Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Υπό το πρίσμα της αλήθειας!



Διαβάσαμε στό χθεσινό  Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα (Β’ Τιμοθ. α΄ 12-14): 
«Οἶδα γάρ ᾧ πεπίστευκα, καί πέπεισμαι ὅτι δυνατός ἐστι τήν παραθήκην μου φυλάξαι εἰς ἐκείνην τήν ἡμέραν. Ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ’ ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καί ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τήν καλήν παραθήκην φύλαξον διά Πνεύματος Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν».

Καί καθὼς το διαβάζαμε, ἦρθε στό νοῦ τό ἄρθρο τοῦ σεβ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου μέ τίτλο «Ἔκρηξις Ἐναντίον τῆς Ὁμολογίας Πίστεως» (Ὀρθοδόξος Τύπος,  17/1/2014). Ἐκεῖ ὁ Μεσσηνίας, χρησιμοποιώντας μιά κενή περιεχομένου θεολογική καλολογία, ἐπιχειρεῖ ὑποκριτικά νά διασκεδάσει τίς Οἰκουμενιστικές τερατωδίες του, καί νά τίς «περάσει» ὡς ἐκκλησιολογία ὑψηλῶν προδιαγραφῶν, πρός ὅσους, βέβαια, ἀγνοοῦν τήν οὐσία τῶν πραγμάτων. Γράφει:
«Ἐν τῷ Βαπτίσματι. Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ὅπου ὑπάρχει κοινότης συνηγμένη ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ, προεξάρχοντος, εἴτε ἀμέσως εἴτε μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων, τοῦ ἐπισκόπου νομίμως χειροτονηθέντος ἐν τῇ ἀποστολικῇ διαδοχῇ, διδάσκοντος τήν πίστιν τήν παραληφθεῖσαν παρά τῶν Ἀποστόλων, ἐν κοινωνίᾳ μετά τῶν λοιπῶν ἐπισκόπων καί τῶν Ἐκκλησιῶν των. Καρπός τῆς Εὐχαριστίας ταύτης καί τῆς διακονίας εἶναι ἡ σύναξις πάντων όσοι ἔχουν λάβει Πνεῦμα Χριστοῦ ἐν τῷ Βαπτίσματι εἰς μίαν αὐθεντικήν κοινωνίαν πίστεως, προσευχῆς, ἀποστολῆς, ἀδελφικῆς ἀγάπης καί ἀλληλο-βοηθείας. Ἡ κοινωνία αὐτή εἶναι τό πλαίσιο ἐντός τοῦ ὁποίου ἀσκεῖται πᾶσα ἐκκλησιαστική αὐθεντία».
Ἔχοντας γνώση, ποιός εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος πού ἐκστόμισε τίς παραπάνω ἐκκλησιολογικές κορῶνες, θά θέσουμε κάποιους προβληματισμούς κι ἐρωτήματα, τά ὁποῖα ἔχουν σκοπό νά εὐαισθητοποιήσουν ἔτι περισσότερο τούς πιστούς πού ἀγωνιοῦν γιά τά θέματα τῆς Ἐκκλησίας καί γιά τήν πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἴσως κάποιοι πάλι μᾶς κατηγορήσουν ὅτι γκρινιάζουμε, μεμψιμοιροῦμε κι ἀναμασᾶμε τά ἴδια πράγματα, ἀλλά αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς λειτουργίας τοῦ ἱστολογίου μας. Νά ἐνημερώνουμε, νά ἀφυπνίζουμε καί νά διεγείρουμε συνειδήσεις, ὥστε νά μπορέσουμε ὅλοι μαζί νά ἀποτινάξουμε τόν ζυγό τῆς παναιρέσεως πού κατατρώγει τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας.
Διαβάζουμε στήν ἑρμηνεία πού κάνει ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (στό συγκεκριμένο χωρίο τῆς ὡς ἄνω ἐπιστολῆς), ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει, συμβουλεύει τόν χειροτονηθέντα ἀπό τόν ἴδιο (κι ἀφοῦ ὑποτύπωσε σ’ αὐτόν σάν ζωγράφος εἰκόνα καί πρωτότυπο καί σχέδιο τῆς ἀρετῆς καί τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας) Ἀπόστολο Τιμόθεο, νά φυλάξει τήν παρακαταθήκη πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε, ὄχι μόνον διά τῶν γραμμάτων του, ἀλλά καί στόμα μέ στόμα καί διά τῆς δικῆς του ζώσης φωνῆς. Μέ τή λέξη παρακαταθήκη, ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Ἀπ. Παῦλος ὅλη τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία, τήν ὀρθή διδασκαλία περί πίστεως καί ἐναρέτου ζωῆς, ὅλες τίς ἐντολές πού παρέδωκε στόν μαθητή του ἐγγράφως καί ἀγράφως.
Σύμφωνα μέ τόν Θεοδώρητο (ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα), ὁ ἀπ. Παῦλος μέ τήν λέξη παρακαταθήκη ἐννόησε καί τήν χάριν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Συμφωνώντας καί ὁ Ἅγ. Νικόδημος μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ Θεοδωρήτου, μᾶς λέγει ὅτι ὁ ἀπ. Παῦλος νουθετεῖ τόν Τιμόθεο καί ἀναφέρει ὅτι, τήν παρακαταθήκη τήν ὁποία ἔλαβε, δηλαδή τό χάρισμα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, θά τήν φυλάξει ὄχι μέ ἀνθρώπινη δύναμη, ἀλλά διά Πνεύματος Ἁγίου, τό ὁποῖο κατοικεῖ σέ μᾶς τούς πιστεύοντας, διά μέσου τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος∙ ἄν δέ ἐμεῖς φυλάξουμε τό Πνεῦμα αὐτό -διά τῶν ἐναρέτων ἔργων μας- καί δέν τό διώξουμε -μέ τίς πονηρές πράξεις μας- καί αὐτό τό Πνεῦμα θά φυλάξει σέ μᾶς ὅλα τά ἀγαθά, ὁποῦ λάβαμε ἀπό τόν Θεό. Προτρέπει λοιπόν τόν Ἀπ. Τιμόθεο νά σπεύσει νά φυλάξει μέσα στην καρδιά του τό Ἅγ. Πνεῦμα, ἔτσι ὥστε κι αὐτό πάλι τό Πνεῦμα νά φυλάξει σ’ αὐτόν τήν παρακαταθήκη πού τοῦ ἐνεπιστεύθη, διότι κατά τόν Δαβίδ «ἐάν μή Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων» (Ψαλμ. ρκστ΄ 1)
Γιά ποιά λοιπόν παρακαταθήκη, ποιό χάρισμα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ποιά ὑγιῆ διδασκαλία, ποιά πίστη «παραληφθεῖσαν ὑπό τῶν Ἀποστόλων» κάνει λόγο ὁ σεβ. Μεσσηνίας στό ὡς ἄνω ἄρθρο του; Σέ ποιό Βάπτισμα ἀναφέρεται καί σέ ποιά αὐθεντική κοινωνία πίστεως, ὅταν ὁ ἴδιος κηρύττει περὶ διηρημένης Ἐκκλησίας καὶ ἀποδέχεται ὡς ἔγκυρο τὸ Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν;
Μετά ἀπό ὅσα ἔχουν καταγγελθεῖ ἀπό Ἐπισκόπους, ἐγκρίτους πανεπιστημιακούς Θεολόγους Καθηγητές,  Κληρικούς καί Λαϊκούς εἰς βάρος τοῦ μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, ὅσον ἀφορᾶ τήν πίστη του καί τά φρονήματά του, εἶναι φανερό ὅτι ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Παρακαταθήκη καὶ τὴν ὑγιαίνουσα διδασκαλία, τὰ ὁποῖα ὁ  Ἀπ. Παῦλος προτρέπει  τόν μαθητή του Τιμόθεο νὰ κρατήσει. Ἐπειδή ὁ κ. Χρυσόστομος ἔχει ἀκόμα τήν Ἀποστολική Διαδοχή (καθ’ ὅσον δέν ἔχει καθαιρεθῆ, ἐπικρατούντων στὰ ἐκκλησιαστικά πράγματα Οἰκουμενιστῶν ἡγετῶν), ποιός μπορεῖ νά μᾶς διαβεβαιώσει ὅτι κατέχει καί τήν Ἀποστολική πίστη, τήν Παρακαταθήκη πού τοῦ ἐνεπιστεύθη διά τῆς χειροτονίας του ἡ Ἐκκλησία; Ἤ καλύτερα, ἀμφιβάλλει κανείς ὅτι, δημοσίως καί διά ποικίλων πράξεων καὶ λόγων του ὁ κ. Σαββᾶτος, ἔχει ἀποσκορακίσει τήν Ὀρθόδοξη περί Ἐκκλησίας διδασκαλία;
Μπορεῖ, λοιπόν, νά ὑπάρξει κοινότης συνηγμένη ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ (σύμφωνα μέ τά γραφόμενά του) προεξάρχοντος αὐτοῦ ὡς Ἐπισκόπου (ἤ καί ὁποιουδήποτε ἄλλου οἰκουμενιστοῦ), ἐφ’ ὅσον ἔχει συνειδητά καί πεισμόνως ἀποβάλλει  τήν ταυτότητα τῆς αὐθεντικῆς πίστεως, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διάσταση μεταξύ τῶν κακόδοξων φρονημάτων του καὶ τῶν ὀρθόδοξων πιστευμάτων τῶν ποιμαινομένων ὑπ’ αὐτοῦ πιστῶν;
                                                                                            Χ.Ν.