Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Απάντηση στον Κ. Νούση από τον θεολόγο Ν. Πανταζή



Η πλάνη της σύγχρονης Νουσιολογίας
τοῦ Νικολαου ΠΑΝΤΑΖΗ

(υπό την εκκοσμικευμένη, μοντερνοποιημένη
και ανεμοπαρμένη ερμηνευτική ματιά
του ιδίου του ορθολογισμού του)

Δίχως κανένα είδος εισαγωγής.
 

Έγραψε επί λέξει ο μοντερνίσκος θεολογίσκος Κώστας Νούσης ότι το πιστεύω μας αποτελεί «ακρότητες» και συνίσταται σε ατεκμηρίωτες θεολογικά θέσεις. Επί πλέον προχωρεί σε εξονυχιστική μα ανεξεταστέα εξέταση των «δαιμονιωδών μας ορέξεων»
Κατ’ αρχήν με τιμά που τον πονά, τον πονεμένο Νούση, η επίπονη τοποθέτησή μου επί του υπαρκτού και διαφθοροποιού οικουμενισμού.
Του ταράζει τους κύκλους του εφησυχασμού και θολώνει τα μολυσμένα νερά του συμβιβασμού.
Γενικά τους Οικουμενιστές τους ελέγχει την κεκαυτηριασμένη και τετραυματισμένη συνείδηση η Θεόσδοτη, Πατροπαράδοτη και Συνοδικά κατοχυρωμένη ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ, και προχωρά πια σε περισπούδαστο «πόνημα» περί «πλάνης», αναφερόμενος στο πρόσωπό μου ως "φρέσκο", σε άκρα αντίθεση με τη δική του όζουσα οικουμενιστική "μπαγιατίλα"...
Απαντώ λοιπόν στις παιδαριώδεις, άνοστες και απαρατήρητες "τσιχλόφουσκες" του, που σαν άλλος θεούσος Μιθριδάτης Απάτωρ, Αγιοπάτωρ και Υπερπάτωρ, αναδεικνύεται της ανοησίας αυτοκράτωρ. Όχι πως διακατεχόμαστε από κάποια αυταπάτη να τον πείσουμε. Και ο Χριστός ο Ίδιος να κατέβαινε και να διαλεγόταν μαζί του, ο Νούσης θα αντιδογμάτιζε με ανεξόρκιστο πνεύμα αντιλογίας το "ου με πείσεις καν με πείσεις!"
Δεν μας ικανοποιεί παρ' όλο που ενίοτε εντυπωσιάζει, έστω κι' όταν χλευάζει τους Αποτειχισμένους εν Χριστώ αδελφούς του. Ως "λόγιος" συντάσσει "Λόγους" με δευτερο-τριτο-τεταρτολογίες και εκκλησιολογικές αερολογίες που τις σκορπά της κουτοπονηρίας

Αναγκαίες διευκρινίσεις






Δὲν ὑπάρχει ἀσφαλῶς ἄνθρωπος σήμερα, ποὺ νὰ μὴ καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα διέρχεται μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ κρίσιμες στιγμὲς στὴν ἱστορική της διαδρομή. Ἴσως πρόκειται γι’ αὐτὸ ποὺ στην χριστιανικὴ γλῶσσα ὀνομάζουμε ἔσχατα. Ἐποχὴ ποὺ ἡ ἀνομία, ἡ σύγχυση, ἡ ἀποστασία θὰ ἐπικρατήσουν καὶ στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ λεγόμενες σκοτεινὲς δυνάμεις, ποὺ δροῦσαν ὑπὸ τὸ σκότος, σήμερα εἶναι ἐμφανεῖς, δὲν κρύβονται, εἶναι οἱ «φωτεινὲς» δυνάμεις τοῦ κακοῦ: Σιωνισμός, Μασωνισμός, Ἀποκρυφισμός, Οἰκουμενισμός, Νέα Τάξη Πραγμάτων. Ὡς ἄνθρωποι ποὺ θέλουμε νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, παρακολουθοῦμε –τὸ κατὰ δύναμιν– ὅλη αὐτὴ τὴν κινητικότητα τοῦ κακοῦ καὶ ἀντιστεκόμαστε, πάλι κατὰ τὸ μέτρο τῆς χριστοποιήσεώς μας.
Μέσα σ’ αὐτὴν τὴν διαδικασία τοῦ ἀγῶνα μας, ἀντιληφθήκαμε (ὁ καθένας μας σὲ διαφορετικὸ χρόνο) ὅτι ὁ ἀγῶνας μας αὐτὸς κατὰ ἑνὸς ἀόρατου ἐχθροῦ, εἶναι ἀτελέσφορος, γιατὶ ὁ ἐχθρὸς ἤδη βρισκόταν ἐντὸς τῶν τειχῶν. Ὄχι ὅπως συνέβαινε πάντα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ μὲ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο, ποὺ ταίριαζε μὲ τὶς προειδοποιήσεις τοῦ Κυρίου και τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων, μὲ αὐτὰ ποὺ θὰ συνέβαιναν στὰ ἔσχατα.
Ὅτι δηλ. ἡ ἀνομία (μικρὴ ἢ μεγάλη) θὰ ἔδινε τὴ σκυτάλη στὴν ἀποστασία, ὅτι ὁ ἐχθρὸς δὲν θὰ ἦταν μόνο ἐκτός, ἀλλὰ ἐντὸς τῶν τειχῶν· ὅτι οἱ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὑψηλὰ ἱστάμενοι ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες, δὲν θὰ εἶναι κάποιοι -ἁπλῶς- κακοὶ ποιμένες, κάποιοι τυχαῖοι αἱρετικοί, ἀλλὰ στρατευμένοι ὑπηρέτες καὶ στρατιῶτες τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἀντιχρίστων δυνάμεων, ψευδοποιμένες καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, ποὺ θὰ συντελέσουν (ὅπως καὶ συντελοῦν) στὴν ἐκκοσμίκευση μεγάλου μέρους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος (ἀσφαλῶς καὶ πολλῶν ἐξ ἡμῶν), στὴν κατάργηση τῶν “συνόρων” καὶ “ἀναχωμάτων” τῆς Πίστεως, καὶ θὰ τὸν καθοδηγήσουν (ὅπως καὶ τὸν καθοδηγοῦν) στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀντιχρίστου: «ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καὶ ...ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ' οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν» (1Ἰω. 2, 18-19).
Ἔτσι, φροντίζοντας γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀποφασίσαμε (σὲ διαφορετικὸ χρόνο ὁ καθένας) νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες καὶ ὅσους Ἐπισκόπους καὶ ποιμένες τοὺς ἀκολουθοῦν σιωπῶντες καὶ ἀνεχόμενοι. Χρησιμοποιήσαμε δὲ ἕνα κακοποιημένο ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ παλαιοημερολογητισμοῦ ὅρο, τὴν ἀποτείχιση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ὅρος ὑπάρχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία καὶ πρακτική.
Ἡ ἀπομάκρυνση αὐτὴ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς (ποὺ βέβαια, δὲν ἔχουν ἀκόμα ἐπίσημα χαρακτηρισθεῖ αἱρετικοὶ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀφοῦ αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὰ ἡγετικὰ κλιμάκια ποὺ ἔπρεπε νὰ προβοῦν στὸν χαρακτηρισμὸ καὶ καταδίκη κάποιου ὡς αἱρετικοῦ) σημαίνει ὅτι συντασσόμεθα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου (ἀκόμα κι ἂν δὲν τὴν ἔχουμε βιώσει λόγῳ τῶν παθῶν μας), ὅτι  συντασσόμεθα μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς πιστοὺς τῆς διαχρονικῆς Ἐκκλησίας, τοὺς «τετελειωμένους» τεθνεῶτες καὶ τοὺς ἀγωνιζόμενους καὶ ζῶντες, αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουμε κι αὐτοὺς ποὺ δὲν γνωρίζουμε, αὐτοὺς ποὺ ἀποτειχίστηκαν ἐπίσημα ἢ ἀνεπίσημα, καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀποτειχίστηκαν γιὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ ἀγωνίζονται ἐναντίον τῆς αἱρέσεως μὲ τρόπους ἀποδεκτοὺς ἀπὸ τὸν Κύριο. Μιᾶς αἱρέσεως ποὺ κατὰ τὸν Μητροπολίτη Πειραιῶς (μὲ τὸν ὁποῖο στὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως διαφωνοῦμε): «ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει αἰχμαλωτίσει μέ ἁλυσίδες καί δεσμά ὅλες σχεδόν τίς τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί τίς Ἱεραρχίες τους, οἱ ὁποῖες λατινοφρονοῦν καί οἰκουμενίζουν μέ φωτεινές ἐξαιρέσεις τά Σεπτά Πατριαρχεῖα τῆς Γεωργίας καί τῆς Βουλγαρίας, ὅπως ἐν τοῖς πράγμασι ἀποδεικνύουν ἀνήκουστες, ἀνιστόρητες, πρωτοφανεῖς καί καινοφανεῖς οἰκουμενιστικές πράξεις καί ἐνέργειες, πραχθέντα καί λεχθέντα τους».
Γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὅτι ἡ αἵρεση εἶναι μολυσματικὴ ἀσθένεια, ποὺ μολύνει ὅσους κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς. Καὶ ζῶντας ὑποχρεωτικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους στὴν καθημερινή μας ζωή, δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε τὴν μετ’ αὐτῶν ἐπικοινωνία. Μποροῦμε ὅμως νὰ ἀποφεύγουμε (κατὰ τὴν διδασκαλία, τὶς προτροπές-Ἐντολὲς καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων) τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί τους. Ὅταν αὐτὸ δὲν τὸ κάνουμε, εἴτε ἀπὸ ἀδιαφορία, εἴτε ἀπὸ ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό μας καὶ ἀνυπακοὴ στὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, ἢ διαστρέβλωση αὐτῆς τῆς διδασκαλίας, τότε διακινδυνεύουμε τὴν σωτηρία μας.
Καὶ σ’ αὐτὸ μᾶς σπρώχνουν οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ πνευματικοὶ ἐκεῖνοι, ποὺ μᾶς συμβουλεύουν νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στὸν πνευματικό μας ἢ στὸν Ἐπίσκοπο ποὺ συμπορεύεται καὶ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν τὸν ἐπισκοποκεντρισμό, τὸν κληρικαλισμό, τὴν “βαπτισματικὴ” θεολογία, τὴν θεολογία τῶν “ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν” ἢ τῆς “διηρημένης ἐκκλησίας” καὶ κάθε ἄλλη μεταπατερικὴ θεολογία.
Σ’ αὐτὴ μας τὴν προσπάθεια εἴδαμε ὅτι ἐκινεῖτο μιὰ ὁμάδα ἁγιορειτῶν Πατέρων (Καθηγουμένων καὶ μοναχῶν), πρεσβυτέρων καὶ λαϊκῶν, ἡ ὁποία δραστηριοποιήθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα, ὅταν πλέον φάνηκε καθαρά, ὅτι αὐτὸ ποὺ χρόνια τώρα φώναζαν κάποιοι πατέρες καὶ σύσσωμος ὁ κόσμος τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ἔμπαινε στὴν τελευταία εὐθεῖα πρὶν τὸν τερματισμό. Αὐτοὺς τοὺς Πατέρες πλησιάσαμε, ἀλλὰ γρήγορα ἀπογοητευθήκαμε, διότι γρήγορα ἄλλαξαν γραμμή, καὶ δὲν ἐφάρμοζαν αὐτὰ ποὺ μᾶς δίδασκαν ὡς διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ μᾶς παρακινοῦσαν νὰ κάνουμε.
Τέλος βρήκαμε βοηθὸ καὶ συντονιστὴ σ’ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα μας τὸν ἱερομόναχο π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ, ποὺ συμμετεῖχε στὶς Συνάξεις αὐτῶν τῶν Πατέρων, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο ἀντελήφθη ὅλα αὐτὰ πολὺ πιὸ πρὶν ἀπ’ ὅ,τι πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, ἀλλὰ καὶ τὰ διετύπωσε σὲ βιβλία ποὺ ἐξέδωσε. Εἶναι γνωστὴ ἡ παράνομη, παράτυπη καὶ ἀνυπόστατη καταδίκη του ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία, ἀκριβῶς γι’ αὐτὴν του τὴν “ζωντανὴ” ἀντίδραση ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν κυρίως Ἐπισκόπων. Βρεθήκαμε, λοιπόν, χωρὶς πνευματικὸ καὶ λειτουργό, ἀφοῦ ἐπὶ χρόνια ἀρνεῖτο νὰ λειτουργήσει, ἐφαρμόζοντας τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως, παρὰ τὶς παρακλήσεις μας καὶ παρόλο ποὺ δὲν παρεδέχθη οὔτε στιγμὴ τὴν καθαίρεσή του ὡς ἰσχύουσα (ἀφοῦ τοῦ ἐπεβλήθη γιὰ λόγους ἐμμονῆς στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας).
Μᾶς ἔλεγε ὅτι στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχουμε Ἁγίους ποὺ καθαιρέθηκαν γιὰ λόγους Πίστεως (π.χ. ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς) καὶ παρόλο ὅτι ἦσαν καθηρημένοι, λειτουργοῦσαν, ἀλλὰ αὐτοὶ ἦσαν Ἅγιοι. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό, ἐκτὸς ἂν κάποιοι σύγχρονοι πατέρες, συμφωνήσουν καὶ μοῦ ποῦν ὅτι μπορῶ νὰ λειτουργῶ, ὅπως γινόταν στὶς ἐποχὲς τῶν αἱρέσεων, ποὺ οἱ Πατέρες ἀποφάσιζαν γιὰ τέτοια θέματα. Στὴν δὲ ἔνταση τῆς πιέσεως ποὺ τοῦ ἐξασκούσαμε, ἔλεγε: δὲν θὰ λειτουργήσω ἀπὸ μόνος μου, γιατὶ θὰ μὲ κατηγορήσουν ὅτι κάνω δική μου Ἐκκλησία καὶ δὲν θέλω νὰ γίνω ἀφορμὴ νὰ κατηγορήσουν τὸν ἀγῶνα μας ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν.
Τελικὰ ὁ Θεὸς (ὅπως πιστεύουμε) ἔφερε τὴ λύση. Ἡ σκέψη νὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸν Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιο, ποὺ κι αὐτὸς ἐδιώκετο γιὰ τὴν ἐμμονή του στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ τὶς ὑποθῆκες τοῦ γέροντά του (καὶ νῦν ἁγίου) Ἰουστίνου Πόποβιτς, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ δεχθεῖ ὁ π. Εὐθύμιος (μετὰ ἀπὸ χρόνια) νὰ λειτουργήσει καὶ πάλι, ἀφοῦ αὐτὸ ἔγινε ὄχι ἀπὸ δική του πρωτοβουλία, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν πίεσή μας καὶ τὴν εὐλογία τῶν περὶ τὸν Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιο ἀγωνιζομένων κατὰ τῆς Οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως Πατέρων καὶ πιστῶν.
Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ συνεργαζόμαστε μὲ ἄλλους πιστούς, ἱερεῖς, θεολόγους, ἀλλὰ καὶ ἱστολόγια, ποὺ εἶχαν ἀγαθὴ διάθεση καὶ ὀρθόδοξες θέσεις, παρόλο ποὺ ὑπῆρχαν διαφορὲς στὸν τρόπο τοῦ ἀγωνίζεσθαι, ἢ ἰδιορρυθμίες  (μικρότερες ἢ ἴσες μὲ τὶς δικές μας). Μὲ κάποιους ἀπ’ αὐτοὺς εἴχαμε κατὰ καιροὺς διαφωνίες ἢ καὶ ἤρθαμε σὲ σύγκρουση, ἀγωνιζόμενοι ὅμως κατὰ τοῦ Πατριάρχη καὶ ὅλων τῶν ἐκφραστῶν τῆς αἱρέσεως, ὄχι γιατί εἴχαμε κάτι προσωπικὸ μαζί τους, ἀλλὰ γιατὶ προΐσταντο τῆς αἱρέσεως ἢ βοηθοῦσαν στὴν ἐξάπλωσή της.
Πρόσφατα μᾶς λύπησε καὶ συνεχίζει νὰ μᾶς λυπεῖ ἡ ἀπόσταση φιλικοῦ ἱστολόγου, ὁ ὁποῖος ἀνάρτησε πολλὰ κείμενά μας ὑπὲρ τῆς Ἀποτειχίσεως καὶ ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μάλιστα μᾶς πρόλαβε καὶ ἀνάρτησε πρῶτος Video δικῆς μας ἐκδήλωσης στὸ Βόλο, μὲ ὁμιλία ποὺ εἶχε τίτλο «Ἡ κατεγνωσμένη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»· μαζί του δηλ. καὶ μὲ τὴ βοήθειά του συμπορευτήκαμε στὸν ἀγῶνα ἐναντίον αὐτῆς τῆς παναιρέσεως (ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του), καὶ ὁ ὁποῖος ἀποδέχτηκε τὴν ἀποτείχισή μας. Μὲ αὐτόν, κάποιος ἀπὸ μᾶς, διατηροῦσε φιλικὲς σχέσεις, ἐπωφελήθηκε ἀπὸ τὶς συνομιλίες μαζί του, ἀντάλλαξε βιβλία, ὁδηγήθηκε στὴν μελέτη κάποιων συγκεκριμένων ἁγίων Πατέρων ποὺ τὸν βοήθησαν νὰ ξεκαθαρίσει καὶ νὰ διορθώσει λανθασμένες ἀντιλήψεις γιὰ θεολογικὰ θέματα· βέβαια, σὲ κάποια σημεῖα καὶ διαφώνησαν.
Παρὰ ταῦτα ὁ συγκεκριμένος ἱστολόγος παρεξήγησε τὶς προθέσεις τοῦ π. Εὐθύμιου (ἴσως δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρία ἐκεῖ ποὺ εἶναι νὰ διαβάσει τὰ βιβλία του ἢ δὲν θέλησε ἔστω τηλεφωνικὰ νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ τὶς κινήσεις του), πιθανὸν γενόμενος ἀποδέκτης τῶν συκοφαντικῶν αἰτιάσεων κάποιων καλοθελητῶν στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐτσι ἄρχισε καὶ συνεχίζει μιὰ ἐπίθεση ἐναντίον μας, θέλοντας νὰ διορθώσει πράγματα ποὺ δὲν ὑποστηρίζουμε, χωρὶς νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἀπευθείας ἐπικοινωνία (ὅπως παλιότερα μὲ πρωτοβουλία του ἐγίνετο) ποὺ θὰ διέλυε τὶς καχυποψίες.

Τέλος, ἐδῶ καὶ καιρὸ δεχόμαστε μιὰ «ἐπίθεση» ἀγάπης ἀπὸ κάποιους τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ποὺ μᾶς ζητοῦσαν νὰ ἐνταχθοῦμε στὴν παράταξή τους. Ἐπειδὴ ἦταν ἐπιθυμία κάποιων ἀπὸ μᾶς, ἀλλὰ καὶ τοῦ π. Εὐθύμιου, ἐπιχειρήσαμε νὰ ὑπάρξει κάποια συνεννόηση μὲ ἀνθρώπους ἐκ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ἀφοῦ αὐτοὶ ξεκίνησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν καινοτομιῶν ποὺ ἄρχισαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα. Ὁ ὅρος μας ἦταν, ὅπως ἐμεῖς ἀποτειχιστήκαμε ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους τῆς περιοχῆς μας, καὶ ἀποφεύγουμε τὴν ἐπικοινωνία μὲ ὅσους ἐπικοινωνοῦν μὲ αὐτούς (παρόλο ποὺ δεχόμαστε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ἔγκυρα, ἕως συγκλήσεως Ὀρθοδόξου Συνόδου), ἔτσι καὶ αὐτοὶ νὰ ἀποτειχιστοῦν ἀπὸ τὶς παρατάξεις καὶ τοὺς δεσποτοκράτες Ἐπισκόπους, καὶ νὰ ἑνωθοῦμε στὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς αἱρέσεως.
Δυστυχῶς, δὲν μπορέσαμε νὰ ἔχουμε συνεννόηση. Διότι αυτοὶ θεωροῦν ὅτι τὸ Ἡμερολόγιο συνδέεται μὲ πλευρὲς τῆς Πίστεως. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀποδεχτήκαμε νὰ ἐντειχισθοῦμε (ὡς ἀποτειχισμένοι ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό) σὲ παρατάξεις, ποὺ ἡ κάθε μιὰ θεωρεῖ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν Ἐκκλησία, σκλήρυναν τὴν στάση τους ἐναντίον μας, καὶ ἐπαναλαμβάνοντας τὶς ἴδιες καὶ τὰ ἴδιες καινοφανεῖς καὶ ἀμάρτυρες στοὺς Ἁγίους Πατέρες θέσεις (χωρὶς κανεὶς ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους τους νὰ τολμήσει νὰ μιλήσει, ἀφοῦ ἔτσι θὰ ἀνάγκαζε τὸν Ἐπίσκοπο τῆς ἄλλης παρατάξεως-ἐκκλησίας νὰ ἐπέμβει μὲ ἀποτέλεσμα τὴν μεταξύ τους ...σύγκρουση), ἄφησαν τὸ μειλίχιο ὕφος, ἀρνήθηκαν νὰ ἀπαντήσουν στὰ ἐρωτήματα μὲ ξεκάθαρες θέσεις καὶ ξεκίνησαν ἕναν πόλεμο ἐναντίον μας.

Συνεχίζουμε τὸν ἀγῶνα μας, ἀκολουθώντας τὸ κατὰ δύναμιν τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς πρὸς τὴν στάση μας ἀπένταντι στὴν αἵρεση. Δὲν θὰ συνεχίσουμε ὅμως ἕνα διάλογο ἄκαρπο καὶ ἀναποτελεσματικό, μὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν κάποια πατερικὰ καὶ πειστικὰ ἐπιχειρήματα. Ἂν κάποιοι δημοσιεύουν κάποια τέτοια ἁγιοπατερικὰ ἐπιχειρήματα, θὰ τὰ λαμβάνουμε ὑπόψιν, γιατὶ αἰσθανόμαστε τὴν ἀνεπάρκειά μας καὶ τὶς ἐλλείψεις μας. Ἡ διάθεσή μας εἶναι μόνο καὶ μόνο νὰ ἀκολουθοῦμε τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία γιὰ τὴ σωτηρία μας, μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀποτειχισμένοι ἀπὸ τοὺς συνοδοιποροῦντας μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές....

Πατερική Παράδοση