Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Ένα κείμενο τραγικών αντιφάσεων και παραλογισμού του κ. Κ. Νούση





Εἶναι γνωστὸς ὁ σύνδεσμος τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἱστολογίου μὲ τὸν π. Εὐθύμιο. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ π. Εὐθύμιος λαμβάνει γνῶσιν ὅσων κατ’ αὐτοῦ γράφονται συνήθως μὲ καθυστέρηση κάποιων ἡμερῶν, καὶ οἱ ἀσχολίες του, ἡ μὴ χρῆσις ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ internet ἢ ὑπολογιστὴ καὶ ἄλλων μέσων ἐπικοινωνίας, δὲν ἐπιτρέπουν (ἀκόμα καὶ ὅταν λαμβάνει γνῶσιν τῶν γραφομένων) νὰ δακτυλογραφηθοῦν καὶ νὰ κυκλοφορήσουν ἄμεσα οἱ ἀπαντήσεις του.

Γι’ αὐτό, χωρὶς νὰ προκαταλαμβάνουμε τὶς ἀπαντήσεις του, ἐνίοτε δίνουμε ἀπαντήσεις δικές μας σὲ θέματα ἐπίκαιρα. Ἀπαντᾶμε καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ἀτυχέστατη «μικρὴ ἁγιολογικὴ μελέτη» τοῦ κ. Νούση (ὅπως ὁ ἴδιος τὴν χαρακτήρισε) καὶ ἂν καὶ ὅταν ὑπάρξει ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου, θὰ τὴν ἀναρτήσουμε. Τὸ ἄρθρο-ἀπάντηση τοῦ κ. Νούση δημοσιεύτηκε μὲ τίτλο: «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ» στὴν διεύθυνση:

http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2013/10/blog-post_4.html


Ὁ προκατειλημμένος μιλᾶ γιὰ προκατάληψη καὶ γράφει:

Κ. Νούσης: «Όταν ξεκινάς έναν διάλογο για τέτοια ζητήματα, ευθύς αμέσως προβληματίζεσαι για το ατελέσφορον αυτού, τη στιγμή που προγνωρίζεις την προΰπαρξη συγκεκριμένης και προκατειλημμένης στάσης από την αντίπερα όχθη».

Ὁ π. Εὐθύμιος μετὰ ἀπὸ μελέτη πλέον τῶν εἴκοσι χρόνων ἐπάνω στὸν Χρυσόστομο Σμύρνης, διατυπώνει μία θέση, τὴν ὁποία ἔχει ἐπαρκῶς ἀποδείξει. Ὁ κ. Νούσης ποὺ ξεκίνησε αὐτὴ τὴ συζήτηση μαζί του, γιατί τὸν κατηγορεῖ γιὰ «προκατειλημμένη στάση», χωρὶς νὰ ἔχει μελετήσει, ὅσα μελέτησε ὁ π. Εὐθύμιος, πρὶν ἀποδείξει μὲ στοιχεῖα τὸ ἀντίθετο, πρὶν πάρει τὶς ὅποιες ἀπαντήσεις ἀπὸ τὸν π. Εὐθύμιο (ἀφοῦ ἡ ἀντιπαράθεση στοιχείων συνεχίζεται) καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνταλλαγὴ ἑνὸς μόνο ἄρθρου; Ποιός λοιπόν εἶναι ἐξ ἀρχῆς προκατειλημμένος καὶ ἐμπαθῶς διακείμενος; Ἡ ἐμπάθεια φαίνεται σὲ πολλὰ σημεῖα, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀμέσως ἑπόμενη φράση τοῦ κ. Νούση.

Κ. Νούσης: «Ωστόσο, επειδή» δεν έχω «ουδεμία προκατάληψη κατά του π. Ευθυμίου», θα προβώ «σε απάντηση επιστολής» του προς εμέ, όχι  «σαν αφορμή εκτόνωσης προσωπικών παθών και προσπάθεια αυτοδικαίωσης» (σ.σ. ἄριστη ἀλλ’ ὑπολανθάνουσα αὐτοκριτική), αλλά ως μια μικρή αγιολογική μελέτη, αποδεικτική της άκυρης, άλογης, σφοδρής, άκοσμης, αδικαιολόγητης, αθέμιτης, βλάσφημης, (αγιομάχου) και (από εκκλησιολογική υποχονδρία) επίθεσης που δέχεται τα τελευταία χρόνια ο Άγιος, καθώς και των σκοτεινών, δαιμονιωδών, δυσσεβών και άνομων (εξ αγνοίας ή όχι) προθέσεων των μετά θάνατον διωκτών και νεοφανών “δημίων” του».

Ὁ π. Εὐθύμιος, στὸ δικό του πρῶτο ἄρθρο πρὸς τὸν κ. Νούση, δὲν διετύπωσε κανένα χαρακτηρισμὸ κατὰ τοῦ κ. Νούση, ἁπλῶς μὲ εὐγένεια τὸν προσκάλεσε νὰ «καταθέσει ἀνάλογα στοιχεῖα σχετικά μέ τήν προσωπικότητα τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, τά ὁποῖα νά συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἁγιότητός του ἤ νά διαψεύδουν τά ἰδικά μας». Ἐδῶ, ὅπως βλέπουμε, ὁ κ. Νούσης στὴν ἴδια παράγραφο δηλώνει μὲν ἀπροκατάληπτος καὶ ἀπαθής, καὶ στὴ συνέχεια περιλούει τὸν π. Εὐθύμιο μὲ πληθώρα ἄμεσων καὶ ἔμμεσων κοσμητικῶν ἐπιθέτων ἀφάνταστα ὑβριστικῶν! Εἶναι καὶ αὐτὰ μέρος τῆς "μικρῆς του ἁγιολογικῆς μελέτης";

Κ. Νούσης: «Ένα ακόμα επί της ουσίας καίριο και χρήζον άμεσης απάντησης ερώτημα είναι πλέον το κατά πόσο ο π. Ευθύμιος γνωρίζει την ηθική ποιότητα των ιστολογίων που φιλοξενούν τα κείμενά του... Τον προκαλώ να μας ξεκαθαρίσει δημόσια τη θέση του απέναντι στους απαράδεκτους ιστότοπους με τον διαχωρισμό της θέσης του» από το «φονταμενταλιστικό ιστολόγιο» (σ.σ. τὸ δικό μας) «και από έτερο πάντη χυδαίο και συκοφαντικό, στο οποίο έχει χαθεί όχι απλά κάθε έλεγχος και αιδώς, αλλά και η υποτιθέμενη χριστιανική του ταυτότητα».

Ἐδῶ σηκώνουμε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ ἐπισημάνουμε τὴν αὐταπόδεικτη τυφλότητα, τὸν ἀμοραλισμό, τὴν ὑποκρισία, τὸν φαρισαϊσμὸ καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ κ. Νούση. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι σωστὸς ὁ χαρακτηρισμός του γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας. Πῶς καλεῖς, κ. Νούση, νὰ διαχωρίσει τὴ θέση του ἀπὸ τὸ ἱστολόγιό μας, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐσὺ γράφεις σὲ ἕνα ἱστολόγιο, ποὺ διακινεῖ «ὁμοφυλοφιλικὲς» ἰδέες, εἰκόνες καὶ ἦθος; Δὲν γνωρίζεις ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς τὸ αἰσχρότερο ἁμάρτημα, ὡς ἐκφράζον ψηλαφητὸ καὶ σκοτεινότατο βάθος ἐγωϊσμοῦ; «Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς;» (Λουκ. 6, 41).

Κ. Νούσης: «Ισχυρίζεται ο π. Ευθύμιος ότι η “ἁγιοποίησις αὐτή εἶναι ...ἀσυμβίβαστη κατά πάντα μέ ὅλο τό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο”. Αλλά προφανώς δεν έχει δίκιο, διότι αν του παραθέσω αδρομερώς και απλώς ενδεικτικά μερικές “σκανδαλώδεις” αντίστοιχες ή και “χείριστες” περιπτώσεις, είμαι σιγουρότατος ότι δεν θα έχει να απαντήσει. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Τον Μ. Κωνσταντίνο; Και δεν αναφέρομαι απλά στο θέμα των εγκλημάτων που τον βαρύνουν αναπόφευκτα ως Ρωμαίο αυτοκράτορα, αλλά και στο ζήτημα της βάπτισής του πιθανώς υπό αρειανιστή Επισκόπου». Στὴ συνέχεια ἀναφέρεις καὶ περὶ τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου, .

Νά, λοιπόν, κ. Νούση ποιός εἶναι ἁγιομάχος καὶ προσβάλλει τοὺς Ἁγίους, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀποδείξει τὶς ἀρρωστημένες θέσεις του. Ἐσύ, ποὺ παραθέτεις ἀνακρίβειες γιὰ αἰωνόβιους Ἁγίους! Καὶ μόνο αὐτὸ σὲ καθιστᾶ ἀναξιόπιστο. Λές, πὼς τάχα δὲν ἀναφέρεσαι στὰ «ἐγκλήματα ποὺ βαρύνουν τὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο», ἀναφέρεις ὅμως αὐτὲς τὶς ἱεροκατηγορίες ἀθέων ἐναντίον τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ λειτουργήσει αὐτὸ συνειρμικὰ ὡς ἡ πρώτη ἔμμεση μομφὴ κατὰ τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ στηρίξει τὴν ἀμέσως ἑπόμενη ἀστήρικτη ἀναφορά σου, ὅτι «ὁ Ἅγιος ἐβαπτίστη πιθανῶς ὑπὸ ἀρειανιστὴ Ἐπισκόπου». Ἐφ’ ὅσον λοιπόν αὐτό, ὁ ἴδιος τὸ θεωρεῖς  ἁ π λ ῶ ς  πιθανό,  ἐφ’ ὅσον ξέρεις ὅτι διὰ τοῦ βαπτίσματος ἐκαθαρίσθησαν ὅλα τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, γιατί ἀναφέρεις αὐτό τὸ παράδειγμα; Ποιός λοιπὸν προσβάλλει τὴ μνήμη τῶν Ἁγίων;

Πρόσεξε τολμητία κ. Νούση, γιατὶ μὲ αὐτὸ προσβάλλεις ἕναν καταξιωμένο Ἅγιο μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖς τὸν κατασκευασμένο «ἅγιο» τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Μασόνων!

Παραθέτω πρόχειρα σημερινὸ σχετικὸ σχόλιο τοῦ ἄρθρου σου ἀπὸ τὸν «sotirio»:

«Λέει ο κ. Νούσης “Ερωτώ, λοιπόν, και πάλι: ο Μ. Κων/νος πώς είναι Άγιος, αφού βαπτίστηκε από αρειανιστή Επίσκοπο;”. Η απάντηση στην ερώτηση του εκ του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου: “Ου λέγει όμως ο Δοσίθεος, ότι εβάπτισε τον Άγιον Κωνσταντίνον ο Aρειανός Ευσέβιος. Όχι. Καθότι ουδέ αυτός ο Ευσέβιος αναφέρει τούτο. Ει γαρ αυτός εβάπτισε τον Μέγαν Κωνσταντίνον, βέβαια ήθελεν ειπή τούτο εις καύχημά του. Αλλ’ ουδέ εν Νικομηδεία εβαπτίσθη, αλλ’ εν προαστείω της Νικομηδείας, υπό της κοινότητος των Επισκόπων. Ήτις ουκ ην αιρετική, αλλ’ ορθόδοξος και ομόπιστος αυτώ. Και μάλιστα οι έγκριτοι των εν Κωνσταντινουπόλει παρευρεθέντων Επισκόπων ήσαν οι ακολουθήσαντες αυτώ....”.

Και για το ερώτημα του κ. Νούση: “Πώς κρατάει η Εκκλησία έναν Άγιο Αυγουστίνο με τόση κακόδοξη προβληματική;”. Η απάντηση είναι απλή! Ο Θεός τους φώτισε και αποτειχίστηκαν και όταν παρέδωσαν το πνεύμα δεν ήταν αιρετικοί. Ο δε Άγιος Αυγουστίνος ναι μεν έσφαλε σε θεολογούμενο ζήτημα πλήν όμως επι αυτού του ζητήματος δεν είχε καταγνωστεί ως αίρεση. ΕΝΩ η αναθεματισμένη μασωνία είχε καταγνωστεί πριν την καταστροφή της Σμύρνης.

Λέει ο κ. Νούσης “Θα πρόσθετα εδώ ένα επιπλέον στοιχείο συγκριτικά υπέρ του Σμύρνης: δεν είχε επισήμως και συνοδικώς καταγγελθεί εισέτι η φιλανθρωπική οργάνωση της Μασονίας”. Σε απάντηση αναφέρω: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στό ἑλληνόφωνο τμῆμά της, ἔλαβε ἐνωρίς θέση ἀπέναντι στόν Τεκτονισμό, ὑπογραμμίζοντας τόν σκοτεινό ρόλο του καί τήν ἀντιχριστιανικότητά του. Ἡ πρώτη θεωρητική καταδίκη τοῦ Τεκτονισμοῦ στό κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔγινε σχεδόν σύγχρονα μέ τήν ἵδρυση Στοῶν στήν “καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολήν. Μαρτυρία ἁγιορειτικοῦ χειρογράφου ἀναφέρει τήν ἔκδοση συνοδικοῦ καταδικαστικοῦ γράμματος κατά τῆς Μασονίας τό 1745”. Αρα ΠΡΙΝ την καταστροφή της Σμύρνης...».

(apotixisi.blogspot.gr/2013/10/blog-post_3675.html#comment-form).

πάρχει ὅμως καὶ ἀφορισμόςκαταδίκη κατὰ τῆς Μασονίας τοῦ Ἐθνομάρτυρος Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ (ἀπαγχονισθέντος ὑπὸ τῶν Τούρκων στὴ Λευκωσία τὸ 1821) ὁ ὁποῖος κατεδίκασε κι ἀφώρισε τὴν Μασονία τὸ 1815 (2 Φεβρουαρίου) καὶ τὸν ὁποῖο παρεμπιπτόντως δὲν ἁγιοκατέταξαν, ἀκριβῶς διότι ἦτο κατήγορος τῆς  σατανικῆς φαρμασονίας (καὶ κρυφιομύστου διδασκαλίας τοῦ διαβόλου σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενά του)  στὴν ἐποχή του.

Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Νούσης: «Ο Ευθύμιος προβάλλει “λογικά” και πομπώδη επιχειρήματα. Ημείς το κατά δύναμιν “υπερλογικά”, θεολογικά... (Στὸν π. Εὐθύμιο) δεν υφίστανται οι ορθόδοξες θεολογικές υπερβατικές και υπερλογικές προϋποθέσεις του αποφατισμού και της χαρισματικής εμπειρίας, καθώς και η εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας, κάτι για το οποίο μίλησε πολύ ωραία και ικανά ο επί πολλών κατηγορούμενος Περγάμου...».

Ὅλο τὸ μυστικὸ εἶναι ἐδῶ. Ὁ π. Εὐθύμιος δὲν ἔχει «προϋποθέσεις καὶ ἐπιχειρήματα “υπερλογικά”, θεολογικά», ἀντίθετα δυσσεβῆ και άνομα (κατὰ τὸν κ. Νούση), ἐνῶ ὁ κ. Νούσης, ὅλα αὐτὰ τὰ κατέχει ἢ τὰ κατανοεῖ ἄριστα καὶ τὰ βιώνει! Καὶ αὐτὸ εἶναι εὐεξήγητο. Ἔχει αὐτὲς τὶς «πνευματικὲς» ἐπιδόδεις ὁ κ. Νούσης, γιατὶ ὁ κ. Νούσης ἔχει μαθητεύσει καὶ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὸν θεωρητικὸ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος διαθέτει καὶ διδάσκει τὴν «εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας»!

Ἄρα, ὅλα τὰ βλέπει ὁ κ. Νούσης κάτω ἀπὸ τὸ ἐσχατολογικὸ πρῖσμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πρᾶγμα ποὺ ὁ π. Εὐθύμιος δὲν διαθέτει! Ὅτι ἔτσι εἶναι τὸ πρᾶγμα τὸ λέει ξεκάθαρα ἀμέσως παρακάτω ὁ κ. Νούσης. «Φαίνεται όμως ότι ο π. Ευθύμιος, έχων πνεύμα εκκλησιομαχικής πολιτείας, χρησιμοποίησε και το αγιομαχικό όχημα της πρωτοφανούς κατ’ αυτόν Συνοδικής πράξης των «Οικουμενιστών» επισκόπων του 1992, κυρίως για να στοιχειοθετήσει τις ευρύτερες εγκλήσεις του κατά της Εκκλησίας και να εξέλθει αυτής».

Ἔτσι λοιπόν. Τί παραπάνω ζητᾶμε; Ποιά περαιτέρω συζήτηση νὰ γίνει μὲ τὸν κ. Νούση; Ἡ Ἐκκλησία γι’ αὐτὸν εὑρίσκεται ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ αἵρεση. Ὅποιος μιμεῖται τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ ἐφαρμόζει τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα ὅποιος ἀκολουθεῖ τὴν «εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας» τοῦ Οἰκουμενιστὴ Ζηζιούλα, εἶναι ἐντὸς τῆς νεοφανοῦς «ἐκκλησίας» τῶν Οἰκουμενιστῶν!



 «Πατερικὴ Παράδοση»

H Αγία Γραφή και η αξία των Αρχαίων Ελληνικών


H ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ
ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ

       Ένα ανεκτιμήτου αξίας προνόμιο κατέχει ο ελληνισμός και αυτό είναι η συγγραφή του αιωνίου και θεοπνεύστου βιβλίου της Αγίας Γραφῆς στην ελληνική γλώσσα. Ο διανοούμενος Α. Franke έγραφε ότι: «Η αρχαία ελληνική γλώσσα αποτελεί το κλειδί, με το οποίο ανοίγονται οι άγιες σελίδες της Βίβλου».
            Αξιοσημείωτο, εν προκειμένῳ, χαρακτηριστικό είναι ότι όταν εγράφη η Καινή Διαθήκη οι συγγραφείς της, οι Ιεροί Ευαγγελιστές, Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης και αυτός ο Απ. Παύλος δεν έγραψαν στην αραμαϊκή, ούτε στην λατινική επίσημη γλώσσα της κοσμοκράτειρας Ρώμης, αλλά στην «κοινή» ελληνική γλώσσα. Μάλιστα γνωστόν είναι ότι η ονομαζομένη, επειδή το πολιτιστικόν κέντρον της αναπτύξεώς της ήταν η Αλεξάνδρεια, «Αλεξανδρινή κοινή διάλεκτος», ωμιλείτο από την Μασσαλία μέχρι τις Ινδίες και από τον Καύκασο μέχρι την Αφρικανική ήπειρο και ως βάση είχε την αττική διάλεκτο.
            Συνεπώς, ο Ελληνισμός έδωσε την πανάρχαια γλώσσα του στην Αγία Γραφή, ειδικότερα στην μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης (την λεγομένη των Εβδομήκοντα), στα Ιερά Ευαγγέλια, στις Πράξεις των Αποστόλων, στις Επιστολές του Παύλου, στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ως προσφυώς έχει λεχθεί η Καινή Διαθήκη είναι «ο καθρέπτης της εν Παλαιστίνη λαλουμένης κοινής» (Καθ. Γ. Γαλίτης) και η σημερινή νέα ελληνική γλώσσα αποτελεί εξέλιξη της γλώσσας, της κοινής που γράφτηκε η Κ. Διαθήκη. Έτσι ως αναφέρεται στην Επετηρίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών 1908-96, σελ.141 (παρά Χατζηδάκη, Σύντομος ιστορία της ελληνικής γλώσσας), «εκ των 4900 περίπου λέξεων τας οποίας χρησιμοποιεί η Κ. Διαθήκη, αι 2280 λέγονται σήμερον κοινώς, αι 2200 νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων και μόνον 400 παραμένουν άγνωστοι».  Κατ’ακολουθίαν είναι μοναδικόν και λίαν αξιόλογον το γεγονός, αλλά συνάμα και μέγα ευεργέτημα στην ανθρωπότητα, η γραφή στην ελληνική γλώσσα, της Αγίας Γραφής, του τελειοτέρου μεταξύ των γλωσσικών οργάνων της εκφράσεως του ανθρωπίνου λόγου.  Εμείς οι Έλληνες οφείλουμε καθημερινώς να συνειδητοποιούμε το γεγονός αυτό, την και διά μέσου της Αγίας  Γραφής αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια της ελληνικής γλώσσας από την απωτάτη αρχαιότητα ως σήμερα και συγχρόνως να είμεθα ευγνώμονες στο Θεό, που κατέχουμε στην αυθεντική γλώσσα μας την υψηλή θεία διδασκαλία, καθ΄ότι κάθε μετάφραση σ΄άλλο γλωσσικό ιδίωμα δεν αποδίδει επακριβώς το πρωτότυπο.
           Ιδιαίτερα σήμερα, η αναγκαιότητα εκμάθησης των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία μας καθίσταται λίαν επιτακτική για την καλλιέργεια και ευρύτητα του πνεύματος τόσο από τα κλασσικά όσο και από τα θεόπνευστα ιερά κείμενα. Αναμφίβολα στις μέρες μας ισχύει απόλυτα ο λόγος του ιστορικού Πολυβίου:«Εν καιροίς χαλεποίς μέμνησο της γλώσσης».
                      Αρχιμ. Χρυσόστομος Παπαθανασίου                        Δρ. Νομικής και Θεολογίας Ιεροκ. Καθεδρικού Ναού Αθηνών.

Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται από την Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» (27.9.2013)
 Επιμέλεια  Χριστίνα Ξανθά -Νάκου