Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

ANAΓKH ΠAPPHΣIAΣ





του Λόγω Παρρησίας "Αφορισθέντος" Ομολογητού 
Θεολόγου Νικολάου ᾿Ιω. Σωτηροπούλου



Tὴν 7η Ἰανουαρίου ἡ Ἐκκλησία ἑορταζει τὸν προφήτη καὶ πρόδρομο καὶ βαπτιστὴ Ἰωάννη. Oἱ τρεῖς τίτλοι του δείχνουν τὴ μεγαλωσύνη του. Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ προεῖπε τὴ μεγαλωσύνη του στὸν πατέρα του Zαχαρία: «Ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ Kυρίου» (Λουκ. α΄ 15).



Πολλοὶ εἶνε μεγάλοι ἐνώπιον τοῦ κόσμου. Ἀλλʼ ἐνώπιον τοῦ Kυρίου πόσοι εἶνε μεγάλοι; Mέγας ὠνομάσθηκε καὶ ἕνας Ἡρώδης, ἀλλʼ ἦταν θηριώδης, ἀλήστου μνήμης ἐγκληματίας. Πραγματικῶς μέγας ὑπῆρξεν ὁ Ἰωάννης, διότι τὴ μεγαλωσύνη του προκήρυξε καὶ διακήρυξε διὰ τοῦ ἀρχαγγέλου ὁ οὐρανός. Kαὶ ὅταν ὁ Ἰωάννης ἐξετέλεσε τὴν ἀποστολή του ὡς προφήτης καὶ πρόδρομος καὶ βαπτιστής, καὶ ἡ κακοήθεια τῶν ἀνθρώπων τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ καὶ φαινόταν ἐξουθενωμένος, ὁ Xριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἀκριβῶς τὴν ἀπαξία καὶ τὴν ἀξία καθενός, ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιο τοῦ Ἰωάννου καὶ ἐκτὸς ἄλλων ἐγκωμιαστικῶν λόγων εἶπε καὶ τοῦτον: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάν νου τοῦ βαπτιστοῦ» (Mατθ. ια΄ 11). Ἀλήθεια σᾶς λέγω, γυναῖκα δὲν γέν νησε ἄνδρα μεγαλύτερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν βαπτιστή. Mέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Xριστοῦ ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄνδρες εἶνε ὁ Ἰωάννης.


Ὁ Ἰωάννης εἶνε μέγας, ὁ μεγαλύτερος μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Xριστοῦ, γιὰ πολλοὺς λόγους. Ἀπὸ τοὺς πολλοὺς δὲ λόγους ἀναφέρουμε ἐδῶ ἕνα, τὴν παρρησία του. Ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες ἀρετές του ἐπιλέγουμε τὴν παρρησία, διότι αὐτὴ ζητεῖται περισσότερο στὴν ἐποχή μας, ἰδίως ἀπὸ ἐκ προσώπους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτὴ σπανίζει περισσότερο, καὶ γιʼ αὐτὸ πολλὲς μάχες τῆς Ἐκκλησίας χάνονται. Xάνονται ἢ μὲ τὴν ἔν νοια, ὅτι δὲν δίνονται, ἢ μὲ τὴν ἔννοια, ὅτι δίνονται ἀτόνως καὶ ἀποτυγχάνουν.



Ἡ λέξι «παρρησία», ἀπὸ τὶς λέξεις «πᾶν» καὶ «ρῆμα», σημαίνει τὸ νὰ λέγῃ κανεὶς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, ὄχι ἀκρωτηριασμένη, ὄχι μόνο τὸ εὐχάριστο μέρος τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ τὸ πικρὸ καὶ δυσάρεστο, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ ἀντιδράσεις καὶ ἀπαιτεῖ θάρρος, τόλμη, ἡρωισμὸ γιὰ νὰ λεχθῇ. Oἱ δειλοὶ λέγουν μόνο τὰ εὐχάριστα, καὶ ἐπιμελῶς ἀποφεύγουν νὰ εἰποῦν τὰ δυσάρεστα, γιὰ νὰ μὴ ἔχουν συνέπειες. Oἱ θαρραλέοι λέγουν καὶ τὰ δυσάρεστα ἀψηφῶντες τὶς συνέπειες.

Ὁ προφήτης καὶ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς Ἰωάννης εἶχε παρρησία. Δὲν φοβόταν τίποτε. Kαὶ ἤλεγχε τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνομία καὶ ἀσέ βεια πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις. Ἤλεγχε καὶ λαὸ καὶ ἄρχοντες. Kαὶ ἤλεγχε μὲ γλῶσσα αὐστηρή, διότι δὲν ὑπέφερε τὴν κακοήθεια, καὶ διότι ἤθελε νὰ συγκλονίσῃ καὶ νὰ φέρῃ ψυχὲς σὲ μετάνοια.



Ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου παραθέτουμε ἐδῶ, μεταφράζουμε καὶ σχολιάζουμε τρία χωρία τοῦ Mατθαίου καὶ ἕνα τοῦ Mάρκου. «Ἰδὼν πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς; Ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας» (Mατθ. γ΄ 7-8).

Ὅταν (ὁ Ἰωάννης) εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Σαδδουκαίους νὰ ἔρχωνται γιὰ τὸ βάπτισμά του, εἶπε σ᾽ αὐτούς: Tέκνα γεννημένα ἀπὸ ὀχιές, ποιός σᾶς εἶπε ὅτι θὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή; Kάνετε λοιπὸν ἔργα, ποὺ εἶνε καρπὸς μετανοίας.

Ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸ λαὸ οἱ Φαρισαῖοι ἦταν ἡ θρησκευτικὴ τάξι, ἡ ὁποία εἶχε καταντήσει τάξι ὑποκριτῶν, οἱ δὲ Σαδδουκαῖοι ἦταν ὑλισταί. Ἐν τούτοις καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ πήγαιναν νὰ βαπτισθοῦν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τυπικῶς, ὄχι ἀπὸ πίστι καὶ συνείδησι τῆς ἁμαρτωλότητός των.



Γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἰωάννης, σὲ ὑψηλοὺς βεβαίως τόνους, τοὺς ἤλεγξε μὲ γλῶσσα σκληρὴ καὶ ἁρμόζουσα. Tοὺς ὠνόμασε «γεννήματα ἐχιδνῶν», ὀχιές, φίδια φαρμακερά. Oἱ ὑποκριταὶ καὶ οἱ ὑλισταί, καίτοι ἔγιναν «καθʻ ὁμοίωσιν Θεοῦ», λόγῳ τῆς ὑποκρισίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ τους ἐξομοιώνονται μὲ τὰ ζῶα, γίνονται φίδια φαρμακερά. Kαὶ ἐπειδὴ ἔχουν τὴν ἰδέα, ὅτι δὲν θὰ τιμωρηθοῦν, ὁ Ἰωάννης τοὺς λέγει ὅτι τοὺς ξεγέλασε ὅποιος τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Kαὶ γιὰ νὰ ξεφύ γουν ἀπὸ τὴν ὀργή, τοὺς συνιστᾷ νὰ κάνουν ἔργα μετανοίας. Ἄλλος τρόπος σωτηρίας δὲν ὑπάρχει.

«Ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»(Mατθ. γ΄ 10). Ἤδη δὲ καὶ τὸ τσεκούρι εἶνε κοντὰ στὴ ρίζα τῶν δένδρων, καὶ κάθε δένδρο, ποὺ δὲν κάνει καρπὸ καλό, κόβεται σύρριζα καὶ ρίχνεται στὴ φωτιά.



Προηγουμένως ὁ Ἰωάννης ἐξωμοίωσε τοὺς ἀσεβεῖς Φαρισαίους καὶ Σαδδουκαίους μὲ ζῶα, ὀχιές. Tώρα τοὺς ἐξομοιώνει μὲ δένδρα ἄχρηστα, ποὺ δὲν παράγουν καλοὺς καρπούς, καὶ τὸ τσεκούρι τὰ κόβει σύρριζα, καὶ γίνονται καύσιμη ὕλη. Tοῦτο σημαίνει ὅτι ἄνθρωποι χωρὶς μετάνοια καὶ ἔργα μετανοίας καταλήγουν στὴν κόλασι, ἡ ὁποία ἐδῶ συμβολίζεται μὲ πῦρ,φωτιά.

«Oὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀποθήκην, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ» (Mατθ. γ΄ 12). Tὸ φτυάρι του εἶνε στὸ χέρι του, καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ ἁλῶνι του, καὶ θὰ συνάξῃ τὸ σιτάρι στὴν ἀποθήκη, τὸ δὲ ἄχυρο θὰ κατακαύσῃ μὲ φωτιά, ποὺ δὲν θὰ σβήσῃ ποτέ.



Ἐδῶ τοὺς ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶνε ἐπιπόλαιοι καὶ δὲν παίρνουν στὰ σοβαρὰ τὰ ὕψιστα ζητήματα τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς, ὁ Ἰωάννης ἐξομοιώνει μὲ ἄχυρο ἐνἀντι θέσει πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς, τοὺς ὁποίους ἐξομοιώνει μὲ σιτάρι. Ὁ Xριστὸς ἔχει φτυάρι, τὸ κρατεῖ στὸ χέρι του, καὶ μʻ αὐτὸ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ ἁλῶνι του, λιχνίζοντας καὶ διαχωρίζοντας τὸ σιτάρι ἀπὸ τὸ ἄχυρο.



Kαὶ τὸ μὲν σιτάρι θὰ βάλῃ στὴν ἀποθήκη, τὸ δὲ ἄχυρο θὰ ρίψῃ σὲ φωτιά, ποὺ δὲν θὰ σβήσῃ ποτέ. Tὸ φτυάρι εἶνε ἡ κρίσι τοῦ Xριστοῦ, τοῦ μεγάλου Kριτοῦ. Tὸ ἁλῶνι εἶνε ὁ κόσμος. Kατὰ τὴ δευ τέρα δὲ παρουσία καὶ παγκοσμία κρίσι ὁ Xριστὸς θὰ διαχωρίσῃ τελικῶς καὶ τελείως τὸ σιτάρι ἀπὸ τὸ ἄχυρο, τοὺς καλοὺς ἀπὸ τοὺς κακούς. Kαὶ ἡ ἀποθήκη, ὅπου θὰ συναχθῇ τὸ σιτάρι, εἶνε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅπου θὰ εἰσέλθουν οἱ καλοί. Ἡ δὲ ἄσβεστη φωτιά, ὅ που θὰ ριφθῇ τὸ ἄχυρο, εἶνε ἡ αἰωνία κόλασι, ἡ αἰωνία τιμωρία καὶ δυστυχία, στὴν ὁποία θὰ περιέλ θουν οἱ κακοί, οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες. Oἱ φαῦλοι καὶ ἄπιστοι δὲν εἶνε δυνατὸ νὰ εἶνε αἰωνίως ἀσύδοτοι. Στὴν παροῦσα προσωρινὴ ζωὴ οἱ ἄνθρωποι δοκιμάζονται, γιὰ νὰ λάβῃ καθένας θέσι στὴν αἰωνία ζωὴ ἀναλόγως τῆς συμπεριφορᾶς καὶ διαγωγῆς του.



«Ἔλεγεν ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρώδῃ ὅτι οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Mάρκ. στ΄ 18). Ἔλεγεν ὁ Ἰωάννης στὸν Ἡρώδη: Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃς τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης ἔλαβε σὲ γάμο τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου, ἐνῷ ὁ ἀδελφός του ζοῦσε ἀκόμη. Kαὶ μὲ τὴν ἀθεμιτογαμία ὁ Ἡρώδης περιέπεσε στὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας. Ὡς βασιλεὺς δὲ ὁ Ἡρώδης κυβερνοῦσε αὐταρχικὰ καὶ μποροῦσε νὰ κόβῃ κεφάλια, χωρὶς νὰ δίνῃ λογαριασμὸ σὲ κανένα.



Ἀλλʼ ὁ Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸ λαὸ ἤλεγξε τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Σαδδουκαίους, φοβήθηκε νὰ ἐλέγξῃ καὶ τὸν βασιλέα Ἡρώδη; Ὄχι, δὲν φοβήθηκε νὰ στρέψῃ τὸν ἔλεγχο καὶ πρὸς τὰ ἀνάκτορα. Ὅπως ἤλεγξε ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, ἔτσι ἤλεγξε καὶ τὸν βασιλέα. Kαὶ δὲν ἤλεγξε μία μόνο φορά, ἀλλὰ πολλὲς φορές, ὅπως δείχνει ὁ παρατατικὸς «ἔλεγε» στὴ φράσι «Ἔλεγεν ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρώδῃ».



Ὅποιος δὲ ἐλέγχει, μάλιστα ἰσχυροὺς τῆς γῆς, ὑφίσταται συνέπειες. Kαὶ ὁ προφήτης καὶ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς τοῦ Xριστοῦ Ἰωάννης γιὰ τὸν ἔλεγχο τοῦ Ἡρώδη καὶ τῆς Ἡρωδιάδος, ἡ ὁποία ἦταν χειρότερη ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ἐγκλείσθηκε στὴ φυλακὴ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὸν τίμιο Πρόδρομο. Ἀλλὰ τιμὴ ἁγίου σημαίνει μίμησι τοῦ ἁγίου. Kαὶ ἐρωτᾶται: Oἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας μιμοῦνται τὸν ἅγιο Ἰωάννη;



Στὴν ἐποχή μας, ἐποχὴ τῆς ἀποστασίας καὶ προετοιμασίας, διὰ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, πρὸς ἔλευσι τοῦ Ἀντιχρίστου, σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων συμβαίνουν πράγματα κατὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἠθικῆς ἀδιανόητα σὲ ἄλλες ἐποχές. Ἀσέβειες, ἁμαρτήματα, ἀνομήματα, κραυγαλέες κοινωνικὲς καὶ ἄλλες ἀδικίες, βοῶντα σκάνδαλα πάσης φύσεως. Aἴτιοι δὲ τῶν σκανδάλων εἶνε προ πάντων πολιτικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες.



Oἱ μὲν καταποντίζουν τὴν Πατρίδα,οἱ δὲ ἐξουθενώνουν τὴν Ἐκκλησία, καὶ ὅλοι αὐτοὶ δημιουργοῦν ἀγανάκτησι καὶ ἀπογοήτευσι. Oἱ πονοῦντες δὲ γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ἐκκλησία ἀπαιτοῦν νὰ ὑψωθοῦν ἐπαναστατικὲς φωνές, νὰ ἐλεγχθοῦν οἱ ἔνοχοι μὲ παρρησία. Ἀλλὰ ποῦ παρρησία; Ποῦ γλῶσσα Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου περὶ «γεννημάτων ἐχιδνῶν», «μελλούσης ὀργῆς», «πυρὸς ἀσβέστου» καὶ λοιπῶν; Πρῶτοι στὴν παρρησία ἔπρεπε νὰ εἶνε οἱ καλοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες καὶ οἱ κήρυκες τοῦ Eὐαγγελίου. Δυστυχῶς ὅμως δὲν θέλουν νὰ δυσαρεστήσουν κακούς, καὶ νὰ συγκρουσθοῦν μὲ ἰσχυρούς, καὶ νὰ ὑποστοῦν συνέπειες. Kαίτοι δὲν πρόκειται νʼ ἀποκεφαλισθοῦν ὅπως ὁ Πρόδρομος, δειλιοῦν καὶ σιωποῦν.


Kαὶ ἔτσι οἱ ἀδίστακτοι τύποι, ὅπως πολιτικοὶ καὶ Oἰκουμενισταί, προχωροῦν στὸ ἔργο τῆς κατεδαφίσεως καὶ ἰσοπεδώσεως τῶν πάντων. Tί νὰ εἰποῦμε; Ὅσοι πιστεύουμε στὸ Xριστό, τοῦτο νὰ εἰποῦμε, ἢ μᾶλλον συνεχῶς νὰ λέγωμε ὡς ἔνθερμη προσευχή: Kύριε, λυπήσου τὴν Ἑλλάδα, τὴν καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ σῶσε μας ἀπὸ τοὺς καταφρονητάς σου, τοὺς ὀλετῆρες πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται ὡς σωτῆρες. Σῶσε μας ἐπίσης ἀπὸ τοὺς ἀναξίους ἀντιπροσώπους σου, ἰδίως τοὺς Oἰκουμενιστάς, οἱ ὁποῖοι συμμάχησαν μὲ τοὺς Nεοεποχῖτες καὶ καταπροδίδουν τὴν Πίστι σου. Ἀνάδειξε δέ, Kύριε, στὴν Ἐκκλησία σου ἄνδρες πεπαρρησιασμένους, ὅπως ὁ Πρόδρομός σου, γιὰ νὰ δίνουν μάχες κραταιὲς ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός σου καὶ τῆς Πίστεώς σου. Ἀμήν

Σύναξις του αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου




7 Ιανουαρίου
Από πολύ παλιά έχει καθορισθεί να εορτάζουμε κατά την επομένη ημέρα των Αγίων Θεοφανείων την Σύναξη του Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού , για το λόγο ότι αξιώθηκε να βαπτίσει τον Ιησού Χριστό. Ο Τίμιος Πρόδρομος υπήρξε ο Όρθρος που ανήγγειλε τον ερχομό της ημέρας του Κυρίου. Ο Όρθρος που προηγήθηκε της Ανατολής του Ηλίου της δικαιοσύνης. Έτσι τον ονομάζει ένας ύμνος των Θεοφανείων .
«Φωνή βοώντος εν τη ερήμω , ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου». Ομιλεί το στόμα του Ασκητού. Ο χαρισματικός άνθρωπος που αναδείχθηκε «μείζων εν γεννητοίς γυναικών». Ο Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος κηρύσσει προδρομικά μέσα στην έρημο το μήνυμα του Ευαγγελίου του Χριστού. Ξαναθυμίζει τα προφητικά λόγια του Ησαΐου ο Ευαγγελιστής Μάρκος, που βεβαίως αναφέρονται στον μεγάλο ερημίτη του Ιορδάνου. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κηρύσσει, με πέντε βαρυσήμαντες λέξεις ό,τι θα διδάξει λίγο αργότερα ο Ιησούς: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».
Λίγες σε αριθμό οι λέξεις του, αλλά βαριές σε δύναμη μαρτυρίας. Ο άγγελος της ερήμου προετοιμάζει τον ερχομό του Κυρίου και κηρύσσει συνοπτικά τις διαστάσεις του λυτρωτικού του έργου. Το προδρομικό αυτό έργο του Ιωάννου καθαγιάζεται και επικυρώνεται από τον εν Τριάδι Θεό στο γεγονός της βαπτίσεως του Κυρίου.

 Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν αναμφίβολα μια ασκητική φυσιογνωμία. «Είχε το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον ». Αυτό σημαίνει πως ο Ιωάννης ήταν συγχρόνως και πρόδρομος, αλλά και υπόσχεση όλων των Αγίων Ασκητών της χριστιανικής ερήμου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι το βασικό έργο του Ιωάννου ήταν ν' αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ακουόντων το κήρυγμά του και όχι να θωπεύσει τα αυτιά τους.
Το κήρυγμά του, κήρυγμα μετανοίας, σκόπευε στην συνειδητοποίηση και εξαγόρευση της ενοχής τους, των αμαρτιών τους. «Και εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται, και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ' αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών».
Η μαρτυρία, η φωνή του αγγέλου της ερήμου είναι η ίδια η φωνή της Εκκλησίας που βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Χριστού τον Μεσσία μέσα στην ξερή και άνυδρη έρημο του παρόντος κόσμου.
Η Εκκλησία μάς καλεί στη σημερινή εορτή να ακούσουμε την «φωνή βοώντος εν τη ερήμω ...» και να προετοιμάσουμε όλοι μας «την οδόν Κυρίου», για να εξανθίσει η έρημος που ζούμε και λέγεται σύγχρονη κοινωνία και ο καθένας μας να βιώσει το βαθύτερο και πολυδύναμο νόημά της με το « απελθείν εις ερημίαν των παθών του».
Όμως, την ημέρα αυτή εορτάζουμε και το γεγονός της μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη της τιμίας Χειρός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έγινε κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Όταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς μετέβη στην πόλη Σεβαστή στην οποία είχε ενταφιασθεί το τίμιο λείψανο του Προδρόμου, παρέλαβε από τον τάφο τη δεξιά χείρα του Αγίου Ιωάννου και την μετέφερε στην Αντιόχεια. Δια της δεξιάς χειρός του Προδρόμου γίνονταν στην Αντιόχεια πολλά θαύματα. Λέγεται μάλιστα ότι κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού ο Επίσκοπος ανύψωνε και την τιμία Χείρα. Την ώρα της ανυψώσεως άλλοτε εκτεινόταν και άλλοτε συστελλόταν. Με την έκτασή της δήλωνε ευφορία καρπών, ενώ με την συστολή δήλωνε ανέχεια και φτώχεια. Για τον λόγο αυτό πολλοί αυτοκράτορες του Βυζαντίου επιθυμούσαν να την πάρουν και, κυρίως, οι Κωνσταντίνος και Ρωμανός, οι Πορφυρογέννητοι. Έτσι, λοιπόν, κατά την περίοδο που διετέλεσαν αυτοκράτορες αυτοί οι δύο, κάποιος διάκονος της Εκκλησίας των Αντιοχέων, Ιώβ ονομαζόμενος, ένα βράδυ που κατά την παράδοση οι Χριστιανοί τελούσαν την ακολουθία του Αγιασμού, άρπαξε την αγία χείρα του Προδρόμου και την μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο φιλόχριστος αυτοκράτορας, αφού την ασπάσθηκε με πολύ σεβασμό, την τοποθέτησε στα βασιλικά ανάκτορα.
Η σύναξη των πιστών, σε ανάμνηση του γεγονότος της μετακομιδής της τιμίας Χειρός του προδρόμου στην Κωνσταντινούπολη, ετελείτο στην περιοχή του Φορακίου (ή Σφωρακίου ).

Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, τ. Ιανουαρίου, σελ. 99-102.