Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ Η΄










Η΄ Μέρος


Θά ἔλθω ἐν συνεχείᾳ εἰς τό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς μελέτης σας τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Πατέρες 4ου καί 5ου αἰῶνος».

     Ἡ γενική εἰκόνα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι, ἐπειδή πρόκειται γιά ἱστορικά γεγονότα, τά ὁποῖα μᾶς διασώ- ζουν οἱ ἅγιοι πατέρες καί οἱ ἱστορικοί συγγραφεῖς, προσπα- θεῖτε, πατέρες, νά ἑρμηνεύσετε τά γεγονότα αὐτά σύμφωνα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, βοηθούμενοι ἀπό τήν ἀσάφεια, τίς γενικότητες τῆς περιγραφῆς καί ὁπωσδήποτε τό πέρασμα πολλῶν αἰώνων καί, ἔτσι, φαίνεται ὅτι κινεῖσθε πιό ἄνετα, ὅταν πρόκειται γιά ἱστορικά γεγονότα, παρά ὅταν πρόκειται γιά συγκεκριμένη διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς ἤ τῶν ἁγ. Πατέρων.
 Ὅταν δέ ἕνα ἱστορικό γεγονός δέν ταιριάζει μέ τίποτε στήν δυνητική ἑρμηνεία, ἐκεῖ ἐπιστρατεύετε τόν ὀρθολογισμό τήν ἐξίσωσι τῶν θεμάτων τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα θέματα, ἤ τό ἀπομονώνετε ὡς κάτι μεμονωμένο, τό ὁποῖο δέν ἐκφράζει τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί βεβαίως πολλά τέτοια ἱστορικά γεγονότα τά προσπερνᾶτε ἀσχολίαστα, ἀναφέροντας ὅτι ἡ ἀπάντησις ἔχει δοθῆ ἀπό τά προηγούμενα. 
       Διά τόν λόγο αὐτό, πατέρες, κρίνοντας τήν μελέτη σας, μοῦ δίδετε τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀναφέρεσθε σέ ὅσα νομίζετε ὅτι δίδετε ἱκανοποιητική ἀπάντησι, σέ ὅσα γεγονότα νομίζετε ὅτι δύνασθε νά ἐλιγχθῆτε καταλλήλως καί σέ ὅσα τά προσαρμόζετε σέ διάφορες θεωρίες, τίς ὁποῖες κατασκευάσατε μόνοι σας, ὅπως αὐτή τῆς ἐξισώσεως τῶν θεμάτων τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου. Ἐγώ ἀπεναντίας στόν σχολιασμό τῆς μελέτης σας, ἄν σέ κάτι δέν ἀπαντῶ, εἶναι γιατί κρίνω ὅτι δέν ἔχω ἀντίρρησι στό συγκεκριμένο σημεῖο τῆς μελέτης σας ἤ, τίς περισσότερες φορές, διότι θεωρῶ ὅτι, ναί μέν δέν συμφωνῶ, ἀλλά πρόκειται γιά δευτερεῦον θέμα καί, ὡς ἐκ τούτου, ἄν ἀπαντοῦσα γιά ὅλα αὐτά θά ἐμάκρυνε πολύ ὁ λόγος μου καί ὁπωσδήποτε θά ξεφεύγαμε ἀπό τά πρωτεύοντα. Δι’ αὐτό καί σᾶς ἐπισημαίνω τίς ἐλλείψεις αὐτές τῆς κριτικῆς μελέτης σας καί σᾶς παρακαλῶ, ἄν κι ἐσεῖς, στήν ἀπάντησί μου αὐτή, διαπιστώσετε ὅτι παραλείπω νά ἀπαντήσω σέ κάτι οὐσιῶδες καί πρωτεῦον, νά μοῦ τό ὑποδείξετε διά νά δευτερολογήσω μόνον ἐπί τῶν θεμάτων αὐτῶν.
       Σχολιάζοντας, λοιπόν, τό κεφάλαιο αὐτό τῆς μελέτης σας ἀναφέρω τά ἑξῆς: Σχετικά μέ τίς περιγραφές τῶν διωγμῶν τῶν Ὀρθοδόξων καί τίς ἀποτειχίσεις των ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες, τά ὁποῖα περιγράφει ὁ Μ. Βασίλειος γράφετε τά ἑξῆς: «Ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, καθοδηγούμενος ἀπό τόν Ἅγιο, εἶχε διακόψει κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους καί τούς ὁμόφρονάς των καί προτιμοῦσε νά προσεύχεται στήν ἔρημο, ἐγκαταλείποντας τούς ναούς, τούς ὁποίους εἶχαν καταλάβει οἱ Ἀρειανοί».
Ἐδῶ πατέρες, κάνετε σημαντικά λάθη καί δείχνετε ὅτι μέσα σας ὑπάρχει σύγχυσις τῶν γεγονότων πού περιγράφει ὁ ἅγιος, ἐνῶ ἔχετε ξεκαθαρίσει τήν ὁδό τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, τήν ὁποία θέλετε νά ἀκολουθήσετε. Διότι ὁ ἅγιος δέν περιγράφει τήν κατάστασι τῆς μητροπόλεώς του, ἀλλά τήν κατάστασι πού ἐπικρατοῦσε σέ ὅλη τήν ἀνατολική αὐτοκρατορία. Πῶς λοιπόν συμπεραίνετε ὅτι ὁ πιστός λαός ἐκαθοδηγεῖτο ἀπό τόν ἅγιο; Μήπως τούς καθοδηγοῦσε ἐκ τοῦ μακρόθεν μέ τά σημερινά μέσα ἐπικοινωνίας, ἤ μήπως ὁ ἅγιος εἶχε τήν αἴγλη καί τήν δόξα πού τοῦ ἔχουμε ἀποδώσει σήμερα, ἤ ἔστω πού τοῦ ἀποδόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὅταν –μετά τόν θάνατό του φυσικά–, ἐκτιμήθηκε δεόντως τό ἔργο του καί οἱ ἀγῶνες του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας; Καί ἄν ὁ ἅγιος καθοδηγοῦσε τούς Ὀρθοδόξους ἐκ τοῦ μακρόθεν, διατί τέλος πάντων ἐζήτησαν οἱ κάτοικοι τῆς Κων/πόλεως νά σταλῆ ἐκεῖ, πρός ἐνίσχυσι καί καθοδήγησί των, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος εὑρῆκε, ὅπως περιγράφει, τό ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀποδεκατισμένο καί ἀνεπίσκοπο;
          Τό ὅτι ὁ ἅγ. Βασίλειος δέν εἶχε τήν θέσι καί τήν ἰσχύ, πού ἐκ τῶν ὑστέρων τοῦ ἀπεδόθη, φαίνεται ἀνάγλυφα καί ἀπό τό ὅτι κατηγορήθη διά πράξεις του, ὄχι ἀπό τούς ἐχθρούς του, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς τούς αὐστηρούς Ὀρθοδόξους καί, μάλιστα, σέ σημεῖο πού νά σκανδαλισθοῦν καί προβληματισθοῦν καί οἱ μοναχοί τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας του. Δι’ αὐτό ἀναγκάσθηκε νά ἀπολογηθῆ τρόπον τινά πρός τούς μοναχούς του μέ ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Τοῖς ὑφ’ ἑαυτόν ἀσκηταῖς» (ΕΠΕ 3,98).
Κατηγορήθηκε ἐπίσης ἀπό τούς συγχρόνους του αὐστηρούς Ὀρθοδόξους, διότι γιά κάποιο χρονικό διάστημα –κατ’ οἰκονομίαν– δέν ἐκήρυττε δημοσίως τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Κατηγορήθηκε ἀκόμη καί γιατί δέν διέκοπτε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Εὐστάθιο Σεβαστείας, ὁ ὁποῖος εἶχε προσχωρήσει στόν Ἀρειανισμό κλπ. Δι’ ὅλους αὐτούς τούς λόγους καί, βεβαίως, διά τίς τεράστιες μὲ τὰ μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀποστάσεις τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ ἅγιος ἦτο ἀδύνατον νά καθοδηγῆ τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, ὥστε αὐτός νά διακόψη τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους. Ἄρα λοιπόν, αὐτό ἀποτελεῖ μία πρόχειρη ἑρμηνεία καί μία πρόφασι γιά νά δικαιολογήσετε τήν  ἀποτείχισι τῶν Ὀρθοδόξων, μέ βάσι πάντοτε τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
     Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Σχετικά μέ τήν διαγωγή αὐτή τοῦ Ἁγίου καί τοῦ ποιμνίου του ἔχουμε νά παρατηρήσουμε τά ἑξῆς: Τό ποίμνιο δέν ἐνεργεῖ αὐθαίρετα, ἀπό μόνο του, βασιζόμενο στήν δική του κρίση, ἀλλά ἔχει ἀσφαλῆ καί ἀπλανῆ ὁδηγό του τόν μεγάλο φωστήρα τῆς Καισαρείας καί ἄλλες ὁσιακές μορφές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης».
Ἐδῶ πάλι, πατέρες, παρουσιάζετε ὡς ποίμνιο τοῦ ἁγίου τούς ἀποτειχισμένους Ὀρθοδόξους ὅλης τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπί πλέον δέ, θέλετε νά παρουσιάζετε τούς Ὀρθοδόξους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὡς ἕνα ποίμνιο ἄβουλο, ἄγευστο τελείως στά θέματα τῆς πίστεως, ἀκατάρτιστο παντελῶς, σέ σημεῖο πού νά ἄγεται καί νά φέρεται ἀπό κάποιον ἐκκλησιαστικό ἡγέτη καί νά τόν ἀκολουθῆ τυφλά, δηλαδή ἕνα ποίμνιο, κατά τό δή λεγόμενο, κομμένο καί ραμμένο στά μέτρα τῶν σημερινῶν Χριστιανῶν.
Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ἄβουλο ποίμνιο, ἀλλὰ γιὰ ἕνα ποίμνιο ζωντανό, τό ὁποῖο ἐνδιαφέρεται γιά τά θέματα τῆς πίστεως καί κυρίως εἶναι ἕτοιμο νά πάθη γιά τήν πίστι του καί νά ὑποστῆ τίς μαρτυρικές συνέπειες τῆς ὁμολογίας του. Ἄρα τό ποίμνιο αὐτό ἐγνώριζε ποιούς νά ἀκολουθήση, μέ ποιούς νά συνταχθῆ καί ἀπό ποιούς νά ἀπομακρυνθῆ. Ἄν τό ποίμνιο, λοιπόν, αὐτό ἦτο ὅπως οἱ ὑπόλοιποι πιστοὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπέκυψαν καί συμβιβάστηκαν μέ τήν αἵρεσι, ἀκολούθησαν τούς αἱρετικούς ποιμένες, ἀναμένοντας ἴσως τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἤ ἐσκέφθησαν νά μήν ἀποτειχισθοῦν γιά νά μήν κάνουν σχίσμα ἤ νά μήν προαρπάσουν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου κλπ., ὅπως σκέπτεσθε ἐσεῖς σήμερα, θά ἐπιτυγχάνετο ἄρα ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Θά ἠδύναντο μόνοι των, οἱ μεγάλοι αὐτοί Πατέρες, νά ἐπαναφέρουν εἰς τόν ὀρθόδοξο δρόμο τίς ἐκτροχιασμένες τοπικές Ἐκκλησίες καί, κυρίως, θά ἔφθαναν εἰς τό σημεῖο νά συγκροτήσουν τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της ἐπεκύρωσε τήν Α΄ Οἰκουμενική καί ἔδωσε, τρόπο τινά, τήν νίκη εἰς τήν Ὀρθοδοξία;
Τό ποίμνιο, λοιπόν, αὐτό ἐγνώριζε τήν πίστι του καί μέ ποιούς ἔπρεπε νά συνταχθῆ· τόν ρόλο του ἐν καιρῷ αἱρέσεως· τόν μαρτυρικό δρόμο τόν ὁποῖο ἔπρεπε νά ἀκολουθήση. Καὶ ὁ δρόμος αὐτὸς δέν ἦτο, ὅπως τόν θέλουν οἱ Οἰκουμενιστές σήμερα, τό νά μήν ἀσχολῆται δηλαδή ὁ πιστὸς μέ τά θέματα τῆς πίστεως, ἀλλά νά θεωρῆ ὅτι, ἁρμόδιοι δι’ αὐτά, εἶναι μόνον οἱ ποιμένες, τὸ νά κάνη τυφλή ὑπακοή στούς Ἐπισκόπους, νά ἀσχολῆται μόνο μέ τά πνευματικά του καθήκοντα καί γιά τά ἄλλα δὲ (ὡς νά μήν εἶναι καί ἐκεῖνα πνευματικά) νά κάνη ἁπλῶς προσευχή, νά τά λύση μαγικά ὁ Θεός κλπ. ἤ, ὅπως τό θέλετε ἐσεῖς πατέρες, νά ἀκολουθῆ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ θεωρία τοῦ βολέματος.
Τήν ἀποκαλῶ ἔτσι, διότι ἀποκλείει τήν ἀποτείχισι καί ὁδηγεῖ στήν συμπόρευσι μέ τούς αἱρετικούς ποιμένες, καί στήν ἀναγνώρισι αὐτῶν μέχρις ἀποφάσεως της Συνόδου, ἤ εἰς τό νά θεωρῆ ὅτι τό ποίμνιο κάνει σχίσμα διά τῆς ἀποτειχίσεως, ἤ ὅτι ἐξέρχεται τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία δυστυχῶς ἔχετε ταυτίσει μέ τούς Οἰκουμενιστές ποιμένες, ἤ ὅτι διά τῆς ἀποτειχίσεως προαρπάζει τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, δέν σέβεται τόν συνοδικό θεσμό κλπ.
Ἀλλὰ ἡ φράσις σας «τό ποίμνιο δέν ἐνεργεῖ αὐθαίρετα, ἀπό μόνο του, βασιζόμενο στήν δική του κρίση» ἔχει καὶ ἄλλη ἀνάγνωσι, ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ σωστότερη γιά τότε καί γιά σήμερα. Δὲν «ἐνεργεῖ αὐθαίρετα, ἀπό μόνο του», ὅταν στηρίζεται στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στήν Ἱερά Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν αὐτήν τήν Παράδοσι τήν ἔχει βιώσει, τὴν ἔχει κάνει κτῆμα του. Στὴν ἴδια Παράδοσι τὴν ὁποία ἀκολουθοῦσε καὶ ὁ Μ. Βασίλειος.
        Ἀπό ὅλα αὐτά, πατέρες, νομίζω γίνεται κατανοητό, ὅτι τό ποίμνιο τό ὀρθόδοξο, πού ἀποτειχίσθηκε ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες, βασίσθηκε στήν ἰδική του κρίσι καί στήν ὀρθόδοξο διαπαιδαγώγησί του, διότι ἄν, ὅπως ἀναφέρετε, δέν εἶχε δική του κρίσι, θά ἦτο καί ἀνεύθυνο καί, κυρίως, θά ἦσαν ἀνεύθυνοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν τούς αἱρετικούς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, μετά τήν ἀποκατάστασι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δέν ἐτιμωρήθησαν καί ἄρα, αὐτό γιά σᾶς, εἶναι σημεῖο ἀποδεικτικό ὅτι δέν ἔσφαλαν  ὅσοι ἀκολουθοῦσαν τήν ἐποχή ἐκείνη τούς αἱρετικούς ποιμένες.
   Θά ἤθελα ὅμως, στό σημεῖο αὐτό νά ἐπιμείνω, σχολιάζοντας τήν λογική μέ τήν ὁποία κάνετε τήν κριτική σας μελέτη. Τό ποίμνιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀναφέρετε ὅτι ἀκολουθοῦσε καί εἶχε «ἀσφαλῆ καί ἀπλανῆ ὁδηγό τόν μεγάλο φωστῆρα τῆς Καισαρείας καί ἄλλες ὁσιακές μορφές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης». Αὐτές τίς ὁσιακές μορφές δέν τίς ἔχουμε καί ἐμεῖς σήμερα, ὡς ἀπλανεῖς καί ἀσφαλεῖς ὁδηγούς, ἐφ’ ὅσον ἡ διδασκαλία των εἶναι διαχρονική; Τί μᾶς ἐμποδίζει, δηλαδή, κι ἐμᾶς σήμερα νά ἀκολουθήσωμε, ὅπως τό ποίμνιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τίς ὁσιακές αὐτές μορφές στήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, τήν ὁποία ἐχαρακτηρίσατε εὐστόχως ὡς παναίρεσι; Διότι, ἐάν ἡ καθοδήγησι τῶν ὁσιακῶν μορφῶν ἦταν μόνο γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, τότε ματαίως τούς μελετοῦμε, ματαίως τούς θεωροῦμε φωστῆρες, οἱ ὁποῖοι «τήν οἰκουμένην πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι κατέρδευσαν», ματαίως ἀσχολούμεθα μέ τήν διδασκαλία των. Διότι  ἡ διδασκαλία ὅλων αὐτῶν τῶν ὁσιακῶν μορφῶν εἶναι, κοντολογίς, μακρυά ἀπό κάθε αἱρετική διδασκαλία καί ἀπό κάθε αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Ἄν ἐσεῖς πατέρες, εὑρῆτε μέσα στήν διδασκαλία  αὐτῶν τῶν Ἁγίων, ἔστω καί ἕνα χωρίο, τό ὁποῖο νά λέγη τά ἀντίθετα, ὅπως π.χ. παραμονή καί ἀναγνώρισι, μνημόνευσι καί πλήρη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ποιμένες μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δηλαδή δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἄν λέγω, εὑρῆτε ἔστω καί ἕνα χωρίο τῶν Ἁγίων αὐτῶν, τό ὁποῖο νά συμφωνῆ μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, τότε ἐγώ προσωπικά εἶμαι ἕτοιμος νά ἀναιρέσω ὅσα σᾶς καταμαρτυρῶ, ὅσα ἔγραψα στό βιβλίο μέ τό ὁποῖο ἀσχοληθήκατε στήν κριτική σας μελέτη καί, κυρίως, εἶμαι ἕτοιμος νά ἀκολουθήσω τήν ὁδό τοῦ βολέματος, δηλαδή τήν δυνητική αὐτή ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ εὔκολη λύσις.
Δυστυχῶς, ὅμως, δέν ἀναφέρετε τίποτε σχετικό μέ τό θέμα αὐτό, τό ὁποῖο νά ἐδίδαξαν οἱ ὁσιακές αὐτές μορφές. Ἄρα λοιπόν, ὑπολαμβάνω ὅτι θά τίς θεωρῆτε, τίς ὁσιακές αὐτές μορφές, ὡς ἀπλανεῖς ὁδηγούς μόνο γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, ἐνῶ σήμερα ἔχουμε ἄλλους ἀπλανεῖς ὁδηγούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί ἀκόμη παρά πέρα. Ἐννοῶ δηλαδή ὅτι  τελικά, πατέρες, ἀκολουθεῖτε κι ἐσεῖς στήν πράξι τήν μετα-πατερική θεολογία, τήν ὁποία καί προσφάτως καταδικάσατε θεωρητικά σέ ἡμερίδα τῆς Μητροπόλεώς σας, ἡ ὁποία ἔχει ὡς δόγμα της ὅτι, τά ὅσα ἐδίδαξαν οἱ Πατέρες ἐν καιρῷ αἱρέσεων παλαιότερα, δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν στίς ἡμέρες μας.
     Ἐν συνεχείᾳ γράφετε τά ἑξῆς: «Ἀλλά καί ὁ Μέγας Βασίλειος δέν ἐνεργεῖ καί αὐτός αὐθαίρετα. Ἔχει καί αὐτός ὡς ἀσφαλῆ καί ἀπλανῆ ὁδηγό του τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικης Συνόδου, ἡ ὁποία κατεδίκασε ὄχι μόνο τήν αἵρεση, ἀλλά καί τόν Ἄρειο καί τούς ὁμόφρονάς του».
Εἰλικρινά πατέρες δέν δύναμαι νά κατανοήσω τό πνεῦμα σας καί τήν διδασκαλία σας. Μήπως ἐννοεῖτε, μέ αὐτά πού γράφετε, ὅτι ὁ ἅγιος καί Μέγας Βασίλειος δέν εἶχε τό χάρισμα τῆς πίστεως, τό χάρισμα τῆς ὁμολογίας καί τῆς διακρίσεως, τό χάρισμα τῆς γνώσεως καί τῆς ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν, δηλαδή δέν εἶχε ὁ ἅγιος ὅλα αὐτά τά χαρίσματα καί κυρίως τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἔτσι ἄβουλα ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου;
Ἐγώ πατέρες, πιστεύω ὅτι οἱ Ἅγιοι δέν στηρίζονται στίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου, ἀλλά στηρίζουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἐφ΄ ὅσον εἶναι ὀρθόδοξες, ὅπως ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, πολεμοῦν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ὅταν αὐτές εἶναι αἱρετικές. Αὐτό σημαίνει ὅτι, καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου νά μήν ὑπῆρχαν, πάλι ὁ ἅγιος τήν ἴδια στάσι θά τηροῦσε ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. Τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τίς ἀκολουθοῦσε καί τίς ἀπεδέχετο, ἐπειδή ἦσαν ὀρθόδοξες, δέν τίς ἀκολουθοῦσε, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό, δηλαδή ὡσάν αὐτός νά ἔχη ἄγνοια καί ἀκολουθῆ τόν ἀπλανῆ ὁδηγό. Στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων στηρίζονται, ὅσοι εἶναι ἄγευστοι ὡς πρός τά θέματα τῆς πίστεως, ὅσοι ἔχουν ἄγνοια τῶν Γραφῶν καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων καί, βεβαίως, ὅσοι ἀκολουθοῦν τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ βολέματος. Ἄν τώρα θέλετε νά παρουσιάσετε ὅτι ἦταν τέτοιος ὁ ἅγιος Βασίλειος, ἐγώ θά σᾶς ἀποδείξω μέ τίς λίγες  γνώσεις μου, ὅτι τά πράγματα δέν εἶναι ἔτσι, ἀλλά ἐντελῶς ἀντίθετα.
Μέ τήν ἔννοια αὐτή κι ἐσεῖς πατέρες, ἀλλά καί τόσοι ἄλλοι ἐχαρακτηρίσατε αὐτήν τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, ὡς παναίρεσι καί δέν ἀναμένετε τήν ἀπόφασι κάποιας Συνόδου νά τό διακηρύξη γιά νά τό πιστεύσετε. Ἄν τώρα κάποια Σύνοδος τό διακηρύξη θά στηρίξετε αὐτήν τήν ἀπόφασί της, ἐνῶ ἄν κάποια Σύνοδος διακηρύξη ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι πρόοδος, ἔξοδος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό περιθώριο καί τήν ἐσωστρέφεια, ἀγάπη πρός πάντας κλπ., πιστεύω μιὰ τέτοια συνοδική ἀπόφασι, θά τήν πολεμήσετε, διότι ἔχετε γνώσι περί τῆς αἱρέσεως καί δέν ἀναμένετε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό γιά νά μή θεωρηθῆ, ὅπως γράφετε γιά τόν ἅγιο, ὅτι βαδίζετε αὐθαίρετα.
Ἀπό ποῦ, λοιπόν, θά διαπιστώσωμε ὅτι ὁ ἅγιος Βασίλειος δέν ἐστηρίζετο ὡς σέ ἀπλανῆ ὁδηγό στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἀλλά ἐγνώριζε τήν ὀρθόδοξο πίστι καί δέν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς, ποὺ δὲν εἶχε καταδικάσει ἀκόμα Σύνοδος; Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε, ὄχι βεβαίως ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, τήν ὁποία εἶχε ἤδη τότε καταδικάσει ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀλλά ἀπό τήν αἵρεσι τῶν Πνευματομάχων, ἡ ὁποία καταδικάσθηκε μετά τόν θάνατό του, κατά τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
Ὁ Μ. Βασίλειος, ὅπως εἶναι γνωστό δέν ἐπολέμησε μόνο τόν Ἀρειανισμό, ὁ ὁποῖος μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἀναζωπυρώθηκε σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά γίνη ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους γιά ἀρκετό χρονικό διάστημα, ἀλλά ἐπολέμησε καί τήν αἵρεσι ἡ ὁποία, κατ’ ἀναλογίαν μέ τούς Ἀρειανούς, ἐδίδασκε ὅτι τό Ἅγ. Πνεῦμα δέν εἶναι Θεός, ἀλλά κτίσμα, ὅπως δηλαδή οἱ Ἀρειανοί ἐδίδασκαν γιά τόν Χριστό.
     Ὁ Μ. Βασίλειος μέ τήν διδασκαλία του καθώρισε τήν ὀρθόδοξο πίστι, σχετικά μέ τό Ἅγ. Πνεῦμα, σέ τόσο τέλειο καί ἀπόλυτο βαθμό, ὥστε νά γίνη ἡ διδασκαλία του τό πρότυπο καί ὁ ὁδηγός τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία τελικά ἀποφάσισε ὅ,τι ὁ Ἅγιος ἐδίδασκε. Θά παραθέσωμε  κάποια δείγματα τῆς διδασκαλίας του γιά νά διακρίνωμε τήν χάρι πού εἶχε ὁ ἅγιος εἰς τά θέματα τῆς πίστεως.
    Κατ’ ἀρχάς σέ ἐπιστολή του, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Πρός τήν Ἀντιοχέων Ἐκκλησίαν», ἀκροτελεύτια ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐπειδὴ δὲ ἀδιόριστός ἐστιν ὁ περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λόγος, οὔπω τότε τῶν πνευματομάχων ἀναφανέντων, τὸ χρῆναι ἀναθεματίζεσθαι τοὺς λέγοντας τῆς κτιστῆς εἶναι καὶ δουλικῆς φύσεως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐσίγησαν. Οὐδὲν γὰρ ὅλως τῆς θείας καὶ μακαρίας Τριάδος κτιστόν» (ΕΠΕ 1,340).
 Ὁ ἅγιος, προηγουμένως, εἶχε ἀναφέρει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπως τό εἶχε διατυπώσει ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἐδῶ, ἀναφέρει ὅτι, ἡ διδασκαλία τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς περί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, εἶναι γενική καί ἀόριστος, διότι τότε δέν εἶχε παρουσιασθῆ ἡ αἵρεσις τῶν Πνευματομάχων.  Πρέπει λοιπόν, τώρα πού ἐμφανίσθηκε ἡ αἵρεσις, νά ἀναθεματίζωνται ὅσοι διδάσκουν ὅτι τό Ἅγ. Πνεῦμα εἶναι κτιστῆς φύσεως, διότι δέν ὑπάρχει τίποτε κτιστόν εἰς τήν Ἁγ. Τριάδα. Δηλαδή ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει τόν ἀναθεματισμό τῶν Πνευματομάχων, χωρίς νά ὑπάρχη ἀπόφασις Συνόδου, ἔστω καί κάποιας τοπικῆς, ἡ ὁποία, ἄν ὑπῆρχε, θά τήν ἀνέφερε ὁ ἅγιος ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό καί φυσικά τά πρακτικά τῶν Συνόδων.
     Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ἐπίσης, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Διακόνοις θυγατράσι Τερεντίου Κόμητος» ὁ ἅγιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα πεπιστεύκατε· μὴ προδῶτε ταύτην τὴν παρακαταθήκην. Πατέρα τὴν πάντων ἀρχήν· Υἱὸν Μονογενῆ, ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντα, ἀληθινὸν Θεόν, τέλειον ἐκ τελείου, εἰκόνα ζῶσαν, ὅλον δεικνύντα ἐν ἑαυτῷ τὸν Πατέρα· Πνεῦμα Ἅγιον, ἐκ Θεοῦ ὑπάρχον, τὴν πηγὴν τῆς ἁγιότητος, δύναμιν ζωῆς παρεκτικήν, χάριν τελειοποιόν, δι' οὗ υἱοθετεῖται ἄνθρωπος καὶ ἀπαθανατίζεται τὸ θνητόν, συνημμένον Πατρὶ καὶ Υἱῷ κατὰ πάντα, ἐν δόξῃ καὶ ἐν ἀϊδιότητι, ἐν δυνάμει καὶ βασιλείᾳ, ἐν δεσποτείᾳ καὶ θεότητι, ὡς καὶ ἡ τοῦ σωτηρίου βαπτίσματος παράδοσις μαρτυρεῖ. Οἱ δὲ κτίσμα λέγοντες ἢ τὸν Υἱὸν ἢ τὸ Πνεῦμα ἢ ὅλως αὐτὸ εἰς τὴν λειτουργικὴν καὶ δουλικὴν κατάγοντες τάξιν μακράν εἰσι τῆς ἀληθείας, ὧν φεύγειν προσήκει τὰς κοινωνίας καὶ ἐκτρέπεσθαι τοὺς λόγους ὡς δηλητήρια ὄντα ψυχῶν» (ΕΠΕ 2,372).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος κάνει σαφῆ καί συνοπτική διδασκαλία περί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί, ἐν τέλει, διδάσκει στίς διακόνισσες αὐτές νά φεύγουν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, ὅσων διδάσκουν εἴτε γιά τόν Υἱό, εἴτε γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα ὅτι εἶναι κτίσμα. Κανονικά, σύμφωνα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἔπρεπε πρῶτα νά καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις καί μετά νά γίνη ἡ ἀποτείχισις. Ὁ ἅγιος, ὅμως, εἴπαμε ὅτι δέν στηρίζεται στίς ἀποφάσεις Συνόδων, προκειμένου γιά θέματα πίστεως, ἀλλά διδάσκει τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό, ἐφ’ ὅσον διαπιστωθοῦν τά αἱρετικά του φρονήματα, διότι ἡ πίστις εἶναι «ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις» (Ἰούδα 3) καί ὀφείλουν οἱ Χριστιανοί, καί δή οἱ κληρικοί, νά τήν γνωρίζουν, ὥστε νά προστατεύωνται ἀπό τούς αἱρετικούς.
      Στήν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος πρός τούς μοναχούς του ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἴ τις τὸν αὐτὸν Πατέρα λέγει καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ἓν πρᾶγμα πολυώνυμον ὑποτιθέμενος καὶ μίαν ὑπόστασιν ὑπὸ τριῶν προσηγοριῶν ἐκφωνουμένην, τὸν τοιοῦτον ἡμεῖς ἐν τῇ μερίδι τῶν Ἰουδαίων τάσσομεν. Ὁμοίως καὶ εἴ τις ἀνόμοιον λέγει κατὰ τὴν οὐσίαν τὸν Υἱὸν τῷ Πατρὶ ἢ εἰς κτίσμα κατάγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἀναθεματίζομεν καὶ ἐγγὺς εἶναι τῆς Ἑλληνικῆς τιθέμεθα πλάνης» (ΕΠΕ 3,108).
Ἐδῶ παρομοίως, ὁ ἅγιος ἀναθεματίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι «εἰς κτίσμα κατάγουν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον» καί τούς τοποθετεῖ πλησίον τῶν εἰδωλολατρῶν, φυσικά χωρίς νά ὑπάρχη ἀπόφασις Συνόδου, ἔστω τοπικῆς.
Σέ ἐπιστολή του ἐπίσης, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Τοῖς ἐν Ταρσῷ Πρεσβυτέροις», ὁ ἅγιος ἀκροτελεύτια ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐπεὶ οὖν πολλὰ στόματα ἤνοικται κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καὶ πολλαὶ γλῶσσαι ἠκόνηνται εἰς τὴν κατ' αὐτοῦ βλασφημίαν, ἀξιοῦμεν ὑμᾶς, ὅσον ἐστὶν ἐφ' ὑμῖν, εἰς ὀλίγον ἀριθμὸν περιστῆσαι τοὺς βλασφημοῦντας καὶ τοὺς μὴ λέγοντας κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δέχεσθαι εἰς κοινωνίαν, ἵνα μόνοι καταλειφθῶσιν οἱ βλάσφημοι καὶ ἢ καταισχυνθέντες ἐπανέλθωσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ ἐπιμένοντες τῇ ἁμαρτίᾳ ἀναξιόπιστοι ὦσι διὰ τὴν ὀλιγότητα. Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, κἂν ἐκείνῃ συνθῶνται, ἐπερωτῶμεν καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μηδὲ κοινωνικοὺς αὐτῶν εἶναι τοὺς λέγοντας. Πέρα δὲ τούτων ἀξιῶ μηδὲν ἐπιζητεῖσθαι παρ' ἡμῶν» (ΕΠΕ 3,252).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει στούς Πρεσβυτέρους τῆς Ταρσοῦ νά μήν δέχωνται εἰς ἐκκλησιαστική κοινωνία ὅσους πιστεύουν ὅτι εἶναι κτίσμα τό Ἅγιον Πνεῦμα. Μάλιστα, ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος καί λέγει ὅτι, προκειμένου νά ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικά, νά ζητοῦν ὁμολογία πίστεως σέ δύο πράγματα. Πρῶτον, ἄν συμφωνοῦν μέ τίς ἀποφάσεις τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καί δεύτερον, ἄν ὁμολογοῦν ὅτι δέν εἶναι κτίσμα τό Ἅγ. Πνεῦμα. Ἄν δέ δέν ὁμολογήσουν καί τά δύο αὐτά νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτούς.
     Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ἐπίσης, ἡ ὁποία ἀποστέλλεται στήν Ταρσώ καί ἐπιγράφεται «Τοῖς ἐν Ταρσῷ περί Κυριακόν» ὁ ἅγιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἔστι δέ, ὡς ἐμαυτὸν πείθω, τὰ οὔτε ὑμῖν ὑπεναντία καὶ τοῖς προειρημένοις τῶν ἀδελφῶν αὐτάρκη πρὸς πληροφορίαν ταῦτα, ὁμολογεῖν ὑμᾶς τὴν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθεῖσαν πίστιν τῶν ἐν Νικαίᾳ ποτὲ συνελθόντων καὶ μηδεμίαν τῶν ἐκεῖ λέξεων ἀθετεῖν, ἀλλ' εἰδέναι ὅτι τριακόσιοι δέκα καὶ ὀκτώ, ἀφιλονείκως συνιόντες, οὐκ ἄνευ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργείας ἐφθέγξαντο, προσθεῖναι δὲ τῇ πίστει ἐκείνῃ καὶ τὸ μὴ χρῆναι λέγειν κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μὴ μέντοι μηδὲ τοῖς λέγουσι κοινωνεῖν, ἵνα καθαρὰ ᾖ τοῦ Θεοῦ ἡ Ἐκκλησία μηδὲν ζιζάνιον ἑαυτῇ παραμεμιγμένον ἔχουσα» (ΕΠΕ 3, 256). Καί ἐδῶ παρομοίως τά αὐτά διδάσκει καί ἀπαγορεύει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους πιστεύουν ὅτι εἶναι κτίσμα τό Ἅγ. Πνεῦμα.
       Πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῆ ὅτι γιά τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ὁ Μ. Βασίλειος, πέραν τῆς διδασκαλίας του εἰς τίς ἐπιστολές του, ἔχει συγγράψει καί μία ὁλόκληρο πραγματεία, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτενεστάτη καί καταλαμβάνει τό μισό μέρος τοῦ 10ου  τόμου τῆς ΕΠΕ.  Ἀπό ὅλα αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ἐγνώριζε πλήρως τήν ὀρθόδοξο πίστι δέν ἐπερίμενε τίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό καί, ὄχι μόνο δέν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικά μέ ὅσους εἶχαν κάποια αἱρετική διδασκαλία, ἀλλά  ἀκόμη καί τούς ἀναθεμάτιζε, ἔστω καί ἄν δέν εἶχε καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις ἀπό Σύνοδο.
      Πρέπει ἀκόμη νά ἀναφερθῆ καί ἕνα σημαντικό τμῆμα ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ ἁγίου, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι ὁ ἅγιος δέν ἤθελε τήν συνοδική καταδίκη τῆς αἱρέσεως ἤ ὅτι δέν ἐσέβετο τόν συνοδικό θεσμό, ἐβάδιζε αὐθαίρετα κλπ. Σέ ἐπιστολή του ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Πρός Ἰταλούς καί Γάλλους» ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πλήν γε ὅτι τάχους χρεία πρὸς τὸ περισώσασθαι τοὺς ὑπολειφθέντας καὶ παρουσίας ἀδελφῶν πλειόνων, ὥστε πλήρωμα εἶναι συνόδου τοὺς ἐπιδημοῦντας, ἵνα, μὴ μόνον ἐκ τῆς τῶν ἀποστειλάντων σεμνότητος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ οἰκείου ἀριθμοῦ, τὸ ἀξιόπιστον ἔχωσιν εἰς διόρθωσιν· οἳ καὶ τὴν ἐν Νικαίᾳ γραφεῖσαν παρὰ τῶν Πατέρων ἡμῶν πίστιν ἀνανεώσονται καὶ τὴν αἵρεσιν ἐκκηρύξουσι καὶ ταῖς Ἐκκλησίαις τὰ εἰρηνικὰ διαλέξονται τοὺς τὰ αὐτὰ φρονοῦντας συνάγοντες εἰς ὁμόνοιαν» (ΕΠΕ 3,90).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος μετά τή θρηνώδη περιγραφή τῆς καταστάσεως τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τήν Ἀνατολή, ζητεῖ ἀπό τούς δυτικούς Ἐπισκόπους νά βοηθήσουν εἰς τήν συγκρότησι μεγάλης καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Σύνοδος αὐτή μέ τό κύρος της θά ἀνανεώση καί θά ἐπιβεβαιώση τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς, θά ἀποκηρύξη τή νέα αἵρεσι τῶν Πνευματομάχων καί θά φέρη τήν ὁμόνοια στίς τοπικές Ἐκκλησίες, ἡ ὁποία θά ἑδράζεται ἐπί τῆς ἀληθοῦς πίστεως.
     Ἐδῶ πρέπει νά θαυμάσωμε, πατέρες, τήν θεολογική ἀκρίβεια τοῦ ἁγίου. Δέν ζητεῖ τήν Σύνοδο διά νά καταδικάση τήν αἵρεσι, ὑπό τήν ἔννοια τήν ὁποία ἐσεῖς διδάσκετε, δηλαδή γιά νά ξεκινήση ἡ ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες (διότι αὐτό ὁ ἅγιος τό εἶχε κάνει μόλις παρουσιάστηκε ἡ αἵρεσις τῶν Πνευματομάχων), ἀλλά γιά νά περιβάλλη ἡ Σύνοδος μέ τό κύρος της τά ὀρθόδοξα δόγματα καί γιά νά ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι γύρω ἀπό τήν Σύνοδο, ὑπό τήν προϋπόθεσι, ὅτι αὐτή θά ὀρθοτομήση τόν λόγο τῆς ἀληθείας, δηλαδή θά ξεριζώση ὅλα τά νόθα δόγματα καί τίς αἱρετικές διδασκαλίες, μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία. Βλέπουμε δηλαδή, ὅτι ὁ ἅγιος δέν ἦτο διατεθειμένος νά ἀκολουθήση τίς ἀποφάσεις οἱασδήποτε Συνόδου, ἔστω καί Οἰκουμενικῆς, ἄν αὐτή δέν ἐπεκύρωνε τά ὀρθόδοξα δόγματα.
        Εἰς τό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά ἀναφέρωμε ὅτι ἡ Α΄ Οἰκουμενική τήν ἐποχή τοῦ ἁγ. Βασιλείου δέν εἶχε τό κύρος καί τήν ἰσχύ τήν ὁποία ἔχει σήμερα.  Αὐτό τό κύρος τό ἀπέκτησε μετά τήν κατοχύρωσι καί ἀναγνώρισι ἀπό τή Β΄ Οἰκουμενική. Δι’ αὐτό, στό παρατεθέν ἀνωτέρω χωρίον, ὁ ἅγιος ἀναφέρει γιά τήν νέα μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία ἔπρεπε να συγκροτηθῆ «οἵ καί τήν ἐν Νικαίᾳ γραφεῖσαν παρά τῶν πατέρων ἡμῶν πίστιν ἀνανεώσονται». Δηλαδή δέν θά τήν ἀνανεώσουν ὑπό τήν ἔννοια τῆς διορθώσεως, ἀλλά ὑπό τήν ἔννοια τῆς κατοχυρώσεως καί ἀναγνωρίσεως.
Τό ὅτι ἡ Α΄ Οἰκουμενική δέν εἶχε τό κύρος τό ὁποῖο τῆς προσεδόθη ἐκ τῶν ὑστέρων, φαίνεται καί ἀπό τόν πόλεμο πού ὑπέστη ἀπό τούς Ἀρειανούς μέ τόν σκοπό τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀποφάσεών της. Εἶναι καταγεγραμμένες πρός τόν σκοπό αὐτό, στά πρακτικά τῶν Συνόδων, δέκα ἑπτά (17) Σύνοδοι Ἀρειανῶν καί Ἡμιαρείων, οἱ ὁποῖες διεκδικοῦσαν νά ὑποσκελίσουν καί νά ἀκυρώσουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας. Φυσικά, ἄν ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας εἶχε τό κύρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς καί τό κύρος πού τῆς προσέδωσαν μετέπειτα οἱ Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι, δέν θά ἐτόλμων οἱ αἱρετικοί, οὔτε κἄν θά διενοοῦντο νά προσβάλλουν τίς ἀποφάσεις της. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεως. Οἱ αἱρετικοί συνέταξαν πλῆθος Συμβόλων πίστεως, τά ὁποῖα ἐμάχοντο τό Σύμβολο τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας.
       Ὅλα αὐτά τά ἀνέφερα, διότι μέ τά γραφόμενα εἰς τήν κριτική σας μελέτη δίδεται τήν ἐντύπωσι ὅτι τό κύρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς ἦταν τότε αὐτό, τό ὁποῖο εἶναι σήμερα, καί ὅτι οἱ Πατέρες καί ὁ λαός ἐστηρίζοντο  στίς ἀποφάσεις της γιά ὅ,τι ἔπραττον. Γράφετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Πολύ σωστά ἐδῶ στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Ἅγιος διέκοψε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ἀρειανούς τῆς ἐποχῆς του, ἔστω καί ἄν αὐτοί δέν εἶχαν ἀναθεματιστεῖ ὀνομαστικά ἀπό Σύνοδο. Καί τοῦτο διότι ἐφ' ὅσον ἡ Α' Οἰκουμενική διέκοψε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Ἄρειο, αὐτό σημαίνει ὅτι κατ' ἐπέκτασιν διακόπτει κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ κάθε ἄλλον μεταγενέστερο ἀρειανόφρονα κληρικό, ἔστω καὶ ἂν αὐτός ὁ συγκεκριμένος κληρικὸς δὲν ἔχει ἀναθεματιστεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία».
Τό κύρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας ἦταν τήν ἐποχή ἐκείνη ἀνά πᾶσα στιγμή ἕτοιμο νά ἀνατραπῆ.  Εἶναι γνωστό ὅτι ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν Ἄρειο, ὁ ὁποῖος ἀναθεματίσθηκε ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Νικαίας, μέ τήν παρέμβασι τοῦ αὐτοκράτορος καί τίς ψεύτικες καί ὕποπτες δηλώσεις μετανοίας, εἶχε ἀποφασισθῆ νά τόν δεχθοῦν σέ κοινωνία οἱ Ὀρθόδοξοι, προκειμένου νά εἰρηνεύσουν τά πράγματα. Τότε ἔγινε τό γνωστό θαῦμα,  κατόπιν προσευχῆς τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, καί ἐχύθηκαν τά σπλάγχνα τοῦ Ἀρείου στό λουτρό, λίγο πρίν τή Θεία Λειτουργία καὶ συλλειτουργία Ὀρθοδόξων καί Ἀρειανῶν. Ἄν λοιπόν, οὔτε γιά τόν ἴδιο τόν Ἄρειο δέν ἴσχυον οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, ἤ ἔστω ἠδύναντο ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἀλλαγοῦν, πολύ περισσότερο δέν ἴσχυον γιά τούς ὑπολοίπους Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀναθεματίστηκαν ὀνομαστικῶς  ἀπό τήν Σύνοδο.
Οἱ Ὀρθόδοξοι λοιπόν, τήν ἐποχή τοῦ Μ. Βασιλείου, ἐστηρίζοντο εἰς τήν ὀρθόδοξο καί ἀληθινή πίστι καί στό κύρος τῆς ἁγ. Γραφῆς, ἡ ὁποία, ἀφ’ ἑνός μέν καθώριζε τήν ἀληθινή πίστι, ἀφ’ ἑτέρου ἐδίδασκε γιά τίς σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς. Ὅλα αὐτά πατέρες, τά ὁποῖα γράφετε, ὅτι δηλαδή ὁ ἅγιος ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας εἶναι λάθος γιά τόν ἐπί πλέον λόγο ὅτι, ἄν ὁ ἅγιος ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις αὐτές, οἱ Ἀρειανοί ἐστηρίζοντο στίς ἀποφάσεις πλῆθος Συνόδων Ἀρειανικῶν καί Ἡμιαρείων, ὁπότε καί αὐτοί ἦσαν μέ τήν σειρά των κατοχυρωμένοι διότι ἐστηρίζοντο στίς ἀποφάσεις κάποιων Συνόδων.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σήμερα εἶναι κατοχυρωμένοι καί οἱ Οἰκουμενιστές, διότι διακηρύσσουν  εὐκαίρως ἀκαίρως, καί εἰδικά ὅταν πιέζονται ἀπό τίς διαμαρτυρίες κάποιων ἀντιοικουμενιστῶν, πώς ὅ,τι πράττουν εἰς τά θέματα τῶν θεολογικῶν διαλόγων, τῶν συμπροσευχῶν, τῶν κοινῶν δηλώσεων, ἀκόμη καί τῆς συμμετοχῆς των στό Π.Σ.Ε. κλπ., στηρίζονται στίς ἀποφάσεις Πανορθοδόξων Συνόδων, τίς ὁποῖες αὐτοί οἱ ἴδιοι συνεκάλεσαν γιά νά εἶναι κατοχυρωμένοι καί νά μή δείχνουν ὅτι βαδίζουν μέ τήν προσωπική πρωτοβουλία κάποιων.
Ἀκόμη θά ἔλεγα, συνοδικῶς ἀποφασίζεται καί γιά τό ποιούς θά ἀποστείλουν ὡς ἀντιπροσώπους εἰς τούς διαλόγους αὐτούς. Καί ἰσχυρίζονται μάλιστα, ὅτι μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τό ὁποῖο ὑποτίθεται κατευθύνει τήν Σύνοδο, ἐπιλέγονται καὶ ἀποστέλλονται πάντοτε οἱ πιό κατάλληλοι, ἐνῶ εἶναι γνωστὸ καὶ σὲ σᾶς, ὅτι στέλλονται οἱ πλέον ἐνδοτικοί καὶ ἀκατάλληλοι, οἱ σπουδάσαντες καὶ ἀνατραφέντες στὰ σπουδαστήρια του Βατικανοῦ καί τῆς Δύσεως Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι, οἱ  βετεράνοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
 Ἄρα λοιπόν, ὁ τρόπος σκέψεώς σας εἶναι λάθος γιά τόν ἐπί πλέον λόγο ὅτι  ἀναπαράγετε τήν ἴδια σκέψι καί  τακτική τῶν Οἰκουμενιστῶν, νά στηριζώμεθα δηλαδή στίς ἀποφάσεις «κάποιων» Συνόδων καί νά θεωροῦμε ὅτι κατ’ αὐτόν τόν τρόπο εἴμεθα κατοχυρωμένοι.
      Ὁ ἅγιος λοιπόν, ἐστηρίζετο στήν ἁγ. Γραφή καί δέν ἐδέχετο οὐδεμία ἀπόφασι οἱασδήποτε Συνόδου, οὔτε ἀγγέλου ἀπό τόν οὐρανό κατά τόν Παῦλο, ἄν δέν ἦτο σύμφωνος ἡ ἀπόφασις αὐτή μέ τήν ἁγ. Γραφή καί μέ τήν ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστι τοῖς Ἁγίοις. Ἐστήριζε, ὅμως, τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, διότι ἦσαν κατά πάντα ὀρθόδοξες, ἤθελε καί προετοίμαζε τήν σύγκλισι νέας Συνόδου, πρός κατοχύρωσι τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας καί καταδίκη τῆς αἱρέσεως τῶν Πνευματομάχων, ἀπό τούς ὁποίους ἤδη εἶχε ἀποτειχισθῆ καί ἐδίδασκε ὅλους τούς Ὀρθοδόξους νά πράττουν τό ἴδιο.
    Εἶναι λοιπόν, πατέρες, τελείως διαφορετικό τό νά στηρίζη κάποιος ἅγιος τίς ἀποφάσεις μίας Συνόδου ἀπό τό νά στηρίζεται εἰς αὐτές. Διότι εἶναι διαφορά τακτικῆς ἀγῶνος, ἐπειδή στήν μία περίπτωσι, ἔτσι πράττουν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι μέ διάκρισι στηρίζουν τίς ἀποφάσεις τῶν ὀρθοδόξων Συνόδων καί ἡ δεύτερη, εἶναι μέθοδος τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἀπό τίς ἀποφάσεις κάποιων Συνόδων, προκειμένου νά κατοχυρώνωνται, νά θεωροῦνται ἀνεύθυνοι καί νά προχωροῦν ἀνενόχλητοι στήν ἐπιβολή τῆς αἱρέσεως.
Στήν περίπτωσι αὐτή τοῦ ἁγ. Βασιλείου, θεωρῶ ὅτι ἄριστα προσαρμόζεται ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἐφ’ ὅσον βεβαίως τόν ἀπαλλάξομε ἀπό τήν παγίδα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας του, διότι ἐδῶ ἔχομε κατεγνωσμένη αἵρεσι, ἀλλά ἡ ἀποτείχισις ἔγινε πρό συνοδικῆς κρίσεως τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων. Νομίζω δέ ὅτι ἐμπλέκετε ὅλους τούς ἄλλους Κανόνες γιά νά συσκοτίσετε τά πράγματα, διότι ἀκόμη καί σέ ἄλλους Κανόνες νά ἐστηρίζετο ὁ ἅγιος, πάλι ὅλοι αὐτοί οἱ Κανόνες στηρίζουν τό κύρος τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται γιά ἀποτείχισι κατεγνωσμένης αἱρέσεως, ἡ ὁποία γίνεται πρό συνοδικῆς κρίσεως τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων.
    Κατωτέρω γράφετε τά ἑξῆς: «Πάντως Συνοδική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, εἴτε ὀνομαστικά εἴτε μή ὀνομαστικά, εἶναι ἀπαραίτητη καί πουθενά σέ καμμιά περίπτωση δέν ὑπάρχει διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας (ἀποτείχιση) χωρίς καταδίκη τῶν αἱρετικῶν» (σελ. 26-27). Ἀνωτέρω στή σελ. (25) γράφετε: «Πολύ σωστά ἐδῶ στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Ἅγιος διέκοψε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ἀρειανούς τῆς ἐποχῆς του, ἔστω καί ἄν αὐτοί δέν εἶχαν ἀναθεματιστεῖ ὀνομαστικά ἀπό Σύνοδο». Δέν δύναμαι καί ἐδῶ πατέρες, νά παρακολουθήσω τήν σκέψι σας.  Καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς μελέτης σας γράφετε ὅτι χρειάζεται ὁπωσδήποτε ἡ ὀνομαστική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, προκειμένου νά ἀποτειχισθοῦμε. Τώρα, στήν περίπτωσι τοῦ ἁγ. Βασιλείου, πού δέν ὑπάρχει ὀνομαστική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, ἀντί νά παραδεχθῆτε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κλασσική, θά λέγαμε, μορφή τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, ἀναφέρετε ἄλλες δικαιολογίες, προφανῶς γιά νά δικαιολογήσετε τό δυνητικό τοῦ Κανόνος.
Νομίζω ὅτι, τελικά, ἡ δυνητική αὐτή ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος σᾶς ἀναγκάζει κάθε τόσο νά ἀναιρῆτε αὐτά, τά ὁποῖα πρό ὀλίγου ἰσχυρίζεσθε, καί κυρίως νά περιπίπτετε σέ πλάνες, νά χρησιμοποιῆτε τίς μεθόδους καί τήν τακτική τῶν αἱρετικῶν καί δή τῶν Οἰκουμενιστῶν καί βεβαίως (τό κυριώτερο καί ἄκρως ἀπογοητευτικό) νά μήν μπορῆτε νά κατανοήσετε καί νά ἑρμηνεύσετε οὔτε τήν ἁγία Γραφή, οὔτε τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
(Συνεχίζεται)
     Α΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/02/blog-post_22.html


Δ΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8517.html

Ε΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_15.html

ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ:  http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_19.html

       Ζ΄ ΜΕΡΟΣ:     http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_5267.html

Ομιλία π. Ευθύμιου στη Σερβία



Ἐπίσκεψη τοῦ π. Εὐθύμιου στὴν Σερβία
στὸν διωκόμενο μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιο
καὶ τὸ ποίμνιό του ποὺ ἐξυπηρετεῖται
στὶς 15 ἐπίγειες Κατακόμβες
 
Ἐκκλησία-Κατακόμβη





Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία-Προσφώνηση π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ
νώπιον τοῦ μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιου, τῶν ἱερέων καὶ τῶν πιστῶν


Σεβαστὲ Μητροπολίτα Ράσκας καὶ Πριζρένης, σεβαστοὶ πατέρες, ὀρθόδοξο ἱερατεῖο δεδιωγμένο διὰ τὴν Πίστι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἀγαπητὲς ἀδελφές, τὸ μικρὸ ποίμνιο, τὸ ὁποῖο –κατὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου– εὐδόκησε ὁ Κύριος νὰ δώσει σ’ αὐτὸ τὴν Βασιλεία, οἱ δεδιωγμένοι «ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολὺ ποὺ ἔχω τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐλογία νὰ βρίσκομαι ἀνάμεσά σας.
  Σήμερα εἶναι ἡ τρίτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου καὶ ἡ Ἐκκλησία μας διδάσκει τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν Δευτέρα παρουσία του καὶ τὴν τελικὴ κρίσι ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ κρίσις αὐτὴ τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Κύριος ὅτι θὰ γίνει στὴν Δευτέρα παρουσία, θὰ εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ ἀπολαβὴ τῶν μισθῶν καὶ τῶν κόπων ποὺ ἕκαστος ἐδῶ στὴ γῆ θὰ πράξει. Κατ’ οὐσίαν ὅμως κρινόμαστε ἐδῶ στὴ γῆ ποὺ ζοῦμε τώρα.
Ἡ κρίσις αὐτή, ὅταν ὑπάρχει καὶ αἵρεσις μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἔχει ἕναν ἰδιαίτερο χαρακτῆρα, γιατὶ κρινόμαστε καὶ διὰ τὰ θέματα τῆς Πίστεως. Μάλιστα οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι, ὅταν ὑπάρχει αἵρεσις, γιὰ τὸ πρῶτο ποὺ κρινόμεθα καὶ κατακρινόμεθα, ἂν δὲν κρατήσωμε ὀρθόδοξο στάση, εἶναι διὰ τὰ θέματα τῆς Πίστεως καὶ ὕστερα δι’ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα.
Νὰ ἔρθω ὕστερα στὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ νὰ μεταφέρω τὸν λόγο, μετὰ τὴν μικρὴ αὐτὴ εἰσαγωγὴ γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, στὰ δικά μας.
  Γνωρίζετε, Σεβασμιώτατε καὶ Πατέρες καὶ ἀδελφοί, τὴ δική μου ὑπόθεση, κατὰ τὴν ὁποία ἐδιώχθηκα ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ δικάστηκα καὶ καταδικάστηκα, διότι δὲν τοὺς ἐμνημόνευα, καθόσον ἀκολουθοῦσαν τὴν αἵρεση. Ἡ ποινὴ ποὺ μοῦ ἐπέβαλαν τῆς καθαιρέσεως, δὲν εἶχε κανονικὰ ἐρείσματα, δὲν ἐστηρίζετο πουθενά, διότι ὅταν ὑπάρχει αἵρεσις, ὀφείλουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε καὶ ἀπὸ τὴν αἵρεσι καὶ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Ἐκκλησία-Κατακόμβη
Τὸ παράδοξο εἶναι, Σεβασμιώτατε καὶ ἀγαπητοὶ Πατέρες, ὅτι καὶ οἱ λεγόμενοι ἀντι-οἰκουμενιστὲς στὴν Ἑλλάδα,  ἐτήρησαν τὴν στάσι τῆς σιωπῆς στὸ δικό μου θέμα, καί κατ’ οὐσίαν συμφωνοῦσαν σιωπηλὰ μὲ τὴν ἀπόφασι. Δι’ αὐτὸ τὸν λόγο εὑρέθηκα ἀνάμεσά σας, προσφεύγοντας στὴν ἀγάπη σας, θεωρήσας ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ νὰ καταθέσω τὰ ὅπλα καὶ νὰ φανεῖ ὅτι νικοῦν στὴν περίπτωσή μου οἱ αἱρετικοί, καὶ ζητώντας νὰ οἰκονομήσετε προσωρινὰ τὴ δική μου περίπτωση, ἕως ὅτου (ὅπως λένε οἱ Πατέρες) ἔρθει Ὀρθόδοξος Σύνοδος στὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον θὰ καταδικάσει τὴν αἵρεσι, γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος ἡ Σύνοδος, καὶ κατόπιν θὰ δώσει τελικὴ λύσι καὶ στὸ δικό μου πρόβλημα.
Παρόμοιο παράδειγμα εἶναι ἐκεῖνο τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία, ὅταν συνῆλθε, κατεδίκασε τὸν Νεστόριο ὡς αἱρετικό (καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν), καὶ κατόπιν ἀπέδωσε τοὺς θρόνους καὶ τοὺς τόπους τῶν ἱερέων ποὺ αὐτὸς εἶχε καθαιρέσει, ἐπειδὴ ἐκρατοῦσαν ὀρθόδοξο στάσι. Αὐτὸ ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸν γ΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ μιλάει γιὰ τοὺς δεδιωγμένους καὶ καθηρημένους ἀπὸ τὸν Νεστόριο νὰ ἔxουν πάλι τοὺς ἱερατικούς των βαθμούς.
 Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ζητoῦσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη σας, ἐφ’ ὅσον μελετήσετε τὰ κείμενα ὅλα καὶ ἀποφανθεῖτε —καὶ προσωπικῶς καὶ συλλογικῶς μέ τοὺς πατέρες—   ὅτι εἶναι ἄδικη ἡ ποινὴ καὶ παράνομη καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξυπηρετῶ τὰ πνευματικά μου τέκνα καὶ τοὺς πνευματικούς μου ἀδελφοὺς ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκομαι, μοῦ δώσατε τὴν εὐλογία νὰ τελῶ τὰ ἱερατικά μου καθήκοντα καὶ μάλιστα αὐτὸ τὸ ὑπογράψατε σὲ κάποιο ἔγγραφο, τὸ ὁποῖο ἐσεῖς ὁ ἴδιος γράψατε.
Εὐχηθεῖτε, Σεβασμιώτατε καὶ ἀγαπητοὶ πατέρες, νὰ κρατήσω τὴν πίστι καὶ νὰ συνεχίσω κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο· νὰ μὴν ὑποστείλω τὴν σημαία τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔτσι νὰ τελειώσω τὴ ζωή μου, ἔχοντας πολλὲς ἐλπίδες ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἵλεως γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μου, ἐπειδὴ θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀνάμεσα στοὺς δεδιωγμένους, ὅπως εἴσαστε καὶ ἐσεῖς.
Εὐχηθεῖτε γιὰ τὰ πνευματικά μου τέκνα καὶ τοὺς πνευματικούς μου ἀδελφούς, ποὺ εἶναι στὴ ἀγαπητή σας Ἑλλάδα, νὰ κρατήσουν κι αὐτοὶ τὴ σημαία τῆς Πίστεως στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια τῶν ἐσχάτων καιρῶν, καὶ θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζετε πὼς ὅ,τι ὑπάρχει ἐκεῖ, στὸ ὁποῖο ἐμεῖς εὑρισκόμεθα, εἶναι καὶ δικό σας· τὸ μικρὸ μοναστῆρι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Γι’ αὐτὸ θὰ θέλαμε σὲ κάποια ἔξοδό σας ἀπὸ τὴν Σερβία καὶ ἐρχόμενος στήν ἀγαπητή  σας Ἑλλάδα, νὰ περάσετε νὰ μᾶς εὐλογήσετε, νὰ μᾶς ἁγιάσετε καὶ νὰ δείξουμε ἔτσι καὶ στὴν πράξη τὴν πνευματικὴ καὶ λειτουργική μας ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει θεωρητικὰ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι καὶ πρακτικὰ μὲ τὴν λειτουργικὴ ἐπικοινωνία.
Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν ἀγάπη σας, καὶ τοὺς σεβαστοὺς πατέρες καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μᾶς ξεχνᾶτε στὶς προσευχές σας καὶ στὶς Λειτουργίες, ὡς δικά σας πλέον πνευματικὰ τέκνα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑποχρέωση πλέον νὰ εὔχεσθε γιὰ τὴν σωτηρία τους.
Σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολύ.