Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Είναι "κοινωνικοί" οι αποδεχόμενοι πολλές Εκκλησίες, εκτός από την ΜΙΑ Ορθόδοξο Εκκλησία;




Τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἔχει δημοσιευθεῖ στὸ «apostoliki-diakonia.gr».
Ἐκτὸς τῶν ἄλλων σημαντικῶν στοιχείων ποὺ περιέχει, παρουσιάζει καὶ κάποιες ἀπὸ τὶς ἀποτειχίσεις τοῦ Μ. Βασιλείου, τὶς ὁποῖες, φυσικά, πραγματοποίησε πρὸ συνοδικῆς καταδίκης τῶν αἱρετικῶν –διαχρονικὴ πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία συνοψίζει καὶ ὁ ΙΕ΄ κανόνας.
Τὸ ὑπενθυμίζουμε σ’ αὐτοὺς ποὺ περιμένουν οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστὲς (πατρ. Βαρθολομαῖος, Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, Σερβίας Εἰρηναῖος, μετὰ τῶν Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, Δημητριάδος Ἰγνάτιο, Μεσσηνίας Χρυσόστομο κ.λπ.) νὰ συγκαλέσουν Σύνοδο καὶ νὰ ...ἀνακηρύξουν τοὺς ἑαυτούς τους οἱ ἴδιοι ὡς αἱρετικούς!
   Τὸ ὑπενθυμίζουμε, δηλαδή, στοὺς ἀντι-Οἰκουμενιστές (καὶ ὅσους αὐτοὶ ἐπηρεάζουν), οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀφελείᾳ τους περιμένουν, νὰ γίνει πρῶτα ἡ ἀποκήρυξη τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ Σύνοδο καὶ  τ ό τ ε  νὰ διακόψουν τὴν μετ’ αὐτῶν ἐπι-κοινωνία!!!

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο:
* «Δια τον αρχιεπίσκοπον της Καισαρείας η κοινωνία δεν είναι απλή λέξις, αλλά κατάστασις υπάρξεως του εκκλησιαστικού οργανισμού ως σώματος του Χριστού και έδρας του Αγίου Πνεύματος, είναι κατηγορία της Εκκλησίας».
* «Εφ' όσον ο Χριστός ως κεφαλή είναι εἷς, μία είναι και η Εκκλησία ως σώμα αυτού. Το δε σώμα δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται εις κατάστασιν διασπάσεως...
Η Εκκλησία αποτελεί επίσης την κοινότητα του Αγίου Πνεύματος, καθ' όσον είναι το κατ' εξοχήν πεδίον ενεργείας αυτού».
* «Η αίρεσις διαταράσσει την ενότητα και την ειρήνην της Εκκλησίας. Φυσικά δεν την διασπά, αλλ' αποσπά μέλη, τα οποία τότε χάνουν τον θεανθρώπινον χαρακτήρα των...
...ἐπί μέρους τμήματα της Εκκλησίας ήσαν αι αυτοτελείς επισκοπαί, η δε ενότης αυτής κατά τας εγκοσμίους σχέσεις της εξεφράζετο δια της επικοινωνίας των επισκόπων μεταξύ των· τούτο είναι ό,τι συνήθως καλούμεν κοινωνίαν των Εκκλησιών.
* Ὁ Μ. Βασίλειος «διέκρινε μεταξύ κοινωνίας αγάπης και κοινωνίας πίστεως..., η ορθή πίστις είναι το θεμέλιον της κοινωνίας και η κοινωνία με τους ορθοδόξους σημαίνει τοποθέτησιν εις την μερίδα των δικαίων κατά την ημέραν της κρίσεως».
* «Η κοινωνία με τους αιρετικοὺς είναι ανεπίτρεπτος. Η ομολογία των Πατέρων τούτων, διατυπωθείσα δι' ενεργείας του Αγίου Πνεύματος επ' αυτούς, αποτελεί γνησίαν έκφρασιν της χριστιανικής διδασκαλίας και η αποδοχή της εν συνόλω, χωρίς παράλειψιν ούτε λέξεως, είναι θεμελιώδες καθήκον παντός χριστιανού, πολύ δε περισσότερον του επισκόπου. Είναι δε ως ελέχθη, ανεπίτρεπτος η κοινωνία με τους αθετούντας εν όλω ή εν μέρει την ομολογίαν αυτήν, διότι η αθέτησις θέτει αυτομάτως εκτός Εκκλησίας».
* «Δια τούτο ο Βασίλειος, όταν παρενεβάλλετο παρεκτροπή εις την πίστιν, δεν εδίσταζε να διάσπαση παλαιάς φιλίας. Συνεδέετο από της νεανικής του ηλικίας, και μάλιστα οικογενειακώς, με τον Ευστάθιον Σεβαστείας, τον οποίον επηρέαζε σοβαρώς εις τα φρονήματα επί τίνα χρόνον, ενώ ο ίδιος επηρεάζετο από αυτόν εις τα θέματα του μοναχικού βίου. Αι υποδείξεις πολλών ομοφρόνων του περί υπόπτων φρονημάτων αυτού δεν ήρκεσαν δια να τον οδηγήσουν εις μεταβολήν αισθημάτων. Όταν όμως επείσθη ότι πράγματι ο Ευστάθιος ηκολούθει αιρετικήν γραμμήν, δεν εδίστασε να διακόψη πάσαν επαφήν μαζί του».
«Η αλήθεια είναι υπεράνω πάσης φιλίας. “Δεν αγνοείς πόσον μεγάλην έκτίμησιν είχομεν προς αυτούς (δηλαδή τον Ευστάθιον και τους οπαδούς του) όσον χρόνον ήσαν με το μέρος της υγιούς μερίδος. Τώρα όμως θα μας συγχωρεθή να μη ακολουθούμεν αυτούς, αλλά και να αποφεύγωμεν τους έχοντας το ίδιον με αυτούς φρόνημα, εφ ' όσον δεν υπάρχει τίποτε το οποίον να θεωρούμεν προτιμότερον από την αλήθειαν και την σωτηρία μας”».
* «Η κοινωνία είναι αγαθόν το οποίον προσφέρεται και λαμβάνεται κατά την συμφωνίαν της ορθοδόξου πίστεως. Όθεν άπομάκρυνσις ενός επισκόπου από την ορθοδοξίαν συνεπάγεται διακοπήν της κοινωνίας από τους άλλους και αντιστρόφως δε επάνοδος ενός επισκόπου από την αίρεσιν εις την ορθοδοξίαν συνεπάγεται απόδοσιν της κοινωνίας».
* «Μία από τας οδυνηροτέρας πρώιμους εμπειρίας του Βασιλείου ήτο η περιπλοκή των σχέσεων του με τον επίσκοπον Καισαρείας, Διάνιον, ο οποίος τον εβάπτισε και τον εχειροτόνησεν εις διάκονον. Γράφων προς τον Βοσπόριον, ομολογεί ότι είχε διακόψει την κοινωνίαν με τον Διάνιον, το έτος 361, και είχε φύγει εις την ερημίαν του Πόντου. Έπραξε δε τούτο δια τον λόγον ότι εκείνος είχεν υπογράψει ομολογίαν πίστεως την οποίαν έφεραν οι περί τον Γεώργιον Λαοδικείας και η οποία ήτο πράγματι σύμβολον της συνόδου Κωνσταντινουπόλεως (360.

Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ καθηγητῆ Χρήστου:


Εις τον επίλογον του δοκιμίου Περί Αγίου Πνεύματος ο Μέγας Βασίλειος περιγράφει με ζωηρά χρώματα την κατάστασιν η οποία επεκράτει εις την Εκκλησίαν κατά τους χρόνους του. Την παρομοιάζει με φοβεράν ναυμαχίαν, την οποίαν παρεσκεύασαν φιλοπόλεμοι άνδρες. Η σφοδρά τρικυμία συγκλονίζει τα πλοία, ενώ το βαθύ σκότος συντελεί ώστε ταύτα να εφορμούν αδιακρίτως εναντίον φιλικών και εχθρικών. Αι κραυγαί και οι θόρυβοι δεν επιτρέπουν να ακουσθή η φωνή του ναυάρχου.
Μεταφερόμενος έπειτα από την παραβολήν εις τα πράγματα, σημειώνει ότι εις αυτήν την σύγχυσιν, αν δεν προλάβη ο εχθρός να σε κτυπήση, σε πληγώνει ο σύντροφος. Συνδεόμεθα μεταξύ μας οι ομόφρονες επί τόσον μόνον χρόνον, επί όσον μισούμεν από κοινού τους εχθρούς. Όταν όμως οι εχθροί απομακρυνθούν, βλέπομεν ο εἷς τον άλλον ως εχθρόν. Αι τραχείαι

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΘΑΥΜΑΖΕΤΑΙ Σ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Ἀπόσπασμα ΟΜΙΛΙΑΣ
ΣΤΗΝ Δ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ΠΗΓΗ: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»
Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινς ταν εδωλολάτρης ατός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστ στν Κύριο, ν κα δν εχε διαβάσει τν νόμο το Μωυσ κα τος προφτες. Εχε μόνο τν κοιν νο, τ μοναδικ φς γι ν διακρίνει τν λήθεια π τ ψέμα, τ καλ π τ κακό. ξερε πς ποιοσδήποτε λλος κάτοικος τς Καπερναομ θ τ λογάριαζε μεγάλη τιμ ν δεχτε τν κατόνταρχο στ σπίτι του. Στν Χριστὸ ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος δν βλεπε να συνηθισμένο νθρωπο, λλ τν διο τν Θεό. Γι’ ατ κα επε: οκ εμ κανς να μου π τν στέγην εσέλθς.
Τί μεγάλη, τί πέροχη πίστη στν Χριστ κα τ δύναμή Του! Μόνον επ λόγ καὶ ἡ ἀρρώστια θ ξεπεραστε, δολος μου θ γίνει καλά. Οτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος δν μποροσε, γι μεγάλο χρονικ διάστημα, ν φτάσει σ τόσο μεγάλη πίστη. Στν παρουσία το Χριστοῦ ὁ ἑκατόνταρχος νιωσε τν παρουσία, τ πρ κα τ φς το ορανο. Γιατί πρεπε ν μπε τόσο μεγάλη φωτι στ σπίτι του, ταν κα μία σπίθα θὰ ἦταν ρκετή; Γιατί ν βάλει λόκληρο τν λιο στ σπίτι του, ταν ρκοσε κα μία μόνο κτίνα του; ν ὁ ἑκατόνταρχος γνώριζε τς Γραφές, πως μες σήμερα, σως νὰ ἔλεγε στν Χριστό: «σύ, πο μόνο μ τν λόγο Σου δημιούργησες τν κόσμο κα τν νθρωπο, μπορες μ’ να Σου λόγο ν θεραπεύσεις τν ρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου εναι ρκετή, γιατί εναι πι δυνατ π τ φωτιά, πι λαμπερ π τν κτίνα το λιου. Μόνον επ λόγ! Πόση ντροπ πρέπει ν προξενήσει σ πολλος π μς σήμερα μεγάλη ατ πίστη, σ μς πο γνωρίζουμε τς Γραφές, λλὰ ἡ πίστη μας εναι κατ φορς μικρότερη!
κατόνταρχος δν τελείωσε μ τ λόγια ατά. Συνέχισε γι ν ξηγήσει πο στήριζε τόσο πολ τν πίστη του στ δύναμη το Χριστο: «Κα γρ γ νθρωπός εμι π ξουσίαν, χων π’ μαυτν στρατιτας, κα λέγω τούτ, πορεύθητι, κα πορεύεται, κα λλ, ρχου, κα ρχεται, κα τ δούλ μου, ποίησον τοτο, κα ποιε» (Ματθ. η´ 9).
Τί ταν κατόνταρχος; νας νθρωπος πο εχε στν ξουσία του κατ στρατιτες κα πρχαν λλοι κατ πο τν ξουσίαζαν. κενοι πο βρίσκονταν στν ξουσία του ταν ποχρεωμένοι ν τν πακον. ταν λοιπν ατός, πο εχε καὶ ἀνωτέρους ν τν ξουσιάζουν, λλ πο εχε κι διος μικρότερη ξουσία, μποροσε ν δίνει διαταγς στος στρατιτες κα τος δούλους του, πόση μεγαλύτερη ξουσία εχε Χριστός, πο δν ξουσιάζεται π κανέναν νθρωπο, πο εναι ὁἴδιος ἡ ὑπέρτατη ξουσία στ φύση κα στν νθρωπο. ταν τόσοι νθρωποι ποτάσσονται στν δύναμη φων το κατόνταρχου, πς ν μν ποτάσσονται τ πάντα στν λόγο το Θεο, πο εναι δυνατς σν τ ζωή, ξς σν ξίφος κα φοβερς σν τν καταιγίδα;
Ποιοί εναι ο στρατιτες κα ο δολοι το Χριστο; Δν εναι κάθε λογικὴ ὕπαρξη ντεταγμένη στν στρατ το Χριστο; Οἱ ἄγγελοι, μαζ μ τος γίους κα τος θεοφοβούμενους νθρώπους, δν εναι στρατιτες το Χριστο; λες ο δυνάμεις τς φύσης, τν σθενειν κα το θανάτου, δν εναι δολοι Του; Κύριος διατάζει τ ζωή. Λέει: «πήγαινε σ’ ατν τν λλη παρξη» κα πηγαίνει. Λέει «λα πίσω» κα γυρίζει. Στέλνει ζωή, πιτρέπει τν ρρώστια κα τ θάνατο. Θεραπεύει τος ρρώστους κα νασταίνει τος νεκρούς.
Στ λόγο Του, ο γγελικς δυνάμεις κάμπτουν, πως φλόγα στν σχυρ νεμο. «Ατς επε κα γενήθησαν, ατς νετείλατο κα κτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ´ 9). Κανένας δν μπορε ν’ ντισταθε στ δύναμή Του, δν τολμ ν’ μφισβητήσει τν λόγο Του. «Οδέποτε οτως λάλησεν νθρωπος, ς οτος νθρωπος» (ωάν. ζ´ 46). Δν μιλοσε σν νθρωπος πο ξουσιάζεται, λλ ς ρχοντας, «ς ξουσίαν χων» (Ματθ. ζ´ 29). Εχε τέτοιο πρόσωπο ποὺ ἔκανε τν κατόνταρχο ν τν κετεύσει: επ λόγ καὶ ἰαθήσεται πας μου.
Θεραπεία παραλυτικο δν μπορε ν κάνει κανένας θνητς νθρωπος στ γ, γι τν Χριστ μως ταν ντελς συνηθισμένο πράγμα. Δν χρειαζόταν ν καταβάλει κάποια μεγάλη προσπάθεια γι ν κάνει τν θεραπεία, οτε κν ν πάει στ σπίτι το κατόνταρχου. Δν εχε νάγκη οτε κν ν δε τν ρρωστο. Δν χρειαζόταν ν τν πιάσει π τ χέρι κα ν τν σηκώσει. Μόνο επ λόγ κα τ ργο θ γίνει. Ατ ταν τ μέτρο τς πίστης το κατόνταρχου, τς π μέρους του ποδοχς το Χριστο.
κούσας δ ησος θαύμασε κα επε τος κολουθοσιν· μν λέγω μν, οδὲ ἐν τῷἸσραλ τοσαύτην πίστιν ερον» (Ματθ. η´ 10).
Γιατί θαύμασε Χριστός, φο γνώριζε π πρν ποι θὰ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ ἑκατόνταρχου; Δν προκάλεσε τν πάντηση ατ μ τ λόγια Του, γ λθν θεραπεύσω ατόν; Γιατί λοιπν τώρα θαυμάζει; πλ γι ν διδάξει κείνους ποὺ ἦταν μαζί Του. Θαυμάζει γι ν τος δείξει τί ξίζει ν θαυμάζεται σ’ ατν τν κόσμο. Θαυμάζει τ μεγάλη πίστη τοῦ ἀνθρώπου ατο, γι ν διδάξει τος πιστος πς πρέπει νὰἐκτιμον τ μεγάλη πίστη.
Κα πραγματικ δν πάρχει τίποτα στν κόσμο πο ν’ ξίζει τόσο θαυμασμ σο μεγάλη πίστη κάποιου νθρώπου. Χριστς δν θαύμαζε τν μορφι τς θάλασσας τς Γαλιλαίας, πειδ τέτοια μορφι σ σύγκριση μ τ κάλλη το ορανο, ποὺ ἁπλωνόταν μπροστ στ μάτια Του, δν ξιζε τίποτα. Οτε κα τ μεγάλη σοφία τν νθρώπων θαύμαζε, οτε τ πλούτη κα τ δύναμή τους. λ’ ατ εναι μηδαμιν μπροστ στ σοφία, τν πλοτο κα τ δύναμη τς βασιλείας τν ορανν, πο το ταν τόσο οκεία.
λλ’ οτε κα τς μεγάλες θνικς συναθροίσεις πο γίνονταν στν ερουσαλμ γι τ γιορτ θαύμαζε. Τέτοιες συναθροίσεις ταν ντελς σήμαντες σ σύγκριση μ τ σύναξη τν γγέλων στν ορανό, πο γινόταν π καταβολς κόσμου. ταν οἱ ἄλλοι θαύμαζαν τ περίφημο κάλλος το ναο το Σολομώντα, κενος μιλοσε γι τν σοπέδωσή του. Τ μόνο πο ξιζε ν θαυμάζει κανες ταν μεγάλη πίστη κάποιου νθρώπου. Εναι τ μέγιστο κα κάλλιστο γεγονς στ γ.
 Μ τν πίστη σκλάβος λευθερώνεται, μισθωτς γίνεται υἱὸς Θεο, θνητς νθρωπος μεταβάλλεται σὲ ἀθάνατο. ταν δίκαιος Ἰὼβ κειτόταν πληγωμένος στς στάχτες κα τὰ ἐρείπια λης του τς περιουσίας, ταν εχε χάσει κα τ παιδι του κόμα, πίστη του στν Θε παρέμεινε ναλλοίωτη, κλόνητη. ν πέφερε π τς πληγς κα τος πόνους, κραζε:
«Εη τὸ ὄνομα Κυρίου ελογημένον ες τος αἰῶνας» (Ἰὼβ α´ 21).