Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

"Η ΑΦΑΝΤΑΣΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ" ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ως προς την αντιμετώπιση της ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ του Ο Ι Κ Ο Υ Μ Ε Ν Ι Σ Μ Ο Υ




Η ΑΙΡΕΣΙΣ  ΕΙΝΑΙ  ΝΟΣΟΣ

ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΗ και ΔΥΣΘΕΡΑΠΕΥΤΗ


«Ἡ ἀφάνταστη ἐλαφρότητα» τῶν Ἐπισκόπων (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε παραλλαγμένη μιὰ παλαιότερη φράση) ἐπισημαίνεται σήμερα, ὅλο καὶ σὲ περισσότερους τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς.
Ἐμεῖς, σ' αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἱστολόγιο, ἀναφερόμαστε κυρίως στὴν ἐλαφρότητα (δηλαδὴ ἐγκληματικότητα) μὲ τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζουν οἱ Ἐπίσκοποι τὴν παναίρεση τῆς ἐποχῆς μας, τὸν Οἰκουμενισμό, ὅσο κι ἂν αὐτὸ κουράζει.

Εἶναι τραγικὴ ἡ διαπίστωση, πὼς δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει σὲ καμιὰ ἄλλη ἐκκλησιαστικὴ περίοδο αὐτὴ ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀπραξία, ἡ ὑποβάθμιση μιᾶς αἱρέσεως, μιᾶς αἱρέσεως μάλιστα ποὺ ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους ὡς ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ και ὡς ἡ «ἐσχάτη αἵρεση τῆς ἱστορίας». Μιᾶς αἱρέσεως, ποὺ ἔχει ἐμφανισθεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες, ποὺ ἐπεκτείνεται ἁλματωδῶς, ποὺ πλέον, ὄχι μόνο οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι, δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρήσουν (ἢ δὲν τολμοῦν νὰ ποῦν) ποιοί εἶναι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ποιοί οἱ Ὀρθόδοξοι, τί ἀνήκει ἀπὸ τὶς καθημερινες πράξεις μας καὶ τὰ πιστεύματά τους στὴν αἵρεση, καὶ τί ἀνήκει στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Στὴ σημερινὴ ἀνάρτηση θὰ παραθέσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ σχετικὸ βιβλίο, ποὺ προσφέρει κάποια ἁγιοπατερικά κείμενα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπισημαίνεται ἡ ἐπικινδυνότητα τῆς αἱρέσεως, τὸ δυσθεράπευτο τῆς αἱρέσεως καὶ ἡ μολυσματικότητά της, θέματα ποὺ ἀντιπαρέρχονται οἱ σύγχρονοι ποιμένες-Ἐπίσκοποι, μὲ τὸ ἀστεῖο ἐπιχείρημα, ὅτι αὐτὰ θὰ τὰ ξεκαθαρίσει μιὰ μελλοντικὴ Σύνοδο, σὰν κι αὐτὴ ποὺ ἀγωνίζεται νὰ στήσει τὸ Φανάρι, ἀποτελούμενη ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ χαρακτηρίζονται αἱρετικοὶ Οἰκουμενιστές!!!

Τὰ πατερικὰ κείμενα, λοιπόν, τοῦ βιβλίου, ἔχουν ἐπιλεγεῖ μὲ σκοπὸ νὰ ἐξηγήσουν, νὰ φωτίσουν λίγο, αὐτὸ ποὺ ἀρνοῦνται νὰ ἐξηγήσουν οἱ ποιμένες στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ:

Ὅτι ἡ αἵρεση εἶναι μιὰ δυσθεράπευτη πνευματικὴ κατάσταση, ποὺ δὲν θεραπεύεται μὲ Διαλόγους καὶ συμπόσια. Ἡ αἵρεση δὲν εἶναι κάτι ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιπαρέλθουμε, ἐνδιαφερόμενοι ΜΟΝΟ γιὰ τὴν θεραπεία τῶν παθῶν, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία μας, διότι αὐτὴ κατορθώνεται μόνο μέσα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη· κι ὅταν ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη ἀλλοιώνεται, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, πόσο μᾶλλον ἂν ἀλλοιώνεται συστηματικὰ καὶ πολυχρόνια, ὅταν ἀφήνεται νὰ μολύνεται ἀπὸ τὶς κακόδοξες διδασκαλίες, πρακτικές, ἀκούσματα καὶ θεάματα τῶν τάχα «ἀδελφῶν» Ἐκκλησιῶν, ὅταν δὲν ἀκολουθοῦμε τοὺς Πατέρες ποὺ διδάσκουν τὴν ἄμεση ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, τότε ποῦ στηρίζετε ἡ σωτηρία μας;

Δὲν εἶναι Ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, νὰ μὴ ἀλλάζουμε οὔτε ἕνα γιῶτα, οὔτε κάτι τι τὸ παραμικρό ἀπὸ τὰ παραδοθέντα;
 Τὸ κείμενο εἶναι μεγάλο καὶ παρουσιάζεται γιὰ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν θέσει μέσα ἀπὸ σχόλια σχετικὰ ἐρωτήματα, ἀλλὰ καὶ ὅσους ἄλλους προβληματίζονται γιὰ τὸ θέμα.



10. Η ΑΙΡΕΣΙΣ  ΕΙΝΑΙ  ΝΟΣΟΣ ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΗ καὶ ΔΥΣΘΕΡΑΠΕΥΤΗ


(Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς  Θεολογικοὺς Διαλόγους καὶ ὁ Οἰκουμ. Πατριάρχης Βαρθολομαῖος», σελ. 90-96, 118-130, Σημάτη  Παναγιώτη).

πως ὅλα τὰ πάθη χρήζουν θεραπείας, ἔτσι καὶ ἡ αἵρεση. Καὶ ὅπως ἕνας πνευματικὸς Πατέρας θὰ ἐγκληματοῦσε ἐναντίον μας, θὰ μᾶς καταδίκαζε δηλαδὴ σὲ πνευματικὸ θάνατο, ἂν δὲν ὑπεδείκνυε τὴ σωστὴ θεραπευτικὴ μέθοδο καὶ δὲν φρόντιζε γιὰ τὴν ἐκρίζωση τῶν παθῶν μας, ἀλλὰ τὰ ἄφηνε νὰ ριζώνουν βαθύτερα μέσα μας καὶ νὰ πληθαίνουν, καὶ τὸ χειρότερο, ἂν μᾶς ἐπαινοῦσε καὶ μᾶς κολάκευε γι’ αὐτά, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐγκληματοῦν κατὰ τῶν νοσούντων αἱρετικῶν οἱ ἁρμόδιοι ὀρθόδοξοι ποιμένες, ὅταν δὲν λαμβάνουν τὰ κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα μὲ τὴν θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῶν Πατέρων. Καὶ ἡ συγκεκριμένη Ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐντάσσεται στὴ θεραπευτικὴ ποιμαντικὴ μέθοδο τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἔγκλημα καθίσταται μεγαλύτερο, ἐπειδὴ ἡ νόσος τῆς αἱρέσεως δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ νόσος, ἀλλ’ εἶναι νόσος μολυσματική.
Γράφουν συγκεκριμένα οἱ Πατέρες, πὼς οἱ αἱρετικοὶ εἶναι νοσοῦντες. Ἡ νόσος τους δέ, ὅσο περισσότερο χρόνο παραμένουν στὴν αἵρεση, γίνεται δυσθεράπευτη

Πνευματικὸ παιδὶ τοῦ μητροπολίτου Ράσκας Ἀρτέμιου

Χαρίτων

Ο Άγιος Νεομάρτυς του Κοσόβου +1999


Πηγή: "Τρελογιάννης"

Του ιερομόναχου Στέφανου της Ι.ΜΟΝΗΣ DECANI-ΚΟΣΟΒΟΥ 

Στις 10 Μαΐου 1998, πριν την αγρυπνία του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς της Ζίτσας, έγινε ή κουρά του π. Χαρίτωνος από τον επίσκοπο Αρτέμιο. Εφ' όσον έλαβε την κουρά ό π. Χαρίτων πρόσθεσε τώρα παραπάνω κόπους και έγινε περισσότερο ζηλωτής στην υπακοή. Του ανέθεσαν την σοβαρή διακονία της παραλαβής σημαντικών έγγραφων για τον επίσκοπο και τούς βοηθούς του. Σ' αυτές τις δύσκολες αποστολές ήταν εξαιρετικά έμπιστος.


Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας θυσιαζόταν χωρίς να σκέπτεται τον εαυτό του. Μια φορά ήταν έτοιμος να φύγει με το αυτοκίνητο μέσα στο βράδυ κατά τη διάρκεια των χειρότερων επιθέσεων από τον δήθεν Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσόβου (KLA Kosovo Liberation Army) περνώντας το πιο επικίνδυνο μέρος του Dulje και Crnoljeva, προκειμένου να φέρη θεραπευτικό νερό για έναν άρρωστο εν Χριστώ αδελφό. Είχε ειρήνη και ήταν πλήρως προετοιμασμένος να κάνη αύτη την υπακοή. Ωστόσο τον σταμάτησαν πριν βάλει μπρος το αυτοκίνητο. Με την ίδια εσωτερική γαλήνη, χωρίς να μουρμουρίσει ή να σχολιάσει, δέχθηκε την εντολή να παραμείνει.


Δεν κρατούσε τίποτε περιττό στο κελί του, ακόμα και βιβλία. Έκτος από ένα προσευχητάριο και την αγία Γραφή, είχε λίγα βιβλία, τα όποια έλαβε ως δώρα από τον Γέροντα του. Στο κελί του, πού ποτέ δεν αποκαλούσε δικό του, κρατούσε μονάχα τρείς εικόνες. Χειμώνα - καλοκαίρι φορούσε πάντα λαστιχένια opanke (χειροποίητα χωριάτικα πέδιλα) με μάλλινες κάλτσες και ένα γιλέκο πάνω από το ζωστικό του, και στις πιο κρύες μέρες πρόσθετε άλλο ένα γιλέκο, ολόιδιο με το πρώτο.


Προσεκτικός στη διδασκαλία του πνευματικού του πατέρα να παραμένει σιωπηλός στην τράπεζα και να τρώει οτιδήποτε του 'βαζαν μπροστά του, έτρωγε ότι μπορούσε και ποτέ δεν έκανε παράπονα στον μάγειρα. Όταν διακονούσε τούς φιλοξενουμένους ήταν ευγενικός, χωρίς να υπεισέρχεται στα πιστεύω του καθενός και χωρίς να κάνη φυλετικές διακρίσεις. Έβαζε τα δυνατά του να συμπαθή όλους τούς ανθρώπους. Ακόμα και όταν οι shiptari – Το όνομα που οι εθνικοί Αλβανοί χρησιμοποιούν για τους εαυτούς τους - διέπρατταν εγκλήματα εναντίον του λαού μας, αυτός δεν τούς μισούσε. Αντιθέτως προσπαθούσε να δικαιολόγηση τις πράξεις τους με το να επιρρίπτει ευθύνες στο άθεο καθεστώς.


Αν και ό π. Χαρίτων δεν ήταν άμεσα συνδεδεμένος με τον έξω κόσμο, δεν αγνοούσε τα γεγονότα του. Παρ' όλα αυτά αγωνιζόταν να παραμένει απαθής- προσκολλήθηκε στον έναν, στον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν, χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό του, έχοντας ύπ' όψιν ότι μόνο αυτό πού μπορεί να σταλεί στο ουράνιο θησαυροφυλάκιο θα παραμείνει μαζί μας όταν συναντήσουμε τον Κύριο.


Δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθούμε στην καρτερία του την ώρα της ασθένειας. Πάντα θυμότανε την ίαση του από τη Μητέρα του Θεού. Μετά από αυτό το συμβάν ποτέ δεν απευθύνθηκε σε επίγειο γιατρό.
 Κάποτε αρρώστησε, και απ' ότι φαινόταν ήταν ηπατίτιδα. Μη δεχόμενος καμία βοήθεια, αποσύρθηκε στο κελί του και στράφηκε προς τον Ουράνιο Ιατρό. Για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα. Για ν' αποφυγή τον σκανδαλισμό των αδελφών, τους είπε ότι θα προμηθευόταν μόνος του την τροφή του. Λίγες μέρες αργότερα βγήκε από το κελί του χωρίς κανένα σημάδι της ασθένειας του.


Το ότι ήταν άνθρωπος πού προσπαθούσε να είναι υπομονετικός με τούς άλλους γίνεται εμφανές στο ακόλουθο παράδειγμα.


Ένας από τους αδελφούς ζητούσε πάντα τον π. Χαρίτωνα να τον βοηθά στα διακονήματά του. Όλοι νόμιζαν ότι ό π. Χαρίτων τον βοηθούσε επειδή του άρεσε να το κάνει.  Μια φόρα, ωστόσο, ό αδελφός αυτός ξεπέρασε τα όρια με τις απαιτήσεις του, και ό π. Χαρίτων έπρεπε να ομολογήσει στον ηγούμενο ότι πολλές φορές αγωνίστηκε και συγκρατήθηκε να μην του βάλει τις φωνές. Ή κατάσταση αύτη για αρκετό καιρό ήταν ανυπόφορη. Παρ' όλα αυτά ό π. Χαρίτων συνέχιζε να βοηθά τον αδελφό με τις διάφορες απαιτήσεις του, χωρίς όμως να εξωτερικεύει την αγανάκτηση του. Μιλούσε και συμπεριφερόταν με απλό και ευθύ τρόπο, και δεν έλεγε περισσότερα απ' όσα έκανε. Όταν του πρότειναν να χειροτονηθεί ιερεύς, αρνήθηκε από ταπεινοφροσύνη. Ό πνευματικός του πατέρας το κατανόησε και δεν τον πίεσε.



Ήταν επίσης ευγενικός με τούς μουσουλμάνους της περιοχής, τούς οποίους και βοηθούσε με πολλούς τρόπους, όπως άλλωστε έκανε και με τούς υπολοίπους φτωχούς. Με τη συμπόνια του συχνά τούς υποστήριζε, προκειμένου να πάρουν οτιδήποτε υλικά αγαθά χρειάζονταν. Κάποιες φορές μπορούσες να διακρίvnς την ευαισθησία του όταν έβλεπες να δακρύζει καθώς άκουγε ιστορίες για τα βάσανα και τούς διωγμούς των αθώων. Παρ' ότι υπέφερε στα χέρια εκείνων πού υπεράσπιζε, ποτέ δεν έδειξε μίσος, ακόμα και όταν την 1η Μάιου του 1999, καθώς οδηγούσε για να επισκεφθεί έναν άρρωστο στο νοσοκομείο της Πρίστινας, τον πυροβόλησαν με ένα αυτόματο όπλο. Επειδή δεν είχε μίσος στην καρδιά του, και πίστευε ότι και οι άλλοι είναι έτσι, σ' αυτές τις περιπτώσεις παρέμενε ήρεμος και άφοβος. Ή αγνή του καρδιά του επέτρεπε να κυκλοφορεί ελεύθερα, ακόμα και όταν ό Σερβικός στρατός υποχώρησε (από το Κόσσοβο και τα Μετόχια) και εισέβαλαν οι εγκληματικές ομάδες, γνωστές ως KLA (Απελευθερωτικός Στρατός Κοσσόβου).


Τον Ιούνιο του 1999 πήγαινε κάθε μέρα τον ηγούμενο του στο Πρίζρεν (Prizren). Κάθε φορά έπρεπε να περνά ανάμεσα από τις άγριες ομάδες των Shiptari (Αλβανών), οι όποιοι γιόρταζαν τη «νίκη» τους εναντίον των Σέρβων. Μια άλλη φορά πάλι, μονός και χωρίς προστασία, άφοβα και ήρεμα οδήγησε έναν θανάσιμα τραυματισμένο άνθρωπο στο νοσοκομείο περνώντας πάλι ανάμεσα από την ίδια συμμορία. Μετά από αυτό το περιστατικό είπε στον επίσκοπο, ότι επιθυμούσε να παραμείνει στο δικό του Σερβικό μοναστήρι, στη γη των Σέρβων. Είπε, ότι δεν είχε πειράξει κανέναν και ήθελε να μείνει εκεί - ζωντανός ή -—' νεκρός· ήταν ήδη έτοιμος για οτιδήποτε.


Πραγματικά, στις 15 Ιουνίου 1999, ανέλαβε την τελευταία του υπακοή σ' αυτή τη γη. Στις 10.30' π.μ. έφτασε με αυτοκίνητο στην επισκοπή του Prizren και στη συνέχεια πήγε σε μια οικογένεια για να πάρει το φαγητό πού είχαν ετοιμάσει για τον επίσκοπο. Ως συνήθως αναχώρησε χαρούμενος, χωρίς παράπονο, και χωρίς ίχνος φόβου. Όμως δεν επέστρεψε ποτέ απ' αυτό το ταξίδι. Στο δρόμο, μπροστά στα μάτια των δυνάμεων του NATO πού είχαν έρθει (στο Κόσσοβο και τα Μετόχια) για να φέρουν , «ειρήνη και ελευθερία», ό π. Χαρίτων συνελήφθηκε από την εγκληματική ομάδα και οδηγήθηκε στον τόπο του βασανισμού.


Στάλθηκαν μηνύματα σε αξιωματούχους προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά δεν μαθεύτηκε τίποτα για την τύχη του. Αν και οι εγκληματίες επιθυμούσαν το έγκλημα τους να μείνει στο σκοτάδι, ό Κύριος δεν ήθελε ό π. Χαρίτων να λησμονηθεί. Και καθώς οι μάρτυρες έχουν τη δυνατότητα να πληροφορούν τούς ανθρώπους στη γη, έτσι μπορούσε και ό π. Χαρίτων. Εμφανίστηκε στα όνειρα μερικών αδελφών και πληροφόρησε έναν, ότι ήταν νεκρός.


Μετά από ένα χρόνο αυτά τα όνειρα επιβεβαιώθηκαν. Το μαρτυρικό του σώμα βρέθηκε κοντά στο Prizren, στην πάλι Τυευε, πίσω από το νοσοκομείο. Το σώμα του αναγνωρίσθηκε από το ράσο του, το κομποσκοίνι του και τα πιστοποιητικά. Ή νεκροψία απεκάλυπτε βασανισμό. Μερικά από τα πλευρά του ήταν σπασμένα, καθώς και το αριστερό του χέρι. Το γιλέκο του ήταν σχισμένο, και υπήρχαν μαχαιριές κοντά στην καρδιά του. Το σώμα του ήταν ακέφαλο και μερικοί σπόνδυλοι έλειπαν. Γνωρίζουμε ότι ό π. Χαρίτων δεν αρνήθηκε την πίστη του. Υπέφερε, γιατί ήταν Ορθόδοξος Χριστιανός, μοναχός και Σέρβος.


Στις 11 Νοεμβρίου 2000 τα βασανισμένα του λείψανα δόθηκαν στον πνευματικό του πατέρα επίσκοπο Αρτέμιο στο μοναστήρι της Γκρατσάνιτσα (στο Κόσσοβο). Την επομένη μέρα πήγαν την σορό του στο μοναστήρι Crna Reka (=Μαυροπόταμος), όπου ό π. Χαρίτων είχε ξεκινήσει τη μοναχική του ζωή. Στην Crna Reka ό επίσκοπος Αρτέμιος είπε στους μοναχούς και στους πιστούς πού συγκεντρώθηκαν τα ακόλουθα-«Πάτερ Χαρίτων, πριν λίγα χρόνια σε δεχθήκαμε εδώ ως δόκιμο, και τώρα σε δεχόμαστε ως μάρτυρα της Εκκλησίας...».


Ή ολονύχτια αγρυπνία τελέσθηκε μαζί με την συνεχή ανάγνωση του Ψαλτηρίου πάνω από τον κεκοιμημένο. Την επομένη μέρα τελέσθηκε θεία Λειτουργία, συλλειτουργουντων τριάντα και πλέον ιερέων. Μετά την θεία Λειτουργία ακολούθησε μνημόσυνο, στο όποιο παρευρέθηκαν παραπάνω από 500 πιστοί. Στη συνέχεια, μετέφεραν τον π. Χαρίτωνα στο κοιμητήριο για τον τελευταίο συγκινητικό ασπασμό.


Ας ενωθεί ή προσευχή μας έτσι ώστε ό Κύριος να δοξάσει τον π. Χαρίτωνα τόσο στην επίγεια όσο και στην ουράνια Εκκλησία. Ή ασκητική του θυσία και το αίμα του μάρτυρος ας γίνει πραγματικά ό καρπός των νέων Χριστιανών. Κι όλοι αυτοί πού θα λάβουν έμπνευση από το παράδειγμα της αθόρυβης προσφοράς του και τα μαρτυρικά βάσανα του, ας πορευθούν με ακόμη περισσότερη αφοσίωση στο μονοπάτι των θεοδόχων και ιερών προγόνων, οι όποιοι υπέφεραν «για τον Τίμιο Σταυρό και την χρυσή ελευθερία». Όλοι ενωμένοι μαζί με την στρατευόμενη και θριαμβεύουσα Εκκλησία, ας κραυγάσουμε ολόψυχα- «Άγιε πάτερ Χαρίτων, πρέσβευε τώ Θεώ υπέρ ημών!».

Πηγή αγγλόφωνο περιοδικό «Orthodox Word» [μετάφρασις- i. μονή Άγ. Αυγουστίνου Φλωρίνης]