό το σώζουμε, αυτό το χαιρόμαστε, το απολαμβάνουμε, το γευόμαστε», δεν γίνεται δεκτός. Αν θέλεις να ακολουθήσεις τον Χριστό, θα δώσεις όλο τον εαυτό σου. Όχι όλο τον εαυτό σου για να απολαύσει, να ευχαριστηθεί, να μη χάσει τίποτε. Θα δώσεις τον εαυτό σου σε θυσία· μάλιστα τον εαυτό σου που είναι αμαρτωλός.
Και αναμάρτητος να ήσουν, μετά την ενανθρώπηση του Χριστού, μετά τη Σταύρωση του Χριστού, όποιος κι αν είσαι, πρέπει να πεθάνεις με τον Χριστό έτσι ολοκληρωτικά, χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς υπολογισμούς και λογαριασμούς. Πολύ περισσότερο, που είσαι αμαρτωλός.
Ο ληστής ο καλός το κατάλαβε αυτό και καταλαμβάνεται από έναν φόβο ευλάβειας, από ένα δέος: πώς αξιώνεται μαζί με τον Θεό, τον Θεάνθρωπο, τον Χριστό, να πάσχει κι αυτός! «Ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει;».
Γι' αυτό δεν ζητάει ούτε να ελευθερωθεί ούτε να λυτρωθεί, αλλά λέει «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σον». Κι αυτό πάλι δεν το παίρνει ότι «τη δικαιούμαι τη βασιλεία». Οπωσδήποτε, δεν θα είχε ακούσει το κήρυγμα του Χριστού, που εμείς το ξέρουμε και το ακούμε: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν τον Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Αυτός δεν τα είχε ακούσει, αλλά εκείνη την ώρα έμαθε όλη τη θεολογία και όλο το Ευαγγέλιο και όλη την αποκάλυψη. Τα έμαθε όλα, ακριβώς επειδή, καθώς φωτίστηκε, καθώς είχε διάθεση μέσα του, μυήθηκε μέσα στο μυστήριο του Θεού. Δεν χρειαζόταν χρόνο να τα μάθει. Το έμαθε το μάθημα και ενεργεί όπως πρέπει να ενεργήσει, καθώς βλέπει τον Θεό που έγινε άνθρωπος να κενούται. Αλλά να κενούται και ως άνθρωπος. Θυσιάζει και την ανθρώπινη ζωή για την αγάπη του Θεού, για το θέλημα του Θεού, για τη σωτηρία των ανθρώπων. Κι αυτός το θεωρεί όχι απλώς τιμή, όχι απλώς ευλογία, αλλά και σαν να λέει από ευλάβεια και πιό πολύ από δέος: «Θεέ μου, Θεέ μου· εγώ πώς βρέθηκα εδώ μαζί σου;» Το θεωρεί πολύ μεγάλο το ότι βρέθηκε εκεί και μαζί με τον Χριστό κι αυτός κενούται, θυσιάζεται, πεθαίνει. και φυσικά όχι απλώς γίνεται καλός άνθρωπος, αλλά γίνεται θεός κατά χάριν, μπαίνει πρώτος στη βασιλεία του Θεού μαζί με τον Χριστό.

Μακάριοι όσοι... κενώσουμε τον εαυτό μας

Το νόημα των Χριστουγέννων μπορεί να το δει κανείς και από άλλες πλευρές, αλλά και από αυτή. Όμως χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς, όπως είπαμε, υπολογισμούς και λογαριασμούς. Δεν γίνεται έτσι. Άμα αρχίσεις να κάνεις υπολογισμούς και λογαριασμούς, τελείωσε· σκοτίζεται ο νους, αμβλύνεται η συνείδησή σου, κρυώνει η καρδιά σου, δεν καταλαβαίνεις μετά από κει και πέρα, όσο και αν στύψεις το μυαλό σου. Ανάμεσα σε σένα και στο Θεό υψώνεται τοίχος και δεν καταλαβαίνεις τίποτε. Αν όμως έχεις ειλικρινή διάθεση, θα καταλάβεις.
Μακάριοι όσοι, ας πούμε, από αυτή την πόρτα που είπαμε τώρα –υπάρχουν κι άλλες πόρτες– από αυτό το παράθυρο, από αυτό το άνοιγμα, από αυτόν τον δρόμο μυηθούμε στο μυστήριο του Θεού και σκύψουμε και προσκυνήσουμε τη συγκατάβαση του Θεού, προσκυνήσουμε την κένωσή του, τη θεία κένωση αλλά και την ανθρώπινη κένωση, και χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη κενώσουμε και εμείς τον εαυτό μας. Και αυτό στην πράξη σημαίνει ότι δεν έχεις τίποτε, δεν ζητάς τίποτε, δεν διεκδικείς τίποτε. Τα φέρνει όλα ο Θεός, αλλά ό,τι θα φέρει εκείνος, και εσύ ζητάς μόνο τη Βασιλεία του. Γι' αυτό η χριστιανική ζωή είναι αυταπάρνηση, είναι θυσία. Όχι θυσία απλώς· ας πούμε να κουραστείς για τον άλλο. Είναι θυσία σ' εκείνα τα οποία στοιχίζουν.
Πολλές φορές δεν είναι δύσκολο να κάνεις πράγματα που δεν στοιχίζουν. Να κάνεις όμως εκείνα που κοστίζουν, που σε κάνουν να κόβεις το θέλημά σου, που σε κάνουν να ζεις αυτή την κένωση την ανθρώπινη, για να συναντηθείς με τον κενωθέντα Θεό, με τον κενωθέντα Θεάνθρωπο Κύριο. Έτσι να μυηθείς στο μυστήριο της ενανθρωπήσεώς του, της ζωής του, στο μυστήριο του πάθους του και στο μυστήριο της σωτηρίας.

Ο άνθρωπος από τώρα νιώθει να σώζεται

Είθε ο Κύριος, που μας αξίωσε ακόμη μια φορά να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα, να γιορτάσουμε αυτή τη μεγάλη γιορτή, να μας φωτίσει, να ανοίξει την ψυχή μας. Φωτίζει ο Κύριος. Αλλά ποιους φωτίζει; Τους τυφλούς.
Αν σταθούμε ενώπιον του Θεού σαν τυφλοί, σαν αυτοί που δεν ξέρουμε, δεν καταλαβαίνουμε, δεν βλέπουμε, θα μάς φωτίσει. Το είπε ο ίδιος: αυτοί που λένε ότι βλέπουν, αυτοί μένουν τυφλοί και μένει η αμαρτία τους.
Απορούμε, ας πούμε, γιατί, ενώ κάνουμε έναν αγώνα, μιά προσπάθεια, τελικά η αμαρτία μένει μέσα μας. Γιατί; Διότι νομίζεις ότι βλέπεις. Ενώ, σ' εκείνους που αισθάνονται ότι είναι τυφλοί, δίνει το φως και βλέπουν. Είθε λοιπόν να μας φωτίσει, καθώς έτσι θα καταφύγουμε σ' αυτόν, να μας ενδυναμώσει και να μας μυήσει στο μυστήριο της ενανθρωπήσεώς του και στο μυστήριο της σωτηρίας. Όχι στο μυστήριο της σωτηρίας που θα γίνει κάποτε. Ο άνθρωπος από τώρα σώζεται. Νιώθει ότι συναντήθηκε με τον Θεό, βρήκε τον Θεό, τον βρήκε ο Θεός και νιώθει ότι μπήκε μέσα του η σωτηρία· νιώθει να σώζεται. Όχι απλώς ελπίζει –έτσι βέβαια αρχίζει κανείς– αλλά νιώθει τη σωτηρία. Και φυσικά σ' εκείνον που σώζεται, σ' εκείνον που νιώθει τη σωτηρία, όντως μέσα του περνάει ο Σωτήρας Χριστός, και δεν είναι όπως ήταν πρώτα και δεν είναι όπως οι άλλοι. Έχει κάτι αυτός, που δεν το έχουν οι άλλοι.
Τι είδους σωτηρία είναι και τι είδους σχέση με τον Θεό είναι και τι είδους κοινωνία και επικοινωνία με τον Θεό είναι, όταν ως προς όλα τ' άλλα πράγματα κάνεις ό,τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι; Όπως και να το κάνουμε ο άνθρωπος του Θεού, ο άνθρωπος που βρήκε τον Χριστό, ο άνθρωπος που δέχθηκε μέσα του τον Σωτήρα Χριστό και σώζεται και έχει αυτή τη σωτηρία και έχει αυτή την καινούργια ζωή, ζει μια άλλη ζωή, μια άλλη πραγματικότητα, που αυτή η πραγματικότητα δεν πουλιέται πουθενά, δεν αγοράζεται με τίποτε. Τη δίνει ο Θεός. Αλλά ποιος παίρνει; Το θέμα είναι ποιος παίρνει.
Ας ευχηθούμε και εμείς να τύχουμε αυτής της σωτηρίας. Όχι απλώς κάποτε. «Ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ». Να ζήσουμε σωζόμενοι όλο και περισσότερο και να φύγουμε σεσωσμένοι από αυτόν τον κόσμο και μαζί μ' εμάς κι άλλοι και να κληρονομήσουμε την αιώνια Βασιλεία.

26-12-1987

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr