Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Ο Οικουμενισμός χειρότερη αίρεση από τον Αρειανισμό, παρά ταύτα επικοινωνείτε μαζί του.



Τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει τὸν τίτλο «Πατερικὴ Παράδοση καὶ Οἰκουμενισμός». Ὡς ἐκ τούτου, στὶς ἀναρτήσεις μας δὲν περιέχονται συνήθως γενικὰ πνευματικὰ θέματα, ἀφοῦ αὐτὰ τὰ βρίσκεις κανεὶς σὲ δεκάδες ἄλλα ἱστολόγια, ἀλλὰ ἡ θεματολογία μας περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ φλέγον καὶ ἐπεῖγον θέμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔστω κι ἂν αὐτὸ κάποιους κουράζει.
Κι ὅσο δὲν κουράζονται οἱ Οἰκουμενιστὲς νὰ διαδίδουν τὶς κακοδοξίες τους καὶ προοδευτικὰ καὶ ἐπίμονα νὰ τὶς ἐμπεδώνουν στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ (τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει πάρει μυρουδιὰ γιὰ τὴν ἀπώλεια στὴν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Οἰκουμενισμός)· κι ὅσο δὲν «κουράζονται» οἱ Ποιμένες νὰ ἐφησυχάζουν ἢ νὰ κοιμοῦνται τὸν ὕπνον τοῦ δικαίου, ἀρνούμενοι νὰ πράξουν τὸ στοιχειῶδες καὶ αὐτονόητο καθῆκον τους, δὲν θὰ κουραζόμαστε κι ἐμεῖς νὰ φωνάζουμε μὲ τὴν μικρῶν δυνατοτήτων φωνή μας, γιὰ τὸ διαβρωτικὸ ἔργο τῶν Οἰκουμενιστῶν.
Βέβαια, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὄφειλαν νὰ τὴν καταπολεμοῦν κατὰ πρῶτον λόγον οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ ποιμένες. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, αὐτοί (ποὺ ἔχουν καὶ τὸ κῦρος, καὶ τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία) δὲν τὸ κάνουν.
Ὅμως οἱ σύγχρονοι Ἐπίσκοποι καὶ πνευματικοί, πρωτοτυποῦν ἀρνητικά, καὶ θὰ γραφοῦν στὶς μαῦρες δέλτους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἐπειδὴ ἀρνοῦνται (ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων) νὰ ἐνημερώσουν τὸν λαὸ γιὰ τὸ ποιοί εἶναι οἱ φορεῖς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀρνοῦνται νὰ τὸν προτρέψουν νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους καί, τελικά, οἱ ἴδιοι (οἱ ὀρθοδοξοῦντες Ἐπίσκοποι-Ποιμένες) νὰ ἐκδιώξουν τοὺς αἱρετικοὺς λύκους ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας.
Στὴν συνέχεια δημοσιεύουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμιλία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, μὲ τὴν ὁποία παρουσίασε κυρίως τὴν ἀντιαιρετικὴ δράση τοῦ Μ. Βασιλείου, χαρακτήρισε τὸν Οἰκουμενισμὸ χειρότερη αἵρεση ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό, καὶ πρόσθεσε πώς, δυστυχῶς, σήμερα Πατριάρχες καὶ Ἐπίσκοποι εἶναι Οἰκουμενιστές, ἡ Ἱεραρχία εἶναι «Ἀρειανική»–(Οἰκουμενιστική), καὶ ἐνῶ ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐπεκτείνεται «διαρκῶς, διαρκῶς, διαρκῶς οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς καθεύδουν, κοιμοῦνται»! Πρέπει λοιπόν, νὰ μιμηθοῦμε τὸν Μ. Βασίλειο.
         Σὲ τί, ὅμως; ρωτᾶμε καὶ θὰ ἀπαντήσουμε στὸ τέλος.
Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ π. Θεόδωρος:

«Νὰ δοῦμε πῶς σκεπτόνταν ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ Ἅγιοι, τί συνέβαινε τότε στὴν Ἐκκλησία, καὶ τί συμβαίνει καὶ στὴν σημερινὴ Ἐκκλησία, καὶ στὴν σημερινὴ ἐποχὴ καὶ στοὺς σημερινοὺς καιρούς, μήπως, στηριζόμενοι στὴ ζωὴ αὐτῶν τῶν μεγάλων Ἁγίων, μπορέσουμε καὶ διορθώσουμε κι ἐμεῖς μερικὰ πράγματα σήμερα στὴν Ἐκκλησία, (σ.σ. ἐποχὴ ποὺ κατατρώγει τὴν Ἐκκλησία ὁ Οἰκουμενισμός) ὅπως ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μ. Βασιλείου, κατέτρωγε τὴν Ἐκκλησία ἡ μεγάλη αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Ὅταν ἀνέλαβε ἕνας πολὺ μεγάλος Ἀρειανὸς Αὐτοκράτωρ, ὁ Οὐάλης, ὁ ὁποῖος ἐδίωξε τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν ἔμειναν σχεδὸν Ὀρθόδοξοι καὶ πιστοί, κρυβόνταν ὅλοι τους –καὶ οἱ Ἱεράρχες– ὅλους τοὺς ἐπέβαλε μὲ τὸ ζόρι νὰ ἀσπαστοῦν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, καὶ νὰ δοῦμε ἐδῶ, πῶς ὁ Μ. Βασίλειος συμπεριφέρθηκε καὶ πῶς συμπεριφέρονται καὶ σήμερα, ὄχι μόνο οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Ἱεράρχες, ἀλλὰ ἀκόμα κι ἐμεῖς οἱ πιστοί, ἀπέναντι μιᾶς ἐξ ἴσου πολὺ μεγάλης αἱρέσεως, ἡ ὁποία σήμερα κατατρώγει τὴν Ἐκκλησία μας, τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Χειρότερη αἵρεση ὁ Οἰκουμενισμός, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό. (σ.σ.: Ἄρα, ἀφοῦ εἶναι μεγαλύτερη αἵρεση ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό, πρέπει νὰ κάνουμε κάτι μεγαλύτερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ ὁ Μ. Βασίλειος!).
Αἵρεση ἡ ὁποία ἔχει παρασύρει Πατριάρχες, ζῶντες Πατριάρχες –δὲν τὸ ξέρουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί–   Ἀρχιεπισκόπους,

Για όσους κοινωνούν με τους Οικουμενιστές, που "προέρχονται ἀπὸ ἡμας"





  Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων:


ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΕΡΟΙ  ΟΙ  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ
ΑΠΟ  ΤΟΥΣ  ΠΑΠΙΚΟΥΣ



Στὴν πρὸς «Δυτικοῖς» ἐπιστολή του ὁ Μ. Βασίλειος, γράφει:
«Λοιπόν, τὸ μὲν θρασὺ καὶ ἀναίσχυντον τμῆμα τῆς αἱρέσεως τῶν Ἀρειανῶν, ἀφοῦ φανερῶς ἀπεκόπη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, παραμένει εἰς τὴν πλάνην του, ἀλλ’ ὀλίγον μᾶς βλάπτει, διότι ἡ ἀσέβειά των εἶναι φανερὰ εἰς ὅλους.
Ὅσοι ὅμως εἶναι ἐνδεδυμένοι μὲ δέρμα προβάτου καὶ ἐμφανίζουν ἐξωτερικόν (βίον) ἥμερον καὶ πρᾶον, ἐνῶ ἐσωτερικῶς κατασπαράσσουν ἀνηλεῶς τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, μάλιστα διότι ἔχουν ἀρχικῶς προέλθει ἀπὸ ἡμᾶς, εὐκόλως προξενοῦν βλάβην εἰς τοὺς ἁπλουστέρους, αὐτοί (κυρίως) εἶναι ἐπικίνδυνοι καὶ δύσκολοι εἰς τὸ νὰ προφυλαχθῇ κανεὶς ἀπὸ αὐτούς: (Οἱ δὲ τὴν δορὰν τοῦ προβάτου περιβεβλημένοι καὶ τὴν ἐπιφάνειαν ἥμερον προβαλλόμενοι καὶ πραεῖαν, ἔνδοθεν δὲ σπαράσσοντες ἀφειδῶς τὰ Χριστοῦ ποίμνια καὶ διὰ τὸ ἐξ ἡμῶν ὡρμῆσθαι εὐκόλως ἐμβάλλοντες βλάβην τοῖς ἁπλουστέροις, οὗτοί εἰσιν οἱ χαλεποὶ καὶ δυσφύλακτοι).
» Αὐτοί (ἀκριβῶς), ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν τελειότητά σας, νὰ γνωστοποιηθοῦν δημοσίως εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε ἤ, ἂν ὀρθοποδήσουν (εἰς τὴν ἀλήθειαν), νὰ ἀνήκουν εἰλικρινῶς μαζί μας, ἤ, ἐὰν  παραμείνουν διεστραμμένοι, νὰ διατηροῦν μεταξύ των μόνον τὴν βλάβην, χωρὶς νὰ δύνανται ἐξ αἰτίας τῆς ἀπροφυλάκτου ἐπικοινωνίας (μαζί των) νὰ μεταδίδουν τὴν ἀσθένειάν των εἰς ὅσους τοὺς πλησιάζουν.
» Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ μνημονεύσωμεν αὐτοὺς ὀνομαστικῶς, ὥστε καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι νὰ γνωρίσετε ποῖοι κάμνουν ταραχὰς μεταξύ μας, ἀλλὰ καὶ νὰ κάμετε τοῦτο φανερὸν εἰς τὰς Ἐκκλησίας σας. Διότι ὁ ἰδικός μας βεβαίως λόγος φαίνεται εἰς τοὺς πολλοὺς ὕποπτος, ὅτι δῆθεν ἕνεκα μερικῶν προσωπικῶν διαφορῶν προτιμῶμεν νὰ δεικνύωμεν ἀπέναντί των στάσιν μικρόψυχον (καὶ φιλόνικον)».
(Μ. Βασιλείου, Τοῖς Δυτικοῖς, ἐπιστ. σξγ΄, Ἐκδ. «Ὠφελίμου Βιβλίου», (μτφρ. Μπιλάλη Νικόδημου, μοναχοῦ ἁγιορείτου, ὅπ. παρ., κεφ. 2, σελ. 124-125).



Καὶ σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ γράφει ὁ Μ. Βασίλειος μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα:
«Τ μν ον παρ τν ρειανν (σ.σ. σήμερα Παπικν) κπαλαι κατ τς κκλησας σκευωρομενα, ε κα πολλ κα μεγλα κα κατ πσαν διαβεβοημνα τν οκουμνην, λλ' ον φορητ μν στι δι τ παρ φανερν χθρν κα πολεμων το λγου τς ληθεας γνεσθαι· ος ταν μ ποισωσι τ συνθη, θαυμζομεν, οχ ταν μγα τι κα νεανικν κατ τς εσεβεας τολμσωσι.  Λυπε  δ  μς  κα  ταρσσει  τ παρ τν μοψχων  κα μοδξων  γινμενα» (Μ. Βασιλείου, Πρς Πέτρον πίσκοπον λεξανδρείας, πιστ. σξϚ΄, κεφ. 1, στιχ. 12-20, σελ. 136).
μετάφραση (Μπιλάλη Νικοδήμου, γιορείτου μοναχο): 
«σα λοιπν φ’ νς δολιεύονται ο ρειανο νέκαθεν ναντίον τς κκλησίας, μολονότι εναι πολλ κα μεγάλα κα διατυμπανισμένα ες λην τν Οκουμένην, παρ τατα μς εναι ποφερτά, λόγ το τι γίνονται π φανερος χθρος κα πολεμίους το λόγου τς ληθείας. Μάλιστα τος θαυμάζομεν, ταν δν κάνουν ,τι συνηθίζουν κα χι ταν τολμήσουν κάτι σοβαρν κα θρασ ναντίον τς εσεβος πίστεως. φ’ τέρου μως μς λυπον κα μς ταράσσουν σα γίνονται π τος μοψύχους κα μοδόξους»


(Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς  Θεολογικοὺς Διαλόγους", Σημάτη Παναγιώτη