Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΟΛΥΣΜΟΣ, Ο "ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ", Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ




Ὁ Ἀμέθυστος δημοσίευσε ἕνα κείμενο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα (καὶ κάποια σχόλια) μὲ σκοπὸ νὰ «χτυπήσει» ὅσους ἐφαρμόζουν μιὰ ἐκκλησιαστικὴ τακτικὴ ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τὴν Ἀποτείχιση καὶ μὲ ἀφορμὴ τὸ τελευταῖο ἄρθρο τοῦ π. Εὐθύμιου (ἐδῶ). Τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς διὰ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου, τὴν διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες –στηριζόμενοι σὲ Ἁγιογραφικὰ κείμενα– καὶ ἔχουν ἀποκρυσταλλώσει τὸν τρόπο ἀποτειχίσεως καὶ διὰ Ἱερῶν Κανόνων.
Οὐδεμία, ὅμως, προσπάθεια κάνει ὁ Ἀμέθυστος, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ ἑκατοντάδες ἁγιοπατερικὰ κείμενα ποὺ προσκομίζουμε καὶ τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν στὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔχει ἐπιλέξει ἄλλη ὁδὸ ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρετικῶν.
Ἔτσι, μὲ λογικοφανῆ μονοσήμαντα ἐπιχειρήματα καὶ διαστρέφοντας τὶς θέσεις μας, ἀποφεύγει μὲν τὴν κριτικὴ τῶν κειμένων τῶν Ἁγίων, ἐπικεντρώνει δὲ τὴν πολεμική του σὲ μᾶς ποὺ τὰ ἐπικαλούμαστε (ἀφοῦ ἀποτελοῦμε τὸν εὔκολο στόχο), γιατὶ δὲν θέλει νὰ κάνει διάλογο, ἀλλὰ νὰ πλήξει τὴν πράξη τῆς ἀποτειχίσεως ποὺ αὐτὸς δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσει.
Πρὸς τοῦτο (εἰδικὰ γιὰ τὸ θέμα τοῦ Μολυσμοῦ)
α) Ἐπιστρατεύει ἕνα κείμενο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα, τὸ ὁποῖο ὁμιλεῖ γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δώρων στὸ Ναὸ ἀπὸ πονηροὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ ὄχι ἀπὸ αἱρετικούς!
β) Τὸ κείμενο αὐτὸ οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὸ θέμα, τὸν μολυσμὸ δηλαδὴ ποὺ κατὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη (κι ὄχι κατὰ τοὺς ἀποτειχισμένους καὶ τὸν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ) λαμβάνει, ὅποιος κοινωνεῖ μὲ αἱρετικούς ἢ μὲ τοὺς κοινωνοῦντας «τοῖς αἱρετικοῖς» (ἐρευνητέον, βέβαια, τὸ πῶς ἐννοοῦν αὐτὸν τὸν μολυσμὸ οἱ Ἅγιοι).
Ὁ Ἀμέθυστος, ἂν ἤθελε ἀδελφικὰ νὰ προσφέρει στὴν εὕρεση τοῦ «νοῦ τῶν Πατέρων» στὸ ἐν λόγῳ θέμα, θὰ ἔπρεπε νὰ προσπαθήσει, καταθέτοντας ἀνάλογα κείμενα, νὰ μᾶς πεῖ, τί –κατὰ τὴν γνώμη του– ἐννοοῦν οἱ Πατέρες μὲ τὸν μολυσμό, ποὺ ἐμεῖς δὲν τὸ καταλάβαμε καὶ (κατὰ τὴν κατηγορία ποὺ μᾶς προσάπτει) τὸ παρερμηνεύσαμε καὶ ἄρα (κατ' αὐτόν) εἴμαστε σχισματικοὶ ἢ αἱρετικοί!
Πόσο ἔντιμο εἶναι νὰ ἐτικετάρεις κάποιους ὡς αἱρετικούς, ἐπειδὴ ἐπικαλοῦνται τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, χωρὶς νὰ καταδέχεσαι νὰ καταδείξεις, ποῦ –αὐτοὺς τοὺς συγκεκριμένους Ἁγίους– τοὺς παρερμηνεύσαμε, χωρὶς νὰ δώσεις ἐσὺ ποὺ ξέρεις –καὶ ποὺ ἰσχυρίζεσαι πὼς παρερμηνεύσαμε– τὴν σωστὴ ἑρμηνεία στὰ κείμενα; Ἀντίθετα νὰ καταφεύγεις σὲ ἄλλα κείμενα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἀνάξιους-πονηροὺς γιὰ προσφορὰ δώρων, ἀλλ’ ὄχι γιὰ αἱρετικούς;
Παραθέσαμε στὴν ἀμέσως προηγούμενη ἀνάρτηση τὸ κείμενο τοῦ Καβάσιλα (ἐδῶ), τὸ ὁποῖο, παρότι ἀναφέρεται σὲ ἄλλο θέμα, δίνει ἀφορμὴ γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ μολυσμοῦ. Στὴ συνέχεια παραθέτουμε κάποια τμήματα ἀπὸ τὶς τελευταῖες περὶ μολυσμοῦ δημοσιεύσεις τοῦ π. Εὐθύμιου. Ὁ π. Εὐθύμιος γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν μολύνεται. Παρουσιάζει τὰ κείμενα ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ μολυσμό, γιατὶ μολυσμός (κατὰ τοὺς Ἁγίους) ὑφίσταται. Αὐτὸν τὸν μολυσμὸ ἐπιχειρεῖ νὰ καταγράψει καὶ νὰ κατανοήσει, παρακαλεῖ δέ, ὅποιον ἔχει πρὸς τοῦτο πατερικὰ κείμενα καὶ ἑρμηνεία τοῦ μολυσμοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος δὲν βρῆκε, νὰ τὰ καταθέσει στὴ συζήτηση.

Ἀπὸ τὶς περὶ μολυσμοῦ δημοσιεύσεις


τοῦ π. Εὐθύμιου τρικαμηνᾶ



Πάντοτε λοιπόν, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά μολυσμό τῶν Ἁγίων, ἐννοοῦμε τήν ἰδική μας βέβηλο συμμετοχή καί ἔνοχο προαίρεσι καί ὄχι, αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἅγια, ὅτι βεβηλώνονται ἤ μολύνονται μέ βασική ἔννοια σάν μόλυνσι ὅτι αὐτή μεταδίδεται σέ ὅλους τούς συμμετέχοντας, ἔστω καί ἄν διαφωνοῦν ἤ ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα.

Χριστός βεβαίως εναι παθής καί δέν μολύνεται, οτε ταν τόν βλασφημομε, οτε ταν τόν κοινωνομε ναξίως, οτε ταν μνημονεύομε στή Θ. Λειτουργία αρετικό πίσκοπο.
μόλυνσις λοιπόν ατή χει δύο ννοιες. Πρτον τι διά τς μνημονεύσεως το αρετικο πισκόπου σεβομε ες τό μυστήριο..., καί δεύτερον μολυνόμεθα μες πού μετέχουμε (ν γνώσει μας) διότι ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι τς ρατς κεφαλς, δηλαδή το πισκόπου.

Kατ’ ρχάς πρέπει νά ναφέρωμε τι τά χωρία ωάν. 6, 53-58 καί τά παρόμοια, τά ποα μιλον γιά τό τι, ν δέν κοινωνήσωμε τό σμα καί τό αμα το Χριστο, δέν χομε ζωή καί δέν σωζόμεθα, σχύουν μόνον φ’ σον δυνάμεθα νά μετέχωμε ες τά μυστήρια καί πό ρθόδοξες πηγές. Καθ’ σον τά μυστήρια δέν λειτουργον μαγικά ες τρόπον στε, ποιος κοινωνε, ατομάτως γιάζεται θεοποιεται, λλά χρειάζεται καί σωστή προσέλευσις, διότι σύμφωνα μέ τόν π. Παλο (Α΄ Κορ. 11, 27-30) λειτουργον ν ναντί περιπτώσει καί ρνητικά καί πιφέρουν  κατάκρισι, κόλασι καί πολλές φορές κόμη καί σωματικό θάνατο. δ λοιπόν σχύει νόμος τς προαιρέσεως, δηλαδή μέ ,τι προαίρεσι προσέλθης, τόση χάρι θά πάρης, ν δέ εναι κακή προαίρεσις διάφορη τυπολατρική κλπ., τότε προσερχόμενοι στή Θ. Κοινωνία παίρνομε κατάκρισι.

δ, μέ πέροχο τρόπο σιος, διδάσκει τόν χρόνο καί τόν τρόπο μέ τόν ποο πρέπει νά προσερχώμεθα στή Θ. Κοινωνία. τρόπος λοιπόν συνοψίζεται ες τό «μετά καθαρς συνειδήσεως μεταλαμβάνειν». χρόνος γκειται ες τήν προαίρεσι το καθενός «ε τι συντομώτερον, ετε χρονιώτερον καί ρος λλος ν τούτ οκ στι ν καθαρ καρδί καθ’ σον δυνατόν τ νθρώπ προσέλευσις». ν πάρχη κανόνας το πνευματικο, πρέπει νά κπληρωθ, καί μετά νά προσέλθωμε στή Θ. Κοινωνία. ν, τονίζει πίσης σιος, πάρχη αρεσις, τότε, εναι ναγκαο νά μείνωμε κοινώνητοι. Διότι ατή μετάληψις μς ποξενώνσει πό τόν Θεό καί μς κάνει μοίους μέ τόν διάβολο: «Τό γάρ κοινωνεν παρά αρετικο προφανος διαβεβλημένου κατά τόν βίον, λλοτριο Θεο, καί προσοικειο τ διαβόλ». Σ’ ατήν τήν κατηγορία νήκουν καί ο δημοσίως διαβεβλημένοι, γιά τούς ποίους π. Παλος διδάσκει τι δέν πρέπει οτε νά συντρώγωμε (Α΄ Κοριν. 5,11).

Στήν προκειμένη περίπτωσι σιος ναφέρεται ες τούς αρετικούς ο ποοι κινοντο μέσα στήν κκλησία, εχαν αρετικά φρονήματα καί δέν εχαν καταδικασθε πό Σύνοδο οτε ατοί οτε αρεσίς των, δέ πιστολή ατή χει ναφορά στή μοιχειανική αρεσι.
Ες τό σημεο ατό μπλέκεται καί τό θέμα τς μνημονεύσεως. Δηλαδή δέν παγορεύουν ο Πατέρες μόνο νά κοινωνομε πό αρετικούς, λλά παγορεύουν νά κοινωνομε καί στή Θ. λειτουργία πού μνημονεύεται αρετικός πίσκοπος, στω καί ν ερεύς, ποος τελε τήν Θ. λειτουργία, εναι ρθόδοξος. Ατό τό ναφέρει σιος ν συνεχεί στήν δια πιστολή: «Γνωστόν δέ πσιν τι νν αρεσις ν τ καθ’ μς κκλησί κατακρατοσα τν Μοιχιανν στι. Φεσαι τοίνυν τς τιμίας σου ψυχς μετά τν δελφν καί τς κεφαλς. φης δέ μοι, τι δέδοικας επεν τ πρεσβυτέρ σου, μή ναφέρειν τόν αρεσιάρχην. Καί τί περί τοτου επεν σοι τό παρόν, ο καθορ. Πλήν τι μολυσμόν χει κοινωνία κ μόνου το ναφέρειν, κν ρθόδοξος εη ναφέρων» (P.G. 99, 1668 C, Φατ. 553, 847, 31).
δ σιος ξεκαθαρίζει τό θέμα τς μνημονεύσεως καί ναφέρει τι μέ τήν μνημόνευσι το αρετικο πισκόπου μολύνεται Κοινωνία στω κι ν εναι ρθόδοξος προσφέρων τήν θυσία ερεύς: «μολυσμόν χει κοινωνία κ μόνου το ναφέρειν, κν ρθόδοξος εη ναφέρων». σιος δηλώνει ξεκάθαρα τι μολυσμός γίνεται μέ τήν ναφορά (μνημόνευσι) το αρετικο πισκόπου· εναι δηλαδή σά νά βάζωμε μέσα στό γιο ποτήριο μέ τήν μερίδα το πισκόπου μία βρωμιά καθαρσία.
Χριστός βεβαίως εναι παθής καί δέν μολύνεται, οτε ταν τόν βλασφημομε, οτε ταν τόν κοινωνομε ναξίως, οτε ταν μνημονεύομε στή Θ. Λειτουργία αρετικό πίσκοπο.
μόλυνσις λοιπόν ατή χει δύο ννοιες. Πρτον τι διά τς μνημονεύσεως το αρετικο πισκόπου σεβομε ες τό μυστήριο..., καί δεύτερον μολυνόμεθα μες πού μετέχουμε (ν γνώσει μας) διότι ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι τς ρατς κεφαλς, δηλαδή το πισκόπου.
δ πιπροσθέτως ναφέρομε τι, νέκαθεν διδαχθήκαμε, πώς στή Θ. Λειτουργία δέν μνημονεύομε αρετικούς, διότι τό γιο δισκάριο εναι τύπος τς κκλησίας καί ο αρετικοί εναι κτός κκλησίας. ν λοιπόν δέν πιτρέπεται νά μνημονεύωμε τόν οονδήποτε αρετικό, πολύ περισσότερο δέν μνημονεύομε τόν αρετικό πίσκοπο, μέ τήν μνημόνευσι το ποίου, παναλαμβάνω, δείχνουμε τι ταυτιζόμεθα ες τήν πίστι.

ναφέρουν λοιπόν ο γιορετες Πατέρες τά ξς... γιά τό θέμα τς μνημονεύσεως: « μέγας του Κυρίου πόστολος κα εαγγελιστς ωάννης λέγει· “ε τις ρχεται πρς μς κα ταύτην τν διδαχν ο φέρει μεθ᾿ αυτο, χαίρειν ατ μ λέγετε, κα ες οκίαν μ λαμβάνετε· γρ λέγων ατ χαίρειν, κοινωνε τος ργοις ατο τος πονηρος”. Ε δ πλς ν δ χαίρειν ατ κωλυόμεθα λέγειν, ε τ εσάγειν ες οκίαν κοινν εργόμεθα, πς οκ ν οκί, λλ᾿ ν να Θεο λλ᾿ ν ατος τος δύτοις π τς μυστικς κα φρικτς τραπέζης το Υο το Θεο θύτως σφαγιαζομένου».
Κατωτέρω ο Πατέρες ναφέρουν τά ξς: «Ε γρ τ πλς χαίρειν επεν, κοινωνίαν δίδωσι τος ργοις τος πονηρος, πόσον διάτορος ατο μνημοσύνη κα τατα ατν τν θείων μυστηρίων φρικτς προκειμένων». δ διδάσκουν ο Πατέρες, δρασμένοι στερες πί τς γίας Γραφς, τι διά τς μνημονεύσεως χουμε κοινωνία μέ τήν αρεσι καί εναι σά νά τήν ποδεχώμεθα κι μες πού μνημονεύουμε τόν αρετικό πίσκοπο. Ατό συμβαίνει, διότι Θ. Λειτουργία εναι μυστήριο νότητος μέ τόν Χριστό οράτως καί μέ τήν ρατή κεφαλή πού εναι πίσκοπος. Μέ τόν Χριστό νωνόμεθα κατά τήν προαίρεσι καί τόν προσωπικό μας γνα, πως νωτέρω ναφέραμε, ν μέ τήν ρατή κεφαλή νωνόμεθα καί νσωματούμεθα ναγκαίως, διότι μνημόνευσις το πισκόπου σημαίνει τι τόν ποδεχόμεθα ς ρατή κεφαλή καί ς μόπιστο μέ μς. Δι’ ατό ο Πατέρες μς δίδουν νά κατανοήσωμε τό θέμα το μολυσμο το μυστηρίου καί τς συμμετοχς μας ες ατόν τόν μολυσμό. Διότι μέσα στό γ. Ποτήριο εναι σάν νά βάζωμε μία καθαρσία ( αρεσις εναι χειρότερη πό καθαρσία), τήν ποία μάλιστα ψευδόμενοι χι σέ νθρώπους λλά στόν διο τόν Χριστό τήν παρουσιάζομε σάν διαμάντι ρθοδόξου πίστεως.

μες πάλι μολυνόμεθα κατά δύο τρόπους, φ’ νός μέν διότι μολογομε στήν ερώτερη στιγμή τν φρικτν μυστηρίων, τι χομε νσωματωθ σάν ργανικό μέλος μις αρετικς κεφαλς καί φ’ τέρου, κοινωνώντας πό τό μυστήριο, τό ποο τό βεβηλώσαμε ν γνώσει καί τό κατεβάσαμε στόν δη. δ πάρχουν (γιά τούς ν γνώσει μνημονεύοντας τούς αρετικούς Οκουμενιστές καί κοινωνοντες πό ατά τά μυστήρια) καί λλες βαρύτατες μαρτίες, πως δειλία καί συμβιβασμός, συμμετοχή μας στόν ετελισμό το μυστηρίου, τό βόλεμα καί σφάλεια πού νοιώθουμε, ταν συμπορευόμεθα μέ τούς πολλούς καί ξουσιαστές, διαιώνισις τς αρέσεως κλπ.
ν συνεχεί ο γιορετες Πατέρες, προκειμένου νά μς δώσουν νά καταλάβωμε τό τί γίνεται στή Θ. Λειτουργία πού μνημονεύεται αρετικός πίσκοπος, ναφέρουν τά ξς: «Ε δ προκείμενος ατός στιν ατοαλήθεια, πς ν τ μέγα τοτο ψεδος δέχηται εκάζειν εκός, τ συντάττειν ατν ς ρθόδοξον πατριάρχην μεταξ τν λοιπν ρθοδόξων Πατριαρχν, ν καιρ φρικτν μυστηρίων, σκηνικς παίξομεν;».
δ ο Πατέρες μς δίδουν νά κατανοήσωμε καί μέ λλο τρόπο τόν μολυσμό το μυστηρίου, διότι μέσα στή Θ. Λειτουργία νακατεύουμε τήν Ατοαλήθεια ( Χριστός) μέ τό ψεδος στήν χειρότερη δογματική του μορφή ( αρεσις). Διά τς μνημονεύσεως πίσης, συντάσσομε τόν Οκουμενιστή πίσκοπο μεταξύ τν ρθοδόξων πισκόπων...

Εναι νάγκη δ νά προσθέσωμε τι κοινωνία πίστεως δέν χομε μόνο μέ τούς αρετικούς κατά τήν μνημόνευσι στή Θ. Λειτουργία, λλά καί κατά τό μυστήριο το βαπτίσματος. Ατό τό ναφέρουν ο γιοι πόστολοι στίς ποστολικές διαταγές ς ξς: «ς γάρ ες Θεός καί ες Χριστός καί ες Παράκλητος, ες δέ καί το Κυρίου ν σώματι θάνατος, οτος ν σθω καί τό ες ατόν διδόμενον βάπτισμα∙ ο δέ παρά σεβν δεχόμενοι μόλυσμα κοινωνοί τς γνώμης ατν γενήσονται» (ποστολικοί Πατέρες ΕΠΕ 1, 298, 28).
δ πάλι ο γιοι πόστολοι τό βάπτισμα τό θεωρον μολυσμένο μυστήριο, διότι τελεται πό αρετικούς (δέν πρχαν τότε ο καταδικασμένοι πό Συνόδου καί ο μή καταδικασθέντες, λλά ο χοντες αρετικά φρονήματα) καί πίσης τονίζουν τι, ο βαπτισθέντες π’ ατν, μολύνονται καί ς πρός τήν πίστι διότι «κοινωνοί τς γνώμης ατν γενήσονται».
Τόν διο μολυσμό δέχεται καί κάποιος, ποος χειροτονεται πό αρετικό πίσκοπο. Ατό τό ναφέρει σιος Θεόδωρος Στουδίτης, μιλώντας μάλιστα γιά πίσκοπο, ποος εχε ποπέσει στήν μοιχειανική αρεσι, καί κανε χειροτονίες σέ κάποιο μοναστήρι. θεραπεία ατς τς καταστάσεως συντελεται μέ τήν ποτείχισι το πισκόπου πό τήν μοιχειανική αρεσι, πότε, διδάσκει σιος, γίνονται μέσως ποδεκτές καί ο χειροτονίες του.
«Τ πρεσβυτέρ καί γουμέν καλς πεκρίθης...».
δ σιος συμβουλεύει ατόν τόν γούμενο νά μήν λειτουργ στό ναό ποος γκαινιάστηκε πό ατόν τόν μοιχειανό πίσκοπο καί θά εναι μακάριος διά τς μολογίας, μπράκτως, τς πίστεως. δ μολυσμός, σύμφωνα μέ τόν σιο, γκειται στήν γκυρότητα καί στή νοθεία το μυστηρίου τς χειροτονίας «οχ οόν τε ος χειροτονε τ ληθεί εναι λειτουργούς θεο»...

Ποία μως εναι φέλεια πό τόν προσωπικό των γνα καί εδικά πό τήν συμμετοχή των στή Θ. Κοινωνία; ταν κάποιος κοινωνε τό σμα καί τό αμα το Χριστο πρέπει κανονικά νά λλοιώνεται, νά μεταβάλλεται σέ σημεο πού νά θέλη νά θυσιασθ γιά τήν γάπη το Χριστο. Πρέπει δηλαδή Χριστός νά κυριαρχ μέσα του, ποος, πέραν τν λλων θά τόν φωτίση καί γιά τά θέματα τς πίστεως καί τς αρέσεως, τά ποα κατατρώγουν τήν κκλησία καί λλοιώνουν τόν χαρακτρα της. φ’ σον λοιπόν κοινωνομε καί διάθεσίς μας δέν μεταβάλλεται, οτε φωτιζόμεθα γιά τό δέον γενέσθαι στά θέματα τς πίστεως, νομίζω τι, πέραν το μολυσμο γιά τόν ποο μίλησαν ο γιοι, χουμε καί κατάκρισι, διότι χρησιμοποιομε τή Θ. Κοινωνία ς μέσον γιά νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας καί νά πείσωμε τόν αυτόν μας τι εμεθα καλοί κι εσεβες Χριστιανοί. 
Ο γιοι καί ο ρθόδοξοι ν καιρ αρέσεως θελαν τήν Θ. Κοινωνία γιά νά νισχυθον στόν γνα, νά φθάσουν στό μαρτύριο καί νά μήν προδώσουν, οτε νά λιγωρίσουν στό λάχιστο. Δι’ ατό καί ταν δέν δύναντο νά συμμετέχουν στό μυστήριο γιά οονδήποτε λόγο, εχαν τή Χάρι το Θεο λόγ τς γαθς (μαρτυρικς ν προκειμέν) προαιρέσεως καί πιτελοσαν τό χρέος των, τό ποο ν καιρ αρέσεως εναι πρωτίστως νά μήν ποστείλωμε τή σημαία τς μολογίας τς πίστεως. Ο ρθόδοξοι σήμερα κοινωνον καί ρκονται σ’ ατό, λές καί Θ. Μετάληψις (ν καιρ αρέσεως πάντοτε) εναι δείκτης τς νομιμότητος καί τό ριο ες τό ποο, ταν φθάσουν ξετέλεσαν λα τά καθήκοντά των.
Δι’ ατόν κριβς τόν λόγο καί ο νεόκοπες καί νεοεποχίτικες θεωρίες το Περγάμου ωάννου Ζηζιούλα θέλουν τόν πίσκοπο κατ’ ξοχήν λειτουργό, μέ μόνο καί κύριο σκοπό καί στόχο τήν λειτουργική σύναξι καί τούς Χριστιανούς νά λειτουργονται καί νά μεταλαμβάνουν τά μυστήρια. λα δηλαδή ρχίζουν καί τελειώνουν κε, διότι προφανς ατό δέν τούς νοχλε στήν προαγωγή καί πικράτησι τς αρέσεως, οτε βεβαίως καί τούς αρετικούς μέ τούς ποίους ρωτοτροπον ο πίσκοποι τούς νοχλε, ν μες σχολούμεθα μέ τά λειτουργικά μας καθήκοντα, λλά πεναντίας τούς βολεύει. Δι’ ατό μέ τήν παρουσία των (ο Παπικοί, ο Προτεστάντες καί ο Παπαδίνες) βεβηλώνουν καί μολύνουν κατ’ λλον τρόπο τά μυστήρια τν ρθοδόξων, ες πεσμα τν Πατέρων, ο ποοι μέ τήν διακέλευσι «τάς θύρας τάς θύρας, ν σοφί πρόσχωμεν» παιτον τήν πομάκρυνσι κάθε αρετικο τήν ρα τς Θ. Λειτουργίας.

Ὁ δέκατος Κανών, ἐν προκειμένῳ, τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι ἐπί τοῦ θέματος σαφής καί, λακωνικά θά λέγαμε, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». Ἀκοινώνητος δέ, στήν προκειμένη περίπτωσι, εἶναι ὁ ἀποτειχισμένος ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ὡς μή κοινωνῶν μετ’ αὐτοῦ. Πρός ἀποφυγή δέ, τοῦ νά μή κοινωνήση κάποιος Ἐπίσκοπος μέ ἀκοινώνητο κληρικό ἄλλης ἐπαρχίας, οἱ ἱεροί Κανόνες ἀπαιτοῦν τό νά κομίζη ὁ κληρικός, ἀπερχόμενος σέ ἄλλη ἐκκλησιαστική ἐπαρχία καί δικαιοδοσία, τίς λεγόμενες συστατικές ἐπιστολές, μέ τίς ὁποῖες ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κληρικός αὐτός ἔχει κανονική ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπό του. Αὐτό τό ἀναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ὁ δωδέκατος Κανών τῶν ἁγίων Ἀποστόλων: «Εἴ τις Κληρικός, ἤ Λαϊκός, ἀφωρισμένος, ἤτοι ἄδεκτος, ἀπελθών ἐν ἑτέρᾳ πόλει προσδεχθῇ, ἄνευ γραμμάτων συστατικῶν, ἀφοριζέσθω καί ὁ δεξάμενος, καί ὁ δεχθείς».
Ὁ σκοπός τῶν συστατικῶν ἐπιστολῶν εἶναι νά μήν ἐπικοινωνήση ἐκκλησιαστικά κάποιος Ἐπίσκοπος, ἤ ὁ οἱοσδήποτε Ὀρθόδοξος, μέ κάποιον ἄγνωστο κληρικό ἄλλης ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος πιθανόν νά ἔχη αἱρετικά φρονήματα ἤ νά ἔγινε ἀκοινώνητος ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του γιά διάφορους προσωπικούς λόγους.
Δι’ αὐτόν τόν λόγο ὁ τριακοστός τρίτος Κανών τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πέρα τῶν συστατικῶν ἐπιστολῶν, ἀπαιτεῖ νά γίνεται καί προσωπική ἐξέτασις γιά τά Ὀρθόδοξα φρονήματα τοῦ ξένου αὐτοῦ κληρικοῦ καί, ἄν εὑρεθῆ καθ’ ὅλα Ὀρθόδοξος, τότε νά προσδέχεται σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία: «Μηδένα τῶν ξένων ἐπισκόπων, ἤ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι· καὶ ἐπιφερομένων δὲ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν· καὶ εἰ μὲν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν· εἰ δὲ μή γε, τὰ πρὸς χρείαν αὐτοῖς ἐπιχορηγήσαντες, εἰς κοινωνίαν αὐτοὺς μὴ προσδέξησθε· πολλὰ γὰρ κατὰ συναρπαγὴν γίνεται».
Ἐδῶ παρεμπιπτόντως σημειώνουμε ὅτι τό πνεῦμα τῶν Κανόνων εἶναι νά μήν ἐπικοινωνήση ἐκκλησιαστικά κάποιος «κατά συναρπαγή» δηλαδή ἄθελά του καί ἀνεξέταστα μέ κάποιον πού δέν ἔχει Ὀρθόδοξο φρόνημα, ἔστω καί ἄν εὑρίσκεται τυπικά ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Καταλαβαίνουμε καί ἐκ τούτου τό πόσο ξέμακροι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι εἶναι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι, ὄχι «κατά συναρπαγή», ἀλλά ἐν πλήρει ἐπιγνώσει καί καυχώμενοι διά τήν σύνεσι καί διάκρισί των, ἐπικοινωνοῦν πλήρως ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.

Ὀλίγο ἀκόμη ἀνωτέρω στήν ἴδια ἐπιστολή ὁ ὅσιος, διδάσκοντας τήν σπαθαρέα Μαχαρᾶ πότε κάποιος δέν πρέπει νά μεταλαβαίνη,  ἀναφέρει τά ἑξῆς σημαντικά καί ἀναγκαῖα γιά τήν κατανόησι τοῦ θέματος τοῦ μολυσμοῦ τοῦ μυστηρίου: «Εἰ δέ διακρίνεται αὖ πάλιν δι’ αἵρεσιν τοῦτο ἀναγκαῖον· τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον ἀλλοτριοῖ θεοῦ καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ».
Ἐδῶ πάλι ὁ ὅσιος ὁμιλεῖ γιά αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν καταδικαστῆ ἀλλά ἐκινοῦντο εἰς τόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό πέρα τῶν ἄλλων φαίνεται ἀπό τό ὅτι τόν αἱρετικό τόν παραλληλίζει μέ τόν προφανῶς διαβεβλημένο κατά τόν βίο, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἐκινεῖτο χωρίς νά ἔχει καθαιρεθῆ στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2014/09/blog-post_18.html#more

Ἐδῶ ὁ ὅσιος δέν ὁμιλεῖ περί μολυσμοῦ τοῦ μυστηρίου ἤ περί τῆς ἐγκυρότητός του, ἀλλά προφανῶς, στέκεται στήν προαίρεσι τοῦ προσερχομένου, ὁ ὁποῖος, ἄν καί ἐγνώριζε τόν αἱρετικό καί τόν προφανῶς διαβεβλημένο κατά τόν βίο, προσῆλθε καί μετέλαβε ἀπό αὐτόν. Διότι τό μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας δέν μᾶς οἰκειώνει μέ τόν διάβολο, ὅταν εἶναι ἄκυρο, δηλαδή ὅταν δέν εἶναι σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, ἀλλά μᾶς οἰκειώνει μέ τόν διάβολο ἡ αἵρεσις διά τήν ὁποία ἀποκόπτεται κάποιος ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι ἡ αἰτία πού καθίσταται ἄκυρο καί τό μυστήριο. Ὅταν λοιπόν εἶναι ἔγκυρο τό μυστήριο, μᾶς οἰκειώνει μέ τόν διάβολο ἡ κακή προαίρεσις μέ τήν ὁποία προσερχόμεθα καί, εἰδικά, ἡ γνῶσις τῆς αἱρέσεως τήν ὁποία ἀναγνωρίζομε λειτουργικά καί μέ τήν ὁποία ἐνσωματούμεθα μυστηρικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ ἦτο παρών στόν μυστικό δεῖπνο καί μετέλαβε τό πραγματικό σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, οἰκειώθη μέ τόν διάβολο, λόγῳ τῆς κακῆς του προαιρέσεως μέ τήν ὁποία προσῆλθε. Τό ἀναφέρει αὐτό χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἐξιστορώντας τά γεγονότα ὡς ἑξῆς: «...καί μετά τό ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς. λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον» (Ἰωαν. 13,27).
Τό ἴδιο ὑπαινίσσσεται καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ὁμιλεῖ γιά τήν κακή προαίρεσι μέ τήν ὁποία προσερχόμεθα στό μυστήριο: «δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α΄ Κοριν. 11,28-29).

Ἐρχόμεθα τώρα στό σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς πού ὁ ὅσιος ἀναφέρεται στόν μολυσμό τοῦ μυστηρίου. Μετά ἀπό τήν διδασκαλία, γιά τό πότε καί πῶς πρέπει νά μεταλαβαίνωμε τά μυστήρια, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην. καί τί περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν οὐ καθορῶ, πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (Φατ. 553,847,34-P.G 99,1669Α).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι, μέ μόνη τήν ἀναφορά καί μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, μολύνεται ἡ Θεία Κοινωνία,  ἔστω καί ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος κατά τήν πίστι ὁ λειτουργῶν ἱερεύς. Ὁ μολυσμός ἐδῶ δέν ἀναφέρεται ἀσφαλῶς στόν Χριστό, ὅπως κάποιοι ἰσχυρίζονται, ἀλλά στήν προαίρεσί μας καί στήν πρᾶξι μας, μέ τήν ὁποία μολύνουμε καί βεβηλώνουμε τό μυστήριο.
Ἡ μόλυνσι, ὡς ἐκ τούτου, τοῦ μυστηρίου ἔχει τήν ἔννοια ὄχι τοῦ μολυσμένου Χριστοῦ, ἀλλά τῶν μολυσμένων συνδαιτημόνων στήν τράπεζα τοῦ Χριστοῦ. Δι’ αὐτό καί δέν παίρνουμε εὐλογία ἀπό τό μυστήριο, ἀλλά κατάκρισι, ἀνάλογο μέ τήν γνῶσι τοῦ καθενός, μέ τό ἀξίωμα καί εἰδικά μέ τήν προαίρεσι.
Δι’ αὐτό καί ἡ αἵρεσις προάγεται μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί ἐμεῖς μένουμε μέ τήν ἰδέα ὅτι κοινωνοῦμε σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, ὅτι ὁ Χριστός δέν μολύνεται, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι στῦλος τῆς ἀληθείας, δέν πλανᾶται «καί πύλαι ᾅδου οὐ καταισχύνουσιν αὐτῆς» κ.λπ.
Νά σκεφθοῦμε μόνο τό ἀδιανόητο καί ἀνεπανάληπτο διαχρονικῶς ὅτι, ἐνῶ διδάσκουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας, τήν ἐντάξαμε ὡς ἰσότιμο μέλος στό Π.Σ.Ε., δηλαδή τήν ἐντάξαμε ὡς ἰσότιμο μέλος στήν πλάνη, στό ψεῦδος καί στήν ἀπάτη. Καί, ἐνῶ πιστεύωμε καί διακηρύσσωμε στεντορίως ὅτι «πύλαι ᾅδου οὔ καταισχύνουσιν αὐτῆς», τήν τοποθετήσαμε στό κέντρο καί στό ἄντρο τοῦ δου, σάν μία πόρνη μεταξύ τῶν τριακοσίων πενῆντα περίπου πορνῶν τοῦ Π.Σ.Ε.
Ἐδῶ ὁμιλοῦμε πλέον γιά τόν μολυσμό τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾶ τίς πράξεις μας ἤ καί τήν ἀνοχή μας καί τήν συμπόρευσί μας καί τήν ἔνοχο σιωπή μας, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία κατά τόν Παῦλο εἶναι ἄσπιλος καί ἀμώμητος (Ἐφεσ. 5, 27).
Πάντοτε λοιπόν, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά μολυσμό τῶν Ἁγίων, ἐννοοῦμε τήν ἰδική μας βέβηλο συμμετοχή καί ἔνοχο προαίρεσι καί ὄχι, αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἅγια, ὅτι βεβηλώνονται ἤ μολύνονται μέ βασική ἔννοια σάν μόλυνσι ὅτι αὐτή μεταδίδεται σέ ὅλους τούς συμμετέχοντας, ἔστω καί ἄν διαφωνοῦν ἤ ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα.

Ὁ ἅγιος διδάσκει ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως δέν πρέπει νά ἔχωμε οἱαδήποτε δοσοληψία μέ τούς αἱρετικούς σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο: «Ἐγώ δέ οὐκ οἴομαι, φίλτατε, ὅπερ ἐσήμανας πρόσωπον οὕτω καί λέγειν καί πράττειν. Καί πῶς γάρ ὁ ἐν βαθμῷ ἱεραρχίας ἀνηγμένος χαμαιζήλως ἄγοιτο; πῶς δέ καί ὁ ἠθληκώς δι' ὁμολογίας συνυποφέρεται τοῖς ἀζηλώτοις καί ἀνιέροις; φής γάρ λέγειν αὐτόν, ὅτι τό καθέζεσθαι εἰς ἐπισκοπεῖον, ἐν ᾧπερ ἠσέβησεν ὁ κατέχων, τό κωλύον οὐδέν· καί τό παρά συγκαταβατῶν ἀνεπισκόπων σιτίζεσθαι, οὐδέν μάχεται τῷ κανόνι τῆς εὐσεβείας. Καί πῶς τοῦτο οὐ μάχεται τῇ ἀληθείᾳ; τοῦ ἁγίου Δαυΐδ ψάλλοντος· Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μή λιπανάτω τήν κεφαλήν μου. Τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρός τούς αἱρετικούς, ἀλλά μήν μηδέ πρός τούς κοινωνοῦντας μετά τῶν ἀσεβῶν. Πῶς δέ οὐ κοινωνία, εἴπερ δεῖ καθέζεσθαι ἐν τόπῳ τοιούτῳ, κἀκ τῶν τοιούτων σιτίζεσθαι; οὐκ ἔχει φύσιν κἄν μή ἐκεῖσε κάθηταί τις, ἐκεῖθεν δέ τρέφοιτο, αὐτή ἡ δόσις καί λῆψις κοινωνίαν ἐργάζοιτο· φησί γάρ ὁ Ἀπόστολος· Οἴδατε καί ὑμεῖς Φιλιππήσιοι ὅτι ὅτε ἐξῆλθον ἀπό Μακεδονίας, οὐδεμία μοι Ἐκκλησία ἐκοινώνησε χάριν δόσεώς τε καί λήψεως, εἰ μή ὑμεῖς μόνον· ὅτι καί ἐν Θεσσαλονίκῃ ἅπαξ καί δίς εἰς τήν χρείαν μοι ἐπέμψατε. Εἰ οὖν τό ἅπαξ, καί δίς λαβεῖν, κοινωνίαν ἀπέφηνε τό φῶς τοῦ κόσμου· τό ἀεί λαμβάνειν τίς ἄν εὖ φρονῶν οὐ φεύξοιτο ὡς ἀντίθετον φωτός;»     (PG 99, 1392, Φατ. 466,668,9).
Ἐδῶ θά λέγαμε ὅτι ὁ ἅγιος ἀπευθύνεται διαχρονικά πρός τούς ἀντιοικουμενιστάς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἔχουν πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, ὄχι μόνο τούς μνημονεύουν εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἀλλά καί ἔχουν μέ αὐτούς αὐτήν τήν ἁμαρτωλή δοσοληψία, ἡ ὁποία συνίσταται σέ μισθούς, ὀφφίκια, τίτλους, τιμές, προστασία, συνεργασία κλπ.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.