Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Διά τούς λέγοντας μή είναι αίρεσιν. -Συμπροσευχές καί Διάλογοι αντίθετοι με την Εντολήν του ίδιου του Χριστού!





 
«Μετ δ τατα νδειξεν Κριος κα τρους βδομκοντα, κα πστειλεν ατος ν δο πρ προσπου ατο ες πσαν πλιν κα τπον (καὶ) λεγεν ον πρς ατος· πγετε· δο ποστλλω μς ς ρνας ν μσ λκων. ες ν δ' ν οκαν εσρχησθε, πρτον λγετε· ερνη τ οκ τοτ. κα ες ν ν πλιν εσρχησθε κα δχωνται μς, σθετε τ παρατιθμενα μν, κα θεραπεετε τος ν ατ σθενες, κα λγετε ατος· γγικεν φ' μς βασιλεα το Θεο. ες ν δ' ν πλιν εσρχησθε κα μ δχωνται μς,   ξελθντες  ες τς πλατεας ατς επατε· κα τν κονιορτν τν κολληθντα μν π τς πλεως μν ες τος πδας μν πομασσμεθα μν· λγω δ μν τι Σοδμοις ν τ μρ κεν νεκττερον σται τ πλει κεν.   κοων μν μο κοει, κα θετν μς μ θετε· δ μ θετν θετε τν ποστελαντ με (Λουκ. 10, 1-12, ἀποσπ.).
«Ὁ λαμβάνων, ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει· ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων λαμβάνει τὸν ἀποστείλαντά με» (Ἰωάνν. 13, 20) .
«Τοιγαροῦν ὁ ἀθετῶν, οὐκ ἄνθρωπον ἀθετεῖ, ἀλλὰ τὸν Θεὸν, τὸν καὶ δόντα τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ ἅγιον εἰς ἡμᾶς. Ὅτι δεῖ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου οὕτως δέχεσθαι, ὡς ζωῆς αἰωνίου καὶ βασιλείας οὐρανῶν περιποιητικήν· καὶ προθύμως ἐνεργεῖν αὐτὴν, κἂν ἐπίπονος εἶναι δοκῇ» (Μ. Βασιλείου, Ἠθικά, ὅρος οβ΄, κεφ. δ΄).


 Εἶναι σαφὴς ἡ Ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: Ὅποιος δὲν δέχεται τὸ Εὐαγγέλιό μου, τὴ διδασκαλία μου, ποὺ ἐσεῖς οἱ μαθητές μου κηρύττεται, τότε αὐτὸς δὲν δέχεται καὶ Ἐμένα καί, βέβαια, δὲν δέχεται καὶ τὸν Πατέρα Μου καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δηλαδὴ ἀρνεῖται ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα. Γι’ αὐτό, ἐντέλλεται πρὸς τοὺς μαθητές Του, θὰ κηρύττετε τὸ Εὐαγγέλιο μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ τὸ δέχονται, θὰ ἀπομακρύνεσθε δὲ παρευθὺς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸ δέχονται, τινάζοντας μάλιστα καὶ τὴν σκόνη ἀπὸ τὰ ὑποδήματά σας. Καὶ λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:


«Τί δὲ βούλεται τὸ Ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν; Ἢ ὥστε δεῖξαι ὅτι οὐδὲν ἔλαβον παρ' αὐτῶν, ἢ ὥστε εἰς μαρτύριον αὐτοῖς γενέσθαι τῆς μακρᾶς ὁδοιπορίας, ἣν ἐστείλαντο δι' αὐτούς» (Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον).
Αὐτὴ τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν θέλουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν οἱ Οἰκουμενιστές. Ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς παμπάλαιους καὶ ἐπιμένοντας στὴν αἵρεση Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες κ.λπ., ὄχι μόνο δὲν τινάσσουν τὴν «σκόνη», σὰν ἔνδειξη ὅτι καμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μαζί τους(*), ἀλλὰ καὶ ἔχουν γίνει φίλοι.
Ἐπικοινωνοῦν μὲ αἱρετικοὺς ἐπὶ δεκαετίες, συμπροσεύχονται μαζί τους, διαλέγονται (καθ’ ὃν χρόνον αὐτοὶ αὐξάνουν τὶς κακοδοξίες τους), συντρώγουν, ἀνταλλάσσουν δῶρα, συνεδριάζουν καὶ ἀποδέχονται ὅτι καὶ οἱ αἱρετικοί εἶναι διδάσκαλοι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου!

Προσβάλλουν δὲ τὸν Θεὸ διπλά: καὶ ἀρνούμενοι νὰ ἐφαρμόσουν τὴν Ἐντολήν Του καὶ προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τῶν συμπροσευχῶν καὶ τῶν Διαλόγων μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τὴν Ἀγάπη, καταγγέλλοντας ἐμμέσως τὸν Θεό γιὰ ἔλλειψη Ἀγάπης!

Καὶ οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ποιμένες —αὐτὸ εἶναι τὸ ἁμάρτημά τους καὶ θὰ συνεχίσουμε νὰ τοὺς τὸ ὑπενθυμίζουμε— ἀντὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτούς, ἐφευρίσκουν χίλιες δυὸ δικαιολογίες: ὁμιλοῦν περὶ ὑπακοῆς στοὺς Ἐπισκόπους, περὶ διακρίσεως, περὶ ἀναμονῆς συγκλήσεως καὶ ἀποφάσεως Συνόδου ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές(!) (ὡσὰν νὰ πρόκειται οἱ Οἰκουμενιστὲς νὰ καταδικάσουν τὸν ἑαυτό τους)· ὁμιλοῦν περὶ δυνητικῆς τάχα ἀποτειχίσεως, προσπαθώντας ταχυδακτυλουργικὰ νὰ ἀλλοιώσουν τὴν ἔννοιαν ἑνὸς Κανόνος, ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι ὁ Ἱ. Κανόνας ἡ συνισταμένη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρακτικῆς, ὡσὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ἡ σύμφωνη γνώμη τῶν Πατέρων καὶ τὸ παράδειγμά τους, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ διδασκαλίας ἀντίθετης μὲ τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία.
Ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ἄλλοι, ποὺ ἐπιμένουν ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσουν τὴν αἵρεση μένοντας στὴν Ἐκκλησία, καὶ «ἀπὸ μέσα» νὰ προσπαθήσουν νὰ ἀναιρέσουν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες. Ὡσάν, ὅσοι ἐφαρμόζουν τὴν ἐκκλη-σιαστικὴ Παράδοση ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς νὰ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἢ ὡσὰν  -ἐπίσης-  νὰ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα καὶ τὸ χάρισμα νὰ ἀναιρέσουν τὴν αἵρεση θεολογικά, καὶ κάνουν τὸ κατὰ δύναμιν, διακόπτουν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Ἐπισκόπους!
Καὶ εἶναι κρῖμα, πὼς θεοσεβεῖς Ἐπίσκοποι, τὰ καταλαβαίνουν ὅλα, περιγράφουν τὴν αἵρεση κατὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουν πὼς οἱ ἴδιοι ἀθετοῦν αὐτὰ ποὺ γράφουν, ἐπικοινωνώντας μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γράφει ὁ Καρπασίας Χριστοφόρος:
Χειροφίλημα τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα, ἀπὸ τὸν "εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ" Μητρ. Περγάμου Ἰωάννην Ζηζιούλα.
«Θὰ  τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι αἱρετικὸς εἶναι καὶ ἕνας ὀρθόδοξος, ποὺ διὰ  τῆς διδασκαλίας του καὶ ζωῆς του δὲν ὁδηγεῖ ἢ δὲν ἀποσκοπεῖ σὲ  αὐτὴ τὴν ἐμπειρία» καὶ παραθέτει ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα τοῦ ἁγίου Συμεών:
«Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων λέγω καὶ ἐκείνους ὀνομάζω αἱρετικούς, τοὺς  λέγοντας μὴ εἶναί τινα ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις καὶ ἐν μέσῳ ἡμῶν  τὸν δυνάμενον φυλάξαι τὰς εὐαγγελικὰς ἐντολὰς καὶ κατὰ τοὺς ἁγίους γενέσθαι πατέρας· πρῶτον μὲν πάντων, πιστὸν καὶ  πρακτικὸν – διὰ γὰρ τῶν ἔργων ἡ πίστις δείκνυται, ὡς διὰ τοῦ  ἐσόπτρου ἤ τοῦ προσώπου ἐμφέρεια-, ἔπειτα θεωρητικώτατόν τε  ὁμοῦ καὶ θεόπτην, ἐν τῷ φωτισθῆναι δηλαδὴ καὶ λαβεῖν Πνεῦμα  Ἅγιον καὶ δι’ αὐτοῦ τὸν Υἱὸν σὺν τῷ Πατρί κατιδεῖν. Οἱ τοῖνυν τοῦτο  ἀδύνατον εἶναι λέγοντες, οὐ μερικὴν τινὰ αἵρεσιν κέκτηνται, ἀλλὰ  πάσας, εἰ οἷόν τε εἰπεῖν, ὡς ταύτης πάσας ἐκείνας τῇ ἀσεβείᾳ καὶ τῇ  τῆς βλασφημίας ὑπερβολῆ ὑπεραιρούσης καὶ καλυπτούσης. Ὁ  τοῦτο λέγων ἀνατρέπει πάσας τὰς θείας Γραφάς» (Συμεὼν νέος Θεολόγος, τόμος Α΄, Κατηχήσεις καὶ Εὐχαριστία,  Λόγος ΚΘ΄, 377), σὲ πρόσφατη ὁμιλία τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, “Γιατί πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ποιμαντικὰ τὶς αἱρέσεις–λατρεῖες”).
 Σημάτης Παναγιώτης
________________________
(*) Ἂς διαβάσουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ποιά ἦταν ἡ πνευματικότητα τῶν Ἁγίων διδασκάλων καὶ Πατέρων, καὶ ποιά προσοχὴ ἔδιδαν, ὄχι μόνο στὴ σχέση τους μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις σχέσεων μὲ ἄλλους ἀνθρώπους:
   Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: καὶ "μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας "εἰς οἰκίαν," ὅπερ ρεμβασμὸν δηλοῖ, καὶ μισθὸν αἰτούντων καὶ διαβολῆς ἐστι τεκμήριον. Προεγράφετο εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον. Ἔτι δὲ καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα ἕως ὧδε· "ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν "ἀποστείλαντά με."
          Τίτου Βοστρῶν. «Προλέγει δὲ αὐτοῖς καὶ τὸν διωγμόν, ἵνα ἐνέγκωσι τῇ πείρᾳ τὰς συνθήκας, μὴ βαστάζετε βαλάντιον, μὴ βαρεῖτε ἀργυρίῳ τὸν ὦμον· ἀρκεῖ γὰρ ὑμῖν βεβαρῆσθαι τῇ φροντίδι τοῦ λόγου τὴν διάνοιαν· μὴ ἐν τῷ βαλαντίῳ τὴν ἐλπίδα τοῦ ἄρτου ἔχετε, ἀλλ' ἐν τῷ πέμψαντι τίθεσθε τὴν φροντίδα· μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε, μὴ τοῦτο ἐμπόδιον τοῦ κηρύγματος γένηται ὁμιλίας ἐν μέσῳ παραπιπτούσης καὶ βραδυτῆτος προφάσει, μηδεμία τις διαβολικὴ κακουργία ὑμᾶς ἀποσπάσῃ· οὐ γὰρ κατ' ἀποκλήρωσιν δώσετε τὴν προσηγορίαν, ἀλλ' ὑμεῖς μὲν τὸν λόγον δώσετε, ὅπου δὲ ᾖ ἄξιον ἐπαναπαύσεται τὸ πρᾶγμα. Εἰ δὲ μή, ἐφ' ὑμᾶς ἀνακάμψει· οὐ γὰρ ἁπλῶς ῥίπτεται, ἀλλὰ κρίσει τῇ ἐμῇ βάλλεται».