Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Η αποτείχιση Παράδοση της Αγίας Γραφής και της Εκκλησίας και όχι διδασκαλία ενός μεμονωμένου Κανόνος

 
 Πρωτοδευτέρα Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως

 ΙΕ΄ Κανών (β΄ μέρος)
 


  Ἡ ἑρμηνεία τν κανονολόγων


Μᾶς ἐστάλη μέσῳ e-mail ἡ ἑρμηνεία τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἀπὸ τοὺς ἔγκυρους ἑρμηνευτὲς τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὴν δημοσιεύουμε.


Οἱ ἑρμηνευτὲς δὲν ἀναφέρουν πουθένα ὅτι ὁ Ἱ. Κανὼν ἰσχύει μόνο για τοὺς κληρικοὺς ἢ ὅτι εἶναι προαιρετικός. Ἀντίθετα ἐπαινοῦν ὅσους ἀποτειχίζονται, "ὅποιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί", εἴτε κληρικοί, εἴτε λαϊκοί.

Ὁ δὲ Κανὼν καὶ οἱ ἑρμηνευτές του διδάσκουν ὅτι οἱ ἀποτειχιζόμενοι συμβάλλουν θετικὰ στὴν ἀποτροπὴ τοῦ σχίσματος ἐν τῆ Ἐκκλησία, κάτι ποὺ δὲν ἀναφέρει ὅτι κάνουν, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἀποτειχίζονται. Ἄρα, οἱ μὴ ἀποτειχιζόμενοι (σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα) οὐδὲν προσφέρουν πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀποτροπῆς τοῦ σχίσματος,  πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀποτροπῆς τῆς αἱρέσεως.


Στὴν συνέχεια δημοσιεύουμε καὶ ἕνα ἄλλο σχόλιο, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ σχολιογράφος (Λεόντιος Διονυσίου) ἐπισημαίνει ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ συνέταξαν τὸν ΙΕ΄ Κανόνα δὲν ἀναφέρονται εἰδικὰ στὸ θέμα τῆς ἀποτειχίσεως, ἀλλὰ παρεπιμπτόντως. Ἡ διδασκαλία περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς (ἀφοῦ αὐτὸ οὐσιαστικὰ συμβαίνει μὲ τὴν πράξη τῆς ἀποτειχίσεως εἶναι διάχυτη στὴν Παλαιοδιαθηκικὴ καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση.


Κανόνας δηλαδή, συνετάγη ὄχι γιὰ νὰ ἐξετάσει τὸ θέμα τῆς ἀποτειχίσεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποτρέψει τὰ σχίσματα ποὺ ἐγίνοντο γιὰ ἄλλους λόγους, ἐκτὸς ἐκείνων τῆς Πίστεως.
Γιὰ νὰ μὴ ὑπάρξει, ὅμως, παρεξήγηση καὶ αὐτὸ τὸ ἐκμεταλλευτοῦν οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ἀπαιτοῦν ὑπακοὴ  ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἀκόμα κι ὅταν εἰσάγουν αἱρετικὲς δοξασίες στὴν Ἐκκλησία (κάνουν δηλαδὴ ὅ,τι ἀκριβῶς κάνουν σήμερα οἱ Οἰκουμενιστές), προσθέτουν οἱ πατέρες στὸ τέλος τοῦ Κανόνος μιὰ αὐτονόητη ἐξαίρεση: στὴν περίπτωση ποὺ Ἐπίσκοπος κηρύττει ἐπίσημα αἱρετικὲς κακοδοξίες, τότε, πρὶν κἂν συνέλθει Σύνοδος γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει, οἱ πιστοὶ ἀκολουθοῦντες τὴν πάγια διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν αἱρετίζοντα Ἐπίσκοπο.
Τοῦτο βέβαια ἔχει κάποιο κόστος, ἀφοῦ οἱ Ἐπίσκοποι ποὺ αἱρετίζουν (μὲ τὴν ὑποστήριξη ὅσων συμπορεύονται μαζί τους ἢ τοὺς ἀνέχονται)  θὰ  δ ι ώ ξ ο υ ν  τοὺς ἀποτειχιζομένους. Γι’ αὐτὸ ὁ ΙΕ΄ Κανὼν διδάσκει καὶ ἐντέλλεται ὅτι, ὅσοι προχωροῦν στὴν ἀποτείχιση, ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ ἀπομονώνονται καὶ νὰ λοιδωροῦνται, καὶ νὰ κατηγοροῦνται ὡς προκαλοῦντες σχίσμα στὴν Ἐκκλησία, (ὅπως συμβαίνει σήμερα ἀκόμα καὶ ἀπὸ κάποιους οἱ ὁποῖοι λέγονται ἀντι-οικουμενιστές), ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ ἐπαινοῦνται, ἀσφαλῶς ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους.

 ΙΕ΄ Κανών (β΄ μέρος)

  Ἡ ἑρμηνεία τν κανονολόγων

   
Βαλσαμών: «Εάν δε εξ ευλόγου αιτίας τυχόν προφάσει αιρέσεως, αποστή τις από της του οικείου αρχιερέως κοινωνία, διά τι κολασθήσεται; Επάγουσιν οι Πατέρες ως ταύτα πάντα τότε γίνονται, όταν προφάσει εγκληματικής τινός υποθέσεως καθ’ εαυτόν τις του οικείου ποιμένος καταγνώσεται, και αποσχίση εαυτόν εκ τούτου, και τοιουτοτρόπως διαρρήξη την ένωσιν της Εκκλησίας. Ει γαρ μη δι’ εγκληματικήν αιτίασιν, αλλά δι’ αίρεσιν χωρίση τις εαυτόν από του επισκόπου αυτού ή του μητροπολίτου ή του πατριάρχου, ως επί εκκλησίας διδάσκοντος ανερυθριάστως διδάγματα τινά απηλλοτριωμένα του ορθού δόγματος, ο τοιούτος και προ εντελούς διαγνώσεως, πολλώ δε πλέον και μετά διάγνωσιν, εάν εαυτόν αποτειχίση, ήγουν χωρίση εκ της κοινωνίας του πρώτου αυτού, ου μόνον ου τιμωρηθήσεται, αλλά και τιμηθήσεται, ως ορθόδοξος. Ου γαρ απέσχισεν εαυτόν από επισκόπου, αλλά από ψευδεπισκόπου και ψευδοδιδασκάλου. Και το παρά τούτου γεγονός επαίνου άξιον εστίν, ως μη κατατέμνον την Εκκλησίαν, αλλά μάλλον συνάπτον αυτήν και του μερισμού απαλλάττον».
Ζωναράς: «Ει δ’ ο πατριάρχης τυχόν ή μητροπολίτης, ή ο επίσκοπος αιρετικός είη, και τοιούτος ως δημοσία, κηρύττειν την αίρεσιν, και γυμνή τη κεφαλή, αντί του, ανυποστόλως και μετά παρησιάς, διδάσκει τα αιρετικά δόγματα, οι αποσχίζοντες αυτού, όποιοι αν είεν, ου μόνον κολάσεως άξιοι ουκ έσονται διά τούτο, αλλά και τιμής, ως ορθόδοξοι, αξιωθήσονται, χωρίζοντες εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας.