Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Μή δώσεις τὴν καρδιά σου σὲ γέροντα που –σε θέματα Πίστεως– βάζει τη διάκριση και την υπακοή πάνω από το Ευαγγέλιο και τους Αγίους.

ΓΕΡΟΝΤΙΣΜΟΣ: ΦΤΑΙΝΕ ΜΟΝΟ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ;

Γ Ε Ρ Ο Ν Τ Ι Σ Μ Ο Σ
ΦΤΑΙΝΕ ΜΟΝΟ ΟΙ "ΓΕΡΟΝΤΕΣ";
Ζούμε όντως στον χρυσό αιώνα του μοναχισμού;


«Έλεγαν για τον αββά Χομαί ότι, όταν πέθαινε, είπε στα πνευματικά του παιδιά (δηλ. μοναχούς): «Να μην κατοικήσετε μαζί με αιρετικούς ούτε να έχετε γνωριμίες με άρχοντες ούτε τα χέρια σας να είναι απλωμένα για να μαζεύουν, αλλά μάλλον να είναι απλωμένα για να δίνουν.» (Αββάς Χομαί, σελ. 354)
«Είπε ο αββάς Ζήνων, ο μαθητής του μακαρίου Σιλουανού: «Να μην κατοικήσεις σε τόπο ονομαστό ούτε να καθίσεις μαζί με άνθρωπο που έχει μεγάλο όνομα ούτε να βάλεις ποτέ θεμέλιο για να κτίσεις για τον εαυτό σου κελλί.» (Αββάς Ζήνων, διήγηση υπ’ αριθμ. 1, σελ. 107)

«Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: «Ζημιώνω την ψυχή μου κοντά στον αββά μου· να καθίσω και άλλο κοντά του;» Ο γέροντας γνώριζε ότι βλάπτεται και απορούσε με αυτόν που τον ρωτούσε αν πρέπει να καθίσει και άλλο. Ωστόσο τού είπε: «Αν θέλεις κάθισε». Έφυγε λοιπόν και κάθισε. Στη συνέχεια ήρθε πάλι και του είπε: «Ζημιώνω την ψυχή μου», και ο γέροντας δεν του είπε: «Να φύγεις». Ήρθε και τρίτη φορά λέγοντας: «Πραγματικά, δεν κάθομαι άλλο», και ο αββάς Ποιμήν τού απάντησε: «Αυτή τη φορά είθε να σωθείς· πήγαινε και μην καθίσεις πλέον». Έλεγε λοιπόν ο γέροντας: «Άνθρωπος που βλέπει τη ζημία της ψυχής του χρειάζεται να ρωτά; Για τους κρυφούς λογισμούς ρωτά κανείς, και έργο των γερόντων είναι να δώσουν την ορθή απάντηση· για φανερή αμαρτία όμως δεν χρειάζεται να ρωτά κανείς, αλλά αμέσως να την κόβει.»» (Αββάς Ποιμήν, διήγηση υπ’ αριθμ. 189, σελ. 283-284)
(Σήμερα κάποιοι διδάσκουν ότι κάποιος πρέπει να κάνει υπακοή στον γέροντα ασχέτως του είδους της καθοδήγησης που εκείνος του δίνει και ότι όποιος έχει γέροντα δεν χρειάζεται να φοβάται τον Θεό ή να απασχολείται με τις εντολές Του.)
«Επίσης είπε: «Μη δώσεις την προσοχή σου σ’ εκείνον, για τον οποίο η καρδιά σου δεν νιώθει σιγουριά.» (Αββάς Ποιμήν, διήγηση υπ’ αριθμ. 80, σελ. 261)
«Είπε ακόμη: «Να μην εμπιστευτείς τη συνείδησή σου σ’ εκείνον, για τον οποίο η καρδιά σου δεν νιώθει σιγουριά.» (Αββάς Ποιμήν, διήγηση υπ’ αριθμ. 200, σελ. 285)
 
(Σήμερα κάποιοι διδάσκουν ότι αν κάποιος νιώθει αβεβαιότητα για έναν γέροντα που είναι γκουρού, το κάνει ο διάβολος και ως εκ τούτου αυτός πρέπει να αγνοήσει ό,τι βλέπει και αισθάνεται και καταλαβαίνει σχετικά με το ποιον του γέροντα με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στην παράνοια).

Πηγή: "Τρελογιάννης"

Αποφυγή των διαιρέσεων και των ψευδοποιμένων που τις προκαλούν




Ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου

ἅγιος Ἰγνάτιος, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τροφὴ τῶν λεόντων, διδάσκει νὰ ἀποφεύγουμε τὶς μεταξύ μας διαιρέσεις καὶ τὶς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προέρχεται πνευματικὸς μολυσμὸς ποὺ ἐπεκτάθηκε σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Ὁμιλεῖ ἀσφαλῶς γιὰ τὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ οἱ πιστοί, ἀντὶ νὰ ἀνατρέχουμε στοὺς Πατέρες καὶ νὰ ἀκολουθοῦμε τὴν Εὐαγγελικὴ ὁδὸ ποὺ ἐκεῖνοι μᾶς ὑποδεικνύουν, ἐμεῖς τοὺς παρερμηνεύουμε καὶ ἀκολουθοῦμε τὴν δική μας γνώμη, ἀρνούμαστε δὲ νὰ ἐξετάσουμε ὅποιον μᾶς παρουσιάζει διὰ μέσου τῶν πατερικῶν κειμένων, διαφορετικὴ γνώμη ἀπὸ τὴ δική μας, ὑποτιμώντας τὸν ἐν Χριστῷ ἀδελφό μας, ὡς μὴ ὑπακούοντα στὴν αὐθαίρετη γνώμη μας. Ἔτσι ὅμως δὲν ὁμονοοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ προκαλοῦμε διαιρέσεις στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
«Ὡς τέκνα οὖν φωτὸς ἀληθείας φεύγετε τὸν μερισμὸν τῆς ἑνότητος καὶ τὰς κακοδιδασκαλίας τῶν αἱρεσιωτῶν, ἐξ ὧν μολυσμὸς ἐξῆλθεν εἰς πᾶσαν τὴν γῆν».
Στὴ συνέχεια μᾶς ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούουμε καὶ νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν καλὸ ποιμένα, τὸν Ὀρθόδοξο, αὐτὸν δηλαδή, ποὺ διδάσκει καὶ πράττει κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὑπάρχουν καὶ οἱ κακοὶ ποιμένες, ποὺ ντυμένοι μὲ προβάτου προβιὰ  ξεστρατίζουν τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Θεό.
 «Ὅπου δὲ ὁ ποιμήν ἐστιν, ἐκεῖ ὡς πρόβατα ἀκολουθεῖτε· πολλοὶ γὰρ λύκοι κωδίοις ἠμφιεσμένοι ἡδονῇ κακῇ αἰχμαλωτίζουσι τοὺς θεοδρόμους· ἀλλ' ἐν τῇ ἑνότητι ὑμῶν οὐχ ἕξουσι τόπον. Ἀπέχεσθε οὖν τῶν κακῶν βοτανῶν, ἅστινας Ἰησοῦς Χριστὸς οὐ γεωργεῖ, ἀλλ' ὁ ἀνθρωποκτόνος θήρ, διὰ τὸ μὴ εἶναι αὐτοὺς φυτείαν πατρός, ἀλλὰ σπέρμα τοῦ πονηροῦ».
Ἐπιμένει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος τὴν παραμονὴ κοντὰ στὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ ἀσφαλῶς τοὺς «θεοδρόμους». Καὶ προειδοποιεῖ ὅτι, ὅσοι δὲν τὸν ἀκολουθοῦν, καὶ ἔχουν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, αὐτοὶ ὡς «κατηραμένοι» θὰ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικούς.
Μὲ αὐτὰ καταλαβαίνει κανείς, ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν οἱ κακοδιδάσκαλοι ποιμένες, ἐκεῖνοι ποὺ ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Παπικούς, τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές. Γιατὶ αὐτοὶ δὲν ἀνήκουν στὸ «γεώργιον Χριστοῦ».
 «Ὅσοι γὰρ Χριστοῦ εἰσιν, οὗτοι μετὰ τοῦ ἐπισκόπου εἰσίν· ὅσοι δ' ἂν ἐκκλίνωσιν αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν ἀσπάσωνται μετὰ τῶν κατηραμένων, οὗτοι σὺν αὐτοῖς ἐκκοπήσονται· οὐ γάρ εἰσιν γεώργιον Χριστοῦ, ἀλλ' ἐχθροῦ σπορά· οὗ ῥυσθείητε πάντοτε εὐχαῖς τοῦ προκαθεζομένου ὑμῶν ποιμένος, τοῦ πιστοτάτου καὶ πραοτάτου»
Ὁ λόγος, ὅμως, τοῦ Ἁγίου, ἀναφέρεται καὶ στὴν στάση μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Ἀπὸ ἀγάπη τοὺς περιμένουμε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Τότε πρέπει νὰ δείξουμε ἀνοχή, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσουμε νὰ ἀνανήψουν, καὶ ὄχι πρίν. Ὄχι δηλαδή, ὅταν ἐπιμένουν στὶς αἱρέσεις τους, προσθέτουν νέες, ὑποσκάπτουν διὰ τῆς αἱρέσεως τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀλλοιώνουν τὴν Πίστη, ὅπως κάνουν Παπικοί, Προτεστάντες καὶ Οἰκουμενιστές.
Εἶναι φανερό, ὅτι ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος προϋποθέτει ἐγρήγορση, ἀγῶνα καὶ πόλεμο ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρέσεων, καὶ ὄχι ἐφησυχασμὸ καὶ ἀπάθεια μπροστὰ στὸν πόλεμο ποὺ κάνουν ἐναντίον μας οἱ ἐχθροί μας αἱρετικοί. Τότε, αὐτοὶ οἱ ποιμένες δὲν εἶναι γνήσιοι, ἀλλὰ «μισθωτοὶ» καὶ ἄρα, οἱ πιστοὶ ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ἀποφεύγουν. Διότι αὐτοὶ οἱ Ποιμένες ἀποσχίζονται, παίρνουν διαζύγιο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ψευδολόγοι καὶ ψευδοποιμένες. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ φράση του: «οὔτε γὰρ εὐσεβῶν ἀφίστασθαι χρή, οὔτε δυσσεβέσιν συγκεῖσθαι δεῖ» καὶ «εἴ τις ἐν ἀλλοτρίᾳ γνώμῃ περιπατεῖ, οὗτος οὐκ ἔστιν Χριστοῦ οὔτε τοῦ πάθους αὐτοῦ κοινωνός... τῷ τοιούτῳ μὴ συναναμίγνυσθε, ἵνα μὴ συναπόλησθε αὐτῷ»!
«Ὅσοι ἂν μετανοήσαντες ἔλθωσιν ἐπὶ τὴν ἑνότητα τῆς ἐκκλησίας, προσδέχεσθε αὐτοὺς μετὰ πάσης πραότητος, ἵνα διὰ τῆς χρηστότητος καὶ τῆς ἀνεξικακίας ἀνανήψαντες ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἄξιοι Ἰησοῦ Χριστοῦ γενόμενοι, σωτηρίας αἰωνίου τύχωσιν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ.  ἀδελφοί, μὴ πλανᾶσθε· εἰ τις σχίζοντι ἀπὸ τῆς ἀληθείας ἀκολουθεῖ, βασιλείαν θεοῦ οὐ κληρονομήσει· καὶ εἴ τις οὐκ ἀφίσταται τοῦ ψευδολόγου κήρυκος, εἰς γέενναν κατακριθήσεται· οὔτε γὰρ εὐσεβῶν ἀφίστασθαι χρή, οὔτε δυσσεβέσιν συγκεῖσθαι δεῖ. εἴ τις ἐν ἀλλοτρίᾳ γνώμῃ περιπατεῖ, οὗτος οὐκ ἔστιν Χριστοῦ οὔτε τοῦ πάθους αὐτοῦ κοινωνός, ἀλλ' ἔστιν ἀλώπηξ, φθορεὺς ἀμπελῶνος Χριστοῦ. τῷ τοιούτῳ μὴ συναναμίγνυσθε, ἵνα μὴ συναπόλησθε αὐτῷ, κἂν πατὴρ ᾖ κἂν υἱὸς κἂν ἀδελφὸς κἂν οἰκεῖος. οὐ φείσεται γάρ σου, φησίν, ὁ ὀφθαλμὸς ἐπ' αὐτῷ.  τοὺς μισοῦντας οὖν τὸν θεὸν μισεῖν χρὴ καὶ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοῖς ἐχθροῖς αὐτοῦ ἐκτήκεσθαι· οὐ μὴν καὶ τύπτειν αὐτοὺς ἢ διώκειν, καθὼς τὰ ἔθνη τὰ μὴ εἰδότα τὸν κύριον καὶ θεόν, ἀλλ' ἐχθροὺς μὲν ἡγεῖσθαι καὶ χωρίζεσθαι ἀπ' αὐτῶν, νουθετεῖν δὲ αὐτοὺς καὶ ἐπὶ μετάνοιαν παρακαλεῖν, ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν, ἐὰν ἄρα ἐνδῶσιν.
(Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρὸς Φιλιππησίους), TLG, Epistle 6, chapter 2, section 1, line 1).

Σὲ ἄλλοι ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος συμβουλεύει. Αὐτοὶ ποὺ φαίνονται ἀξιόπιστοι, ἀλλὰ διδάσκουν διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Ἱ. Παράδοση, μὴ σὲ ἐπηρεάζουν καὶ σὲ φοβίζουν. Μεῖνε ἀμετακίνητος στὴν πίστη, παρόλα τὰ κτυπήματα ποὺ δέχεσαι, γιατὶ εἶναι δεῖγμα μεγάλου ἀθλητοῦ νὰ τὸν χτυποῦν, καὶ αὐτός (ἐπειδὴ ἀσφαλῶς στηρίζεται στὸ Θεό) νὰ ἀντέχει τὰ κτυπήματα καὶ νὰ μὴ πέφτει.
«Οἱ δοκοῦντες ἀξιόπιστοι εἶναι καὶ ἑτεροδιδασκαλοῦντες μή σε καταπλησσέτωσαν· στῆθι δὲ ἑδραῖος ὡς ἄκμων τυπτόμενος. μεγάλου ἐστὶν ἀθλητοῦ δέρεσθαι καὶ νικᾶν. μάλιστα δὲ ἕνεκεν θεοῦ πάντα ὑπομένειν ἡμᾶς δεῖ, ἵνα καὶ αὐτὸς ἀναμείνῃ εἰς τὴν βασιλείαν».
(Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρὸς Πολύκαρπον Ἐπίσκοπον Σμύρνης, TLG, Epistle 8, chapter 3, section 1, line 1).

Θεοφόρος Ιγνάτιος, ο Θείω έρωτι επτερωμένος...!

O AΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ο ΘΕΟΦΟΡΟΣ



 Βίος

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, γνωστός και ως Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (50-107) είναι ο δεύτερος Επίσκοπος Αντιοχείας, διάδοχος του Ευόδιου. Γεννήθηκε στη Συρία. Κατά τον Συμεώνα τον μεταφραστή ονομάσθηκε έτσι, διότι αυτός ήταν πιθανώς το παιδί, το οποίον έστησεν εν μέσω των μαθητών του ο Ιησούς. Στο θρόνο της Αντιόχειας ανέβηκε μεταξύ 68 – 70 μ.Χ. Ποίμανε σαν αποστολικός διδάσκαλος και στάθηκε φρουρός των ψυχών του ποιμνίου του. Σύμφωνα με τις πηγές, διετέλεσε, μαζί με το φίλο του Πολύκαρπο Σμύρνης, μαθητής του αποστόλου και ευαγγελιστή Ιωάννου. Το περιβάλλον που γεννήθηκε και μορφώθηκε, ήταν Ελληνικό, όπως μαρτυρεί το αναπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο των επιστολών του. 


Όταν ὁ Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των Χριστιανών (98-107), θαρραλέα ο Ιγνάτιος, ενώ ὁ βασιλιάς περνούσε από την Αντιόχεια, παρουσιάστηκε μπροστά του και υπεράσπισε τα δίκαια της Εκκλησίας και τὴν αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Τότε ὁ Τραϊανός, διέταξε την σύλληψη του Ιγνατίου και την μεταφορά του στην Ρώμη. Οι χριστιανοί της Ρώμης σκόπευαν να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο, αλλά ο Ιγνάτιος, με φλογερή δίψα προς το μαρτύριο, έγραψε σ’ αυτούς να αφήσουν να γίνει το θέλημα του Θεού.



Όπως μαθαίνουμε από τον μαθητή του Ειρηναίο Λουγδούνου, τον Ωριγένη και τον Ευσέβιο Καισαρείας, την 20η Δεκεμβρίου του έτους 107 μ.Χ., τον έριξαν στο αμφιθέατρο, με τα πεινασμένα λιοντάρια. Λέγεται, ότι τα θηρία δίστασαν να τον κατασπαράξουν και βλέποντας το γεγονός ο Τραϊανός κατέβηκε και διαπέρασε με την σπάθη τον άγιο, οπότε τότε τα θηρία κατασπάραξαν τα μέλη του. Διασώθηκαν μόνο τα μεγαλύτερα από τα οστά του, που μεταφέρθηκαν και τάφηκαν με τιμές στην Αντιόχεια. Αργότερα μετακομίσθηκαν στην Ρώμη (β’ ανακομιδή το 540 μ.Χ. και εναποτέθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Κλήμεντος)

Έτσι, ο Ιγνάτιος έμεινε μέχρι τέλους πιστός στη διδαχή του Χριστού, και « μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει». Εκείνος δηλαδή, που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός και τον Πατέρα και τον Υιό έχει, διότι αυτός έγινε ναός του Θεού και επομένως φέρει μέσα του τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Ιγνάτιος επονομάσθηκε Θεοφόρος.


           Απολυτίκιον.


Θείω έρωτι επτερωμένος, του σε ψαύσαντος, χερσίν αχράντοις, Θεοφόρος ανεδείχθης Ιγνάτιε· και εν τη Δύσει τελέσας τον δρόμον σου, προς την ανέσπερον λήξιν εσκήνωσας. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι  ημίν το μέγα έλεος.



         Επιστολές  

Ο Ιγνάτιος συνέταξε 7 γνήσιες επιστολές, προς Εφεσίους, Μαγνησιείς, Τραλλιανούς, Ρωμαίους, Φιλαδελφείς, Σμυρναίους, Πολύκαρπον. Στην τελευταία προσφωνεί τον αγαπητό φίλο Πολύκαρπο: «Θεομακαριστώτατε».


Οι επιστολές έχουν ως κύριο στόχο, την ομόνοια μεταξύ των πιστών, την υπακοή στον Επίσκοπο, την αποφυγή των ετεροδοξιών, την εμμονή στην αρετή και την πίστη. Στην προς Ρωμαίους επιστολή προσπαθεί να πείσει τους Ρωμαίους να μην αποπειραθούν να προβούν σε ενέργειες για τη διάσωσή του από το μαρτύριο, επειδή επιθυμούσε το ταχύτερο, να επιτύχει δια του μαρτυρικού θανάτου, την τελείωση. 
Πηγή: "Τρελογιάννης"

Ένοχη σιωπή, Κατερέλος Αρσένιος, αρχιμανδρίτης






 Θά πρέπη νά διαθέτη κανείς μεγάλη δόση ἀναισθησίας, ὥστε νά μήν ἀναγνωρίζη ὅτι μεγάλες καί κραταιές χῶρες, πέραν τῆς Μεσογείου καί τοῦ Ἀτλαντικοῦ, διασφαλίζουν ἐν μέσῳ τῆς γῆς ὡς ἄλλος Ἄτλας τήν παγκόσμια εἰρήνη. Καί χρειάζεται νά εἶναι κανείς προκατειλημμένος καί νά τρέφη κακία στήν στενή του καρδιά, ὥστε νά μήν ἀναγνωρίζη τήν ἑτοιμότητα καί τό ἀστραπιβόλον τοῦ big brother.

Τοῦ Μεγάλου τοὐτέστιν Ἀδελφοῦ, ὁ ὁποῖος προλαμβάνει, ὡς παγκόσμιος χωροφύλαξ, ἀποκαθιστᾶ τήν ἀδικία καί περιφρουρεῖ τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μικρῶν καί ἀσήμων κατά κόσμον λαῶν καί μάλιστα τῶν Χριστιανικῶν καί δή αὐτῶν τῶν «ταλαιπώρων Ὀρθοδόξων».
...ς ἀφήσωμε ὅμως ὅσους ὑπνώττουν τόν «νήδυμον» καί ὅσους εὑρίσκονται «εἰς τάς ἀγκάλας τοῦ Μορφέως» ἀπολαμβάνοντας τά εἰδησεογραφικά νανουρίσματα τῶν Μ.Μ.Ε. Ἄς φύγωμε ἀκροποδητί ἀπό τήν εἰκονική πραγματικότητα καί ἄς ἔλθωμε στήν φρικτή πραγματικότητα..., ἄς περιδιαβοῦμε, ἐν κώμαις καί ρύμαις, στίς ἀρχαῖες καί ὀνομαστές Συριακές περιοχές, μικρές τε καί μεγάλες. Καί, ἐάν μέσα στήν ὕπαρξί μας ἔχη ἀπομείνει λίγο δάκρυ ἤ κάποιος στεναγμός, ἐμπρός λοιπόν, ἄς μή διστάσωμε νά τά προσφέρωμε σπονδή στίς ἑκατόμβες τῶν ἀδελφῶν μας Ὀρθοδόξων Χιστιανῶν.
Ναί, τό φέρνει ὁ ἄνεμος τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, «φωνή σπαρακτική ἠκούσθη, θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς. Συρία κλαίουσα τά τέκνα αὐτῆς τά Ὀρθόδοξα καί ἐκλεκτά καί οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν». Ὄντως, πρέπει νά εἶναι κανείς τελείως ἀνάλγητος, ἐάν μπροστά σέ αὐτή τήν πραγματικότητα δέν ἀγανακτῆ. Ἐάν δέν κινῆ «θυμόν τόν δικαιότατον» μπροστά στά ὅσα συμβαίνουν στίς ἡμέρες μας καί ὁπωσδήποτε, θά πρέπη νά ἔχη καταντήσει διεστραμμένη προσωπικότητα, ἐάν δέν ταράσσεται ἀπό τήν ἔνοχη σιωπή τῶν ἰθυνόντων ὅλου τοῦ «ὑπεροχικοῦ φάσματος», πολιτικοῦ καί πνευματικοῦ. Τῶν ἀνθρώπων δηλ. αὐτῶν πού, ἀντί νά ὑψώνουν φωνή διαμαρτυρίας, κατήντησαν νά ἐξευτελίζωνται διεθνῶς μέ τήν ἐκνευριστική «σιωπή τῶν ἀμνῶν» πού ἐπιδεικνύουν σέ ὅσους φοβοῦνται καί ἀνυπερθέτως ὑπολογίζουν (ποιούς ἄραγε;).
Πόσο, ἀλήθεια, τά ἴδια τά γεγονότα φανερώνουν ὅτι οἱ κατέχοντες τίς κορυφές τῆς πολιτικῆς καί πνευματικῆς- θρησκευτικῆς-«ἐκκλησιαστικῆς» ἐξουσίας ἀποδεικνύονται κατώτεροι τῶν περιστάσεων… Ὄχι ἁπλῶς κατώτεροι, ἀλλά καί ἐπιζήμιοι, ἀφοῦ παρουσιάζουν ἀνεπάρκεια στήν διαχείρισι τῶν ἐθνικοπολιτικῶν θεμάτων καί στήν ὑπεράσπισι τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἤ τό ἀκόμη χειρότερο, ἀποδεικνύουν ὀλιγωρία ὅταν τά διεθνῆ γεγονότα ξεπερνοῦν τίς «φυσιολογικές ἐντάσεις» καί ὑπερκαλύπτουν «τά κόκκινα σημεῖα τοῦ κινδύνου καί τῆς καταστροφῆς»...
Ἔτσι λοιπόν ἐφθάσαμε νά βλέπωμε ἐκεῖνα πού εἶναι ἀδύνατον νά προσέξη κανείς, δίχως νά ταραχθῆ ἡ ὕπαρξίς του συθέμελα. Βλέπομε δηλ. τήν σφαγή τῶν Χριστιανῶν στήν Συρία καί στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, καί ὄχι μόνο, δίχως νά «κινῆται φύλλο» διαμαρτυρίας καί ἀντιδράσεων ἀπό τόν λεγόμενο «Χριστιανικό, πολιτισμένο καί ἐλεύθερο κόσμο». Φθάσαμε στό σημεῖο, αὐτή ἡ πραγματικότητα, δηλ. ἀποκεφαλισμοί ἀνθρώπων, μαρτύρια κλπ. πού ἐμφανίζουν σέ βίντεο, τά ὁποῖα ἀνεβάζουν στούς διαδικτυακούς ἱστοτόπους, νά ξεπερνᾶ καί τίς πλέον σκληρές σκηνές ἀπό ταινίες βίας και θρίλερ.
Ἀλλά, ἄς μή σταθοῦμε στίς περιγραφές συγκλονιστικῶν σκηνῶν, πού τά σύγχρονα Μαρτυρολόγια θά περιγράψουν, ἀργά ἤ γρήγορα, μέ κάθε λεπτομέρεια, καί θά προβληματίζεται κανείς, ἐάν οἱ ἐκλεκτές αὐτές ὑπάρξεις πού πορφυρώνουν μέ τό τίμιο αἷμα τους τήν «καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολήν», εἶναι ἁπλοί Μάρτυρες ἤ Μεγαλομάρτυρες, ὅπως ἦσαν οἱ ἀρχαῖες μορφές τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ἔτι πλέον. Ὄχι, δέν θά ἐπιμείνωμε στίς περιγραφές τῶν τελευταίων στιγμῶν τῶν Νεομαρτύρων, μεγάλων, μικρῶν, ἀκόμη καί βρεφῶν, πού οἱ ψυχές τους ἀπό τοῦ νῦν κράζουν «φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες ἕως πότε ὁ Δεσπότης, ὁ Ἅγιος καί Ἀληθινός, οὐ κρινεῖς καί ἐκδικεῖς τό αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπί τῆς γῆς;» ( Ἀποκ. ΣΤ´ 10). Θά σταθοῦμε ὅμως στό πλαίσιο τῆς ἐνεστώσης ἀνάγκης, ἐλέγχοντας τήν νοοτροπίαν καί τά ἐγκλήματα τῶν «μεγάλων καί τῶν τρανῶν», πού στήν πρᾶξι ἀποδεικνύονται μικροί, ρηχοί καί ἀπάνθρωποι.
Εἶναι δυνατόν, οἱ κύριοι αὐτοί, νά ἀπαιτοῦν ἐμπιστοσύνη ἀπό τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅπου γῆς, ὅταν ἡ ὅλη τακτική τους ἀποδεικνύη τήν ἀνακολουθία τῶν ἰσχυρισμῶν τους περί δικαιοσύνης καί τήν ὑποκρισία τους μπροστά στό δρᾶμα τῶν Χριστιανῶν καί τοῦ κάθε ἀνθρώπου; ...Τί ἔγιναν ὅμως τώρα ὅλες αὐτές οἱ ὑποσχέσεις; Γιατί αὐτή ἡ παγερή σιωπή; Γιατί αὐτός ὁ πάγος, ἔστω καί σέ ἁπλές δηλώσεις συμπαραστάσεως; Μήπως ὁ βαρύς παγετός τῆς χώρας του ἔφθασε καί μέσα στίς καρδιές τους καί, λόγῳ τοῦ νεοπλουτισμοῦ, πραγματοποιήθηκε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Διά τό πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν»; (Ματθ. ΚΔ´ 12).
Ἄνευ ἀμφιβολίας, γιά ἄλλη μία φορά ἀποδεικνύεται ἀληθινός, τραγικά ἀληθινός, ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Γραφῆς: «Μή πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας ἐπί υἱούς ἀνθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. ΡΜΕ´ 3). Σίγουρα, δέν θά μᾶς σώσουν οἱ ἄρχοντες καί τοσούτῳ μᾶλλον, καθ᾽ ὅσον ἀπό τήν ζωή τους καί ἀπό τά νομοθετήματά τους (τά ἔργα τῶν βεβήλων χειρῶν τους) ἐξοβελίζουν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί πέφτουν, καί οἱ ἴδιοι, καί τά δύσμοιρα ἔθνη τους στά γρανάζια τῶν ποικίλων λεσχῶν καί σκοτεινῶν παραγόντων...
Ἀλλά, ἐκτός τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, πού εἶναι ἕτοιμες νά νομοθετήσουν γιά ποικίλα ἄλλα ἀπαράδεκτα θέματα, καί τούς πλέον ἀφύσικους νόμους, μέ τό πρόσχημα δῆθεν τῆς ἀγάπης, ἐλευθέρας ἐκφράσεως κλπ. ἀδιαφοροῦν ὅμως, γιά νά μήν ἰσχυρισθοῦμε ὅτι χαίρονται μέ τήν μαρτυρική κατάστασι τῶν ὁμοδόξων ἀδελφῶν μας τῆς Συρίας καί ἀλλοῦ. Ἐκτός λοιπόν ἀπό τόν κατάπτυστον αὐτόν τομέα, ὑπάρχει καί ἡ πνευματική-ἐκκλησιαστική ἐξουσία. Ἡ ἐξουσία τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία κατά τεκμήριον θά πρέπη καί ἐπιβάλλεται νά ὑψώση ἕως τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, φωνή διαμαρτυρίας.
Αὐτό, εἴπαμε πώς θά ἔπρεπε νά πραγματοποιῆται. Ὅμως, ἐπειδή δέν τό βλέπομε νά πραγματοποιῆται, ἐν προκειμένῳ, ἕνα ἐκ τῶν δύο πραγμάτων θά πρέπη νά συμβαίνη. Ἤ ἐμεῖς χάσαμε τήν ἀκοή μας καί δέν αἰσθανόμαστε τίς δραματικές διαμαρτυρίες καί ἐκκλήσεις τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἡγετῶν, ἤ «κάτι σάπιο ὑπάρχει στό Βασίλειο τῆς Δανιμαρκίας». Καί, ξεκάθαρα, ἡ σιωπή αὐτή τῶν Ποιμένων εἶναι τῷ ὄντι περισσότερο ἐξοργιστική ἀπό ἐκείνη τῶν ἡγετῶν τῆς πολιτείας.
Βεβαίως, ἔχουν καί τό δίκιο τους οἱ ἄνθρωποι. Πῶς εἶναι δυνατόν νά βροῦν χρόνο γιά τίς σφαγές καί τά μαρτύρια; Πῶς εἶναι δυνατόν νά δαπανήσουν ἔστω καί ἕνα λεπτό ἀπό τίς βυζαντινές καί μεγαλοπρεπεῖς τελετές καί τήν τήρησι τοῦ πρωτοκόλλου, πού κινδυνεύει νά λάβη «δογματική ἀξία»; Ἄλλωστε, ἡ ἀσκητική ζωή τῶν ἡγετῶν δέν τούς ἐπιτρέπει νά ἔχουν τήν πολυτέλεια τῆς πληροφορήσεως σέ παγκόσμια κλίμακα. Δέν μποροῦν, φαίνεται, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί νά γνωρίζουν τί συμβαίνει στό ἄλλο ἄκρο τῆς γῆς, οὔτε κἄν τό τί διαδραματίζεται στόν πολυπαθῆ χῶρο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.
Ἀλλά, ἴσως τώρα ρωτήσουν κάποια «τέκνα τῆς ὑπακοῆς». Ἐπί τέλους, μπορεῖ νά συγκριθῆ ἡ σφαγή τῶν Χριστιανῶν, καί μάλιστα τῶν Ὀρθοδόξων κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, μέ τήν «μόλυνσι τῆς ἀτμοσφαίρας» καί μέ τήν τῆξι τῶν πάγων τῆς Ἀνταρκτικῆς; Μά, ἐδῶ, μέρα μέ τήν ἡμέρα, ἐπίκειται ἡ ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν καί κατόπιν ἡ ἕνωσις ὅλων τῶν θρησκειῶν. Ἐδῶ, ὀρθώνεται ἐνώπιόν μας «κοσμογονικόν ἔργον», ἄν ὄχι «θεογονικόν». Εἶναι δυνατόν τώρα νά χαλᾶμε τίς καρδιές μας μέ κάποιες ἀκρότητες πού συμβαίνουν στήν Συρία καί ἀλλαχοῦ; Ὄχι βέβαια. Δέν ἐπιτρέπεται φωνή διαμαρτυρίας, ἀλλά «σιωπή καί προσευχή». «Τήν ἡσυχία μας πρό πάντων μέσα στό ἀδιατάρακτον καί στό ἀνέπαφον»…
Αὐτό λοιπόν δείχνει ἡ ἄχρι τοῦδε τακτική κάποιων ἐκ τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν. Ὅσο δέ γιά τό Π.Σ.Ε., ὅπου τελευταίως φαίνεται νά δείχνη ἰδιαίτερη κατανόησι στίς χειροτονίες τῶν γυναικῶν καί ἰδιόμορφο σεβασμό στίς «σεξουαλικές ἰδιαιτερότητες», μέ τήν ἀπόλυτη σιωπή του, ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Χριστιανικοῦ διωγμοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι πράγματι εἶναι συνεπέστατο στό «δόγμα καί στό ἦθος» τῶν ἐπιλέκτων του μελῶν καί τῶν ποικίλων του ὀπαδῶν…
Καί θά ἔλεγε κανείς, καλά, ἀπό τό Π.Σ.Ε. οὐδείς ἀναμένει κάτι τό ἀξιόλογον. «Ἐκ κόρακος κρᾶ». Ἀπό τήν πλάνη, τίς κακοδοξίες, τίς αἱρέσεις καί τίς διαστροφές, τό μόνο πού ἀναμένεται εἶναι «λοιμική νόσος» καί ἐπιδρομή «λύκων ἐν δορᾷ προβάτου» στήν μάνδρα τοῦ ποιμνίου. Καλά λοιπόν ὅσοι ἀνήκουν στούς «κόλπους τῆς ποικίλης διαφθορᾶς» σιωποῦν.
Τί κάνουν ὅμως τόσα Πατριαρχεῖα, τόσες Ἀρχιεπισκοπές,

Ομοφυλοφιλία κατά τον ι. Χρυσόστομο, Γεωργίτση Κ.



OMOΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ  «ΕΛΕΓΧΟΣ»
κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον
ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΥΤΗΣ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
              
τοῦ Kων/νου  Γεωργίτση 
       Ὅλα ἐκεῖνα τά πάθη, πού ἡ ἀδιάφορη πρός τό καλό ἀνθρωπίνη προαίρεσις, ἐπιτρέπει νά εἰσάγονται στήν ἀνθρωπίνη φύση, καί τά ὁποῖα, κατά τήν Ὀρθόδοξη θεολογική ὁρολογία, χαρακτηρίζονται ἀσύγγνωστα, (δηλαδή ἄνευ συγγνώμης, ἐκτός ἐάν ἐκδηλωθῆ μετάνοια γι’ αὐτά) καί τά ὁποῖα συνοψίζονται στούς ὅρους ἀκολασία, ἀνηθικότης, ἀσέλγεια, ἀποτελοῦν παράγοντες ἀτιμώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, καί εἶναι βδέλυγμα ἔναντι τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.
          Ὅμως ἀτιμωτικώτερo τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως –ἡ ὁποία ἐπλάσθη κατ’ εἰκόνα Θεοῦ μέ δυνατότητα νά ἐπιτύχει, ἀγωνιζομένη καί τό «καθ’ ὁμοίωσιν» – καί βδελυρώτερο ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἐξ ὅλων τῶν παθῶν εἰς τά ὁποῖα διολισθαίνει καί τά ὁποῖα αὐτοβούλως μετέρχεται καλλιεργώντας αὐτά, ὁ «ἐκ νεότητος αὐτοῦ ἐπί τό πονηρόν κείμενος» ἄνθρωπος, εἶναι τό ἀνομολόγητον πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Καί αὐτό συμβαίνει, διότι οἱ μετερχόμενοι τοῦτο τό –ἐπακόλουθο παραφροσύνης– πάθος, προσβάλλουν –ἐν ἐπιγνώσει– μέ ἀπίστευτα βίαιη σφοδρότητα τήν ἀνθρώπινη φύση.
Ἡ δέ τοιαύτης μορφῆς προσβολή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, συνιστᾶ τήν –ἐν παραφροσύνῃ– ἀποκορύφωση διεστραμένης ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς, διότι∙ ἀφ’ ἑνός μέν ὑπερβάλλει ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων τά ὁποῖα διαπράττει ὁ ἄνθρωπος, χρησιμοποιῶν ὡς ὄργανον τό σῶμα του, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἀποτελεῖ τόν κύριον καί κατ’ ἐξοχήν παράγοντα ὑπερβάσεως, –ἐκ μέρους τοῦ διολισθήσαντος εἰς τό ἀτιμωτικώτατον διά τήν ἀνθρωπίνη φύσιν πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας– ἀκόμη καί τῆς καταστάσεως ἐκείνης ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται μέ τόν ὅρον, ἀποκτήνωσις(!!!).
          Ἀσφαλεστάτη κατοχύρωση τῶν ὡς ἄνω καί σαφεστάτη ἐπιβεβαίωσή των, συνιστᾶ, ὄχι βεβαίως ἡ ἔρευνα