Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Δήλωση


Ο χρυσόστομος Σμύρνης και ο Κ. Νούσης

 




Βέβαια, θὰ μοῦ πεῖς, ἀφοῦ βρίσκεις τὰ κείμενα τοῦ Κωστάκη Νούση «ἀνούσια», γιατί τὰ διαβάζεις;
Ἔλα, ντέ; Κάθε φορὰ λέω, σὲ τέτοιον ἐξευτελισμὸ δὲν θὰ ὑποβάλλω τὸν ἑαυτό μου, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀπαντῶ. Θεωρῶ χάσιμο χρόνου τὴν ἐνασχόληση μὲ τέτοια φτιασιδωμένα κείμενα καὶ ρετουσαρισμένα ἔτσι, ὥστε νὰ ἀπηχοῦν κάτι ἀπὸ τὸ γιανναρικὸ ὕφος, γιὰ νὰ κρύψουν τὸ νούσιο παραλογισμό. Μὲ τὴ διαφορά, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Γιανναρᾶ, ἔχει ἕνα ὑπόβαθρο, μιὰ ὑπαρξιακὴ ἀναζήτηση, ἄσχετα ἂν αὐτὴ καταποντίζεται στὶς ἀνήλιαγες χαράδρες τοῦ ὑπαρξιακοῦ χάους, ἀφοῦ ποτὲ δὲν βαπτίστηκε ταπεινὰ στὴν Εὐαγγελικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ὀρθόδοξη Παράδοση.
Κάνω τὴ χάρη τοῦ Κωστάκη, λοιπόν, νὰ ἀσχοληθῶ μαζί του, γιὰ νὰ ἀποδείξω μὲ σιγουριά, σιγουριὰ ποὺ ἐλάχιστες φορές ἔχω, ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν Νούσιο παραλογισμό.
Παραθέτει ὁ Κωστάκης, στὸ στέκι τοῦ ἰδιόρυθμου φίλου του, στὸ ὁποῖο κατόπιν πολλῆς προσευχῆς καὶ φωτισμένη διάκριση ἐπέλεξε (ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὑψηλότερης ἠθικο-Οἰκουμενιστικῆς ὑφῆς θεολογικὸ ἱστολόγιο), τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ κείμενο τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης:
«διότι ν τας μετέραις κκλησίαις το Νέου Κόσμου καί δίως τας πισκοπιανας καί γγλικανικας μες μβλέπομεν ν χι τόν τύπον τς δεώδους κκλησίας τν πρώτων ποστολικν χρόνων, λλά πάντως τόν τύπον γνς, πλς, περίττου ρχεγόνου Χριστιανικς κκλησίας ν τ ποί Χριστιανική πίστις καί λήθεια ρθοτομεται ες βαθμόν σχεδόν επεν τέλειον καί τοιοτον, ποος τάς πισκοπιανάς κκλησίας ξ λων τν προτεσταντικν κκλησιν πλησιάζει τελείως πρός τάς μετέρας ποστολικάς κκλησίας, ν α διδασκαλίαι καί α παραδόσεις παρ' λην τήν χωρίζουσαν τάς μετέρας κκλησίας πέραντον πόστασιν, τόπον καί χρόνον συμπίπτουσι καί συνταυτίζονται».
Εἶναι φανερὴ ἡ Οἰκουμενιστικὴ νοτροπία ποὺ διατρέχει τὸ κείμενο αὐτό· ὁ Κωστάκης ὅμως εἶναι τόσο «ἀθῶος», ποὺ δὲν τὸ πῆρε μυρουδιά, οὔτε ποὺ τοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό. Εἶναι φανερὸ ὅτι στὸ κείμενο αὐτὸ ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης ἀναφερόμενος στὴν Ἐπισκοπιανὴ καὶ Ἀγγλικανικὴ «ἐκκλησία», παραβλέπει ἐσκεμμένα ὅτι πρόκειται γιὰ δυὸ ἀμετανόητες αἱρετικὲς παρασυναγωγές! Δὲν «βλέπει» δηλαδή καμία αἵρεση σ’ αὐτές, (ὅπως ἀκριβῶς οἱ σύγχρονοι Οἰκουμενιστὲς ἱερωμένοι, Βαρθολομαῖος, Ζηζιούλας κ.λπ.). Ἀντίθετα βλέπει «τόν τύπον γνς, πλς, περίττου ρχεγόνου Χριστιανικς κκλησίας ν τ ποί Χριστιανική πίστις καί λήθεια ρθοτομεται ες βαθμόν σχεδόν επεν τέλειον καί τοιοτον, ποος τάς πισκοπιανάς κκλησίας ξ λων τν προτεσταντικν κκλησιν πλησιάζει τελείως πρός τάς μετέρας ποστολικάς κκλησίας, ν α διδασκαλίαι καί α παραδόσεις ...συμπίπτουσι καί συνταυτίζονται»!!!
Καὶ ἀφοῦ δὲν βλέπει, τὸν ὕμνο ποὺ κάνει ὁ Χρυσόστομος στὶς δυὸ αὐτὲς αἱρετικὲς παρασυναγωγές, τί βλέπει ὁ καλός μας Κωστάκης στὸ κείμενο αὐτό; Παρακολουθεῖστε τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ μεγάλου θεολόγου μας:
«Ο γράφων πάντως, θεολογικοφιλολογικώς κρίνων το προκείμενο, βλέπει μια γλυκιά έμμεση κλήση προς τους Προτεστάντες να ενωθούν “τελείως” με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Άλλωστε, το ρήμα “πλησιάζει” και αυτό το “σχεδόν επεν” λένε ήδη από μόνα τους πάρα πολλά».
Συμπαθέστατε κ. Νούση.
Ἂν οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔκριναν «θεολογικοφιλολογικῶς» τὰ κείμενα τῶν αἱρετικῶν, σήμερα δὲν θὰ ὑπῆρχε Ὀρθοδοξία.
Ἂν καλοῦσαν τοὺς αἱρετικοὺς μὲ μιὰ τέτοια «γλυκιά έμμεση κλήση», χωρὶς νὰ τοὺς ἐπισημαίνουν τὰ λάθη τους καὶ νὰ τοὺς καλοῦν σὲ μετάνοια, κι ἂν εἶχαν ἀντίθετα  τὴν «ἔμπνευση» νὰ  «κολακεύουν» τοὺς αἱρετικούς, γιὰ νὰ τοὺς κερδίσουν τάχα, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Πίστη ταυτίζεται μὲ τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες, τότε δὲν θὰ ἦσαν Ἅγιοι!
Οἱ Ἅγιοι, λοιπόν, ἀπὸ τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο ἕως τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, φαίνεται πώς, γιὰ τὰ ἐκλεπτυσμένα γοῦστα σας καὶ τοὺς γλυκεῖς τρόπους σας, εἶναι ἄγριοι καὶ βάρβαροι, ἀφοῦ ἀποκαλοῦσαν τοὺς ἀμετανόητους (γιὰ κάτι λίγα χρόνια) αἱρετικοὺς «λύκους βαρεῖς», «λοιμούς», κακόδοξους κ.λπ.! Φαντάζεσαι κ. Νούση μας, τὶ θὰ ἔλεγαν οἱ Ἅγιοι στὴν περίπτωση τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, ποὺ ἀπευθυνόταν σὲ αἱρετικοὺς παμπάλαιους;
Θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀποκηρύξετε αὐτοὺς τοὺς Ἁγίους, ποὺ ἀκόμα ἀκολουθοῦν τὶς Ἐντολὲς τοὺ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, καὶ νὰ ἐφεύρετε Ἁγίους, ποὺ φέρονται πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς μὲ τὴν «γλυκύτητα» τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης!
«Προσκλαίων»