Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Συμπληρωματικά περί Μολυσμού Μυστηρίων




Kατὰ τὸν ἅγιο Θέοδωρο τὸν Στουδίτη «δέν μπορεῖς νά καταγγέλης τήν αἵρεσι καί συγχρόνως νά συνοδοιπορῆς ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς»!

«Μέχρις ὅτου ἀφυπνισθοῦν καί ἀποτειχισθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι, (πρᾶγμα τό ὁποῖο στίς ἡμέρες μας δυστυχῶς ἀπό ἁπλό καί αὐτονόητο κατέστη δύσκολο, δαιδαλῶδες καί ἀκανθῶδες, ἐξ αἰτίας τῆς παρεμβολῆς τῶν πνευματικῶν καί τῶν Ἐπισκόπων), ἡ εὐθύνη γιά τόν προσωπικό μολυσμό καί τήν συμμετοχή στήν αἵρεσι ἐναπόκειται στόν κάθε Ὀρθόδοξο προσωπικῶς, ἀναλόγως, ὅπως ἔχομε ἀναφέρει ἐπανειλημμένως, τῆς γνώσεως, τῶν δυνατοτήτων καί τοῦ ἀξιώματος ἑκάστου».

      πειδή μοῦ ἀπεστάλησαν κάποια σχόλια στό πρόσφατο θέμα πού ἐδημοσίευσα μέ τίτλο «Μικρά συμβολή στήν κατανόησι τοῦ θέματος περί τοῦ μολυσμοῦ τῶν  μυστηρίων», θεωρῶ ἀναγκαῖο νά κάνω κάποιες διευκρινίσεις διά νά ἀποφεύγωνται, ὅσο τό δυνατόν  κάποιες παρεξηγήσεις.
   Κατ’ ἀρχάς ἀπό τά σχόλια πού ἔλαβα σέ φωτοτυπίες, διεπίστωσα ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές εἶναι πάντοτε ἀπόντες ἀπό τέτοιες συζητήσεις, καί μάλιστα οἱ κληρικοί καί οἱ ἔχοντες θεολογικές γνώσεις καί μεγαλώνυμα πτυχία, τό ὁποῖο, κατ’ ἐμέ σημαίνει ἤ ὅτι δέν ἔχουν ἁγιογραφικά καί πατερικά ἀποδεικτικά στοιχεῖα νά προσαγάγουν, τά ὁποῖα νά καταρρίπτουν τόν ἰσχυρισμό καί τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, περί τοῦ μολυσμοῦ τῶν μυστηρίων ἐκ τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἤ ὅτι θεωροῦν ὑποτιμητικό  δι’ αὐτούς τό νά ἐμπλακοῦν σέ τέτοιες (λαϊκές) συζητήσεις, ἤ τέλος πάντων ὅτι ἡ διδασκαλία των, περί τῆς μή μολύνσεως τοῦ μυστηρίου ἐκ τῆς μνημονεύσεως, ἔχει κάτι περίπου σάν τό ἀλάθητο τοῦ Πάπα καί δι’ αὐτό ὁμιλοῦν καί αὐτοί ἀπό καθέδρας καί τούς ὑπολοίπους τούς θεωροῦν πλανεμένους κι ἐκτός Ἐκκλησίας.
Κάτι τέτοιο συνέβη καί μέ τήν ἡμερίδα τήν ὁποία κατ’ ἀρχάς ὑπεσχέθησαν ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καί τό ἐπί τῶν αἱρέσεων γραφεῖο του, διά νά διευκρινισθῆ τό θέμα τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἤ δυνητικοῦ τοῦ περί διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, κατόπιν ἐδήλωσαν ὅτι θά τήν κάνουν μόνοι των, χωρίς δηλαδή να ὑπάρχη ὁ ἀντίλογος καί τελικά δι’ εὐνοήτους λόγους δέν τήν ἔκαναν καθόλου.
Ὅλα δηλαδή σήμερα προπαρασκευάζονται καί σερβίρονται χωρίς τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων ἀπό Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές, ἤ τό πολύ πολύ μέ τή συμβολή τῆς πρακτικῆς τῶν συγχρόνων γερόντων καί ὅταν τεθῆ ἐπί τάπητος τό θέμα τῆς ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς τοποθετήσεως, τότε δηλώνουμε ἀπόντες ἤ κατά τό δή λεγόμενο «ποιοῦμε τήν νῆσσαν».
Ἀπό τά σχόλια λοιπόν πού μοῦ ἀπεστάλησαν θέλω νά ἀσχοληθῶ μέ ἕνα-δύο καί νά κάνω κάποιες διευκρινίσεις, διότι γίνονται παρερμηνεῖες, οἱ ὁποῖες βέβαια βοηθοῦν τόν καθένα νά παραμείνη καί νά βολευτῆ στή θέσι του, νά μήν σηκώση δέ τόν σταυρό τῆς ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορείας τῆς Ἐκκλησίας, ἤ νά τόν σηκώση μέ τόν δικό του τρόπο, ὅπως π.χ. σήμερα κάνουν οἱ ἀκολουθοῦντες τό Παλαιό Ἡμερολόγιο, τό ὁποῖο καί αὐτό, τελικά, καταντᾶ ὡς δικαιολογία ἀποφυγῆς τῆς ἀποτειχίσεως σέ Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές, ὑπό τήν ἔννοια «καθίστε καλά καί ἀφῆστε τίς ἀποτειχίσεις, γιατί θά καταντήσετε στά σχίσματα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν».
Ἀναφέρω λοιπόν ἕνα σχόλιο, τό ὁποῖο κρίνω ὅτι ἔχει σοβαρές διαστάσεις ἐκκλησιολογικές καί τό καταγράφω ὅπως διετυπώθη ἀπό κάποιον ἀνώνυμο ἀδελφό, γιά νά καταθέσω ἐν συνεχείᾳ  τίς θέσεις καί τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἐπί τοῦ θέματος τό ὁποῖο θίγει:
Πατηρ Ευθυμιε, χαιρε εν Κυριω!
Εχουμε πολλους κατα το παρελθον που εχειροτονηθηκαναπο αιρετικους. Ο αγ. Μελετιος Αντιοχειας απο τον Επιφανειο Κυπρου αρειανοφρωνα. Καποια μεριδα των εν Αντιοχεια ορθοδοξων δεν δεχοταν την κοινωνια απο αυτων. Αυτος ομως εβαπτισε τον αγ. Ιωαννη τον Χρυσοστομο.
Παλι ο αγιος Ανατολιος, ειχε χειροτονηθει υπο του Διοσκορου, παρουσια του αιρεσιαρχου Ευτυχους.
Εαν ψαξετε στα πρακτικα της Ζ΄ Οικουμενικης Συνοδου θα βρειτε την αληθεια...
''Τα Μυστηρια των μη κε-κριμενων αιρετικων, δεν λογιζονται ακυρα...'.....π
Στό σχόλιο αὐτό ἐπισυνάπτουμε καί κάποιες ἄλλες σκέψεις ἀδελφῶν, ὅτι δηλαδή τά μυστήρια τῶν κεκριμένων αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα ἐνῶ τά μυστήρια τῶν μή κεκριμένων (π.χ. τῶν Οἰκουμενιστῶν) εἶναι μέν ἔγκυρα, ἀλλά μολυσμένα κλπ. Ὅλα αὐτά χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις, γιά τό ποῦ καί πότε ἰσχύουν ἤ  δέν ἰσχύουν.  Διότι ἄν ἀναφερθῆ ἀορίστως ὅτι δηλαδή «τά μυστήρια τῶν μή κεκριμένων αἱρετικῶν εἶναι ἔγκυρα» τότε ἐξυπηρετοῦμε καί ἐντασσόμεθα στήν γραμμή καί πορεία τῶν σημερινῶν Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ἀκριβῶς αὐτά τά πράγματα.
Κατ’ ἀρχάς ὁ ἑξηκοστός ὄγδοος (ΞΗ΄) Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τά ἑξῆς: «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καί αὐτός καί ὁ χειροτονήσας, εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρά Αἱρετικῶν ἔχει τήν χειροτονίαν.  Τούς γάρ παρά τῶν τοιούτων βαπτισθέντας, ἤ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικούς εἶναι δυνατόν».
Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δέν δέχονται τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, χωρίς νά τούς χωρίζουν σέ κεκριμένους καί μή κεκριμένους, ἀλλά γενικώς θεωροῦν ὡς αἱρετικούς, αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἱρετικά φρονήματα καί τά κηρύσσουν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ.
Σημαντική καί διαφωτιστική ἐπί τοῦ θέματος εἶναι ἡ συμφωνία τήν ὁποία παραθέτει ὁ ἅγ. Νικόδημος μετά τήν ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος τούτου. Ἐδῶ διδάσκει ὁ ἅγιος ἀναφέροντας καί ἀνάλογα παραδείγματα, ὅτι γιά νά εἶναι ἔγκυρο κάτι πού τελοῦν οἱ αἱρετικοί, πρέπει αὐτοί οἱ ὁποῖοι τό ἐτέλεσαν καί αὐτοί πού τό ἐδέχθησαν (π.χ. βάπτισμα, ἱερωσύνη κ.λπ.), νά μετανοήσουν καί νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν ὁποία διά τῆς αἱρέσεως ἀπεκόπησαν. Δυνατόν ἐπίσης νά δεχθῆ κάτι ἡ Ἐκκλησία, τό ὁποῖο ἐτέλεσαν οἱ αἱρετικοί, ὡς ἔγκυρο, λόγῳ κάποιας μεγάλης ἀνάγκης τῆς συγκεκριμένης χρονικῆς περιόδου, ἐφ’ ὅσον πάλι μετανοήσουν καί ἐπιστρέψουν αὐτοί οἱ ὁποῖοι τό ἐτέλεσαν ἤ τό ἐδέχθησαν (π.χ. ἔλλειψι ἱερέων, πλῆθος πολύ τῶν αἱρετικῶν, κλπ).
Στήν συμφωνία αὐτή τοῦ ΞΗ’ Ἀποστολικοῦ Κανόνος ὁ ἅγ. Νικόδημος ἀναφέρεται καί στήν περίπτωσι τῆς εἰκονομαχίας κατά τήν πρώτη της περίοδο, ἡ ὁποία ὡς αἵρεσις μή ἀκόμη κεκριμένη, εἶχε ὅλα τά γνωρίσματα τῆς σημερινῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πλήν βεβαίως τῶν διωγμῶν, τῶν φυλακίσεων,  τῶν ἐξοριῶν καί τῶν βασανιστηρίων τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογητῶν.  Στό σημεῖο αὐτό ὁ ἅγ. Νικόδημος ἀναφέρει τά ἑξῆς διαφωτιστικά στήν παροῦσα ὑπόθεσι:
«Καί ἡ Οἰκουμενική δέ ζ’. σύνοδος, εἰ καί ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν αἱρετικῶν Εἰκονομάχων (οὐχί ὅμως τῶν πρωτάρχων τῆς αἱρέσεως, καί τῶν ἐμπαθῶς ἐγκειμένων καί μή γνησίως καί ἀληθῶς μετανοούντων, ὡς εἶπεν ὁ θεῖος Ταράσιος∙ ἀλλά τῶν ἀκολουθησάντων τοῖς πρωτάρχαις, καί ἀληθῶς καί γνησίως μετανοούντων.  Περί οὗ ὅρα τήν ἑρμηνείαν τήν πρός Ῥουφινιανόν ἐπιστολῆς τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου) καί τούς παρ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας, πάλιν δέν ἀνεχειροτόνησεν ὀρθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται ἐν τῇ  α.΄ πράξει αὐτῆς, ἀλλά τοῦτο οἰκονομικῶς ἐποίησε διά τό πολύ πλῆθος ὁποῦ τότε ἐπεπόλαζε τῶν εἰκονομάχων».
Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια τά μυστήρια καί τῶν μή κεκριμένων αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα, ἐκτός ἄν αὐτοί μετανοήσουν καί ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία, ὁπότε ἀναλόγως ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ θά ἀποφασίση ἄν θά τά δεχθῆ.
Ἐδῶ διευκρινίζει ὁ ἅγ. Νικόδημος ὅτι ὁ ἅγιος Ταράσιος καί ἡ Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐδέχθησαν, σύμφωνα μέ τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί εἰδικά τῆς πρός Ρουφινιανό ἐπιστολῆς τοῦ Μ. Ἀθανασίου, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη τρεῖς φορές στή Σύνοδο αὐτή (ὑποσημ. Πηδαλ. στήν ἐπιστολή αὐτή), δέν ἐδέχθησαν λέγω τούς πρωτάρχους καί ἀρχηγούς τῆς αἱρέσεως.  Δηλαδή ἄν σήμερα ἐγίνετο μία ὄντως Ὀρθόδοξος καί Πανορθόδοξος Σύνοδος, θά ἐδέχετο, ἐφ΄ὅσον μετανοοῦσαν τούς Οἰκουμενιστές κληρικούς, δέν θά ἐδέχετο ὅμως στήν ἱερωσύνη, ἔστω καί ἄν μετανοοῦσαν, τούς ἀρχηγούς τῆς αἱρέσεως (π.χ. τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τόν Περγάμου Ζηζιούλα, τόν Μεσσηνίας, τόν Δημητριάδος, τόν Σύρου κ.λπ.).
Ἐδῶ πρέπει νά διευκρινισθῆ ὅτι τό νά δεχθῆ ἡ Ἐκκλησία κάτι ὡς ἔγκυρο, ἐνῶ ἐτελεῖτο ἀπό αἱρετικούς, δέν σημαίνει ὅτι ὅταν ἐτελεῖτο ἦτο ἔγκυρο, ἀλλά ὅτι καθίσταται κατ’ οἰκονομίαν ἔγκυρο λόγῳ κάποιας ἀνάγκης ἤ ποιμαντικῆς διακρίσεως τῆς Ἐκκλησίας.  Αὐτό τό ἔπρατταν οἱ Πατέρες, ὅπως βλέπομε, γιά τά μυστήρια τοῦ βαπτίσματος καί τῆς ἱερωσύνης. Γιά τή Θ. Λειτουργία καί τά ἄλλα μυστήρια δέν βλέπομε νά τά ἀναγνωρίζουν οἱ Πατέρες, γιατί προφανῶς δέν ὑπῆρχε κάποια ἀνάγκη ἀπό αὐτές πού προαναφέραμε.
Ἐφ’ ὅσον λοιπόν τά ἀνεγνώρισε ἡ Ἐκκλησία, ἀπέκτησαν ἐγκυρότητα καί δέν τά ἀνεγνώρισε διότι ἦταν ἔγκυρα ὅταν ἐτελοῦντο, ἤ γιατί ἡ αἵρεσις ἦταν μικρή κ.λπ. Ὅλων, ὡς ἐκ τούτου, τῶν αἱρετικῶν τά μυστήρια, ὅταν τελοῦνται ἔχουν μολυσμό, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, διότι κατά τούς Ἁγίους δέν ὑπάρχει μικρή καί μεγάλη αἵρεσις, ἀλλά πᾶσα αἵρεσις σέ ἀποξενώνει ἀπό τόν Θεό.
Συνεχίζει ὁ ἅγ. Νικόδημος μέ κάτι πολύ σημαντικό: «Καθώς  καί ἡ Οἰκουμενική Β΄ τινῶν αἱρετικῶν δι’ οἰκονομίαν ἐδέχθη τό βάπτισμα, ὡς προείπομεν.  Ὅθεν ὡς μή ὅρον τήν τοιαύτην καιρικήν καί περιστατικήν οἰκονομίαν ποιησαμένη, οὐκ ἐναντιοῦται εἰς τόν παρόντα Ἀποστολικόν Κανόνα».
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι οἱ περιστατικές καί καιρικές οἰκονομίες τῶν Πατέρων καί τῶν Συνόδων δέν ἀναιροῦν τούς ἱερούς Κανόνες καί αὐτό σημαίνει ὅτι σήμερα πού οἱ Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές δέν κάνουν πρόσκαιρες καί περιστασιακές οἰκονομίες λόγῳ κάποιων μεγάλων ἀναγκῶν, ἀλλά ἐκθεμελιώνουν Γραφές καί Κανόνες, οἱ μέν βαδίζοντες σταθερῶς πρός δυσμάς, πρός τή Ν. Ἐποχή καί τόν Ἀντίχριστο καί οἱ δέ ἀκολουθώντας καί σιγοντάροντας καί ἀναγνωρίζοντας τήν πορεία των, σήμερα λέγω ἡ κατάστασις αὐτή ἔχει κάτι τό πρωτοφανές καί ἀνεπανάληπτο, δεδομένου καί τοῦ ὅτι ἡ ἀγωνιστικότητά μας καί ἡ θεολογία μας ἐξαντλεῖται στήν προφορική διαμαρτυρία καί στόν χαρτοπόλεμο. Ἡ κατ’ οἰκονομίαν λοιπόν ἐγκυρότης τῶν μυστηρίων ἔχει κάποιο ἄλλο νόημα, τό ὁποῖο θά προσπαθήσωμε νά παρουσιάσωμε κατωτέρω.
Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἅγ. Νικόδημος ἀναφέρει τίς χειροτονίες κάποιων  ἀπό αἱρετικούς, τίς ὁποῖες κατόπιν ἐδέχθη ἡ Ἐκκλησία, διά τήν ὁμολογία καί ἁγιότητα τῶν προσώπων ἤ καί γιά τήν μετάταξί των στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά μέ τόν τρόπο πού τά ἀναφέρει, σάν κάτι περιστασιακό καί σπάνιο, δείχνει πασιφανέστατα ὅτι καί τά μυστήρια τῶν μη κεκριμένων αἱρετικῶν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἄκυρα, ἐφ’ ὅσον αὐτοί παραμένουν στήν αἵρεσι καί δέν ἐπιστρέφουν στήν Ὀρθοδοξία.
«Καί γάρ καί ὁ Πατριάρχης Ἀνατόλιος ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Διοσκόρου καί τῆς περί αὐτόν αἱρετικῆς συνόδου ἐχειροτονήθη, καί ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ἀντιοχείας ὑπό Ἀρειανῶν, κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. δ΄. κεφ. κη΄. καί ἄλλοι πολλοί ὑπό  αἱρετικῶν ἐχειροτονήθησαν, καί μετά ταῦτα, ὑπό τῶν ὀρθοδόξων ἐδέχθησαν.  Ἀλλά σπάνια τά τοιαῦτα καί κατά περίστασιν, κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, οὐ νόμος δέ Ἐκκλησίας τό κατά περίστασιν γινόμενον, καί τό σπάνιον, κατά τε τον ιζ΄. τῆς α΄. καί β΄. καί  τόν Θεολόγον Γρηγόριον, καί τήν β΄. πρᾶξιν τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου, καί τό νομικόν ἐκεῖνο τό λέγον∙ Τό, παρά Κανόνας,  οὐχ ἕλκεται εἰς ὑπόδειγμα».
Ἐδῶ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι τά περιστατικά αὐτά τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἔλαμψαν διά τῆς ὁμολογίας, καμμία σχέσι δέν ἔχουν μέ τό νά κολλήσωμε τήν ἐτικέτα τῶν ἐγκύρων μυστηρίων στούς Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι βαδίζουν ἐντελῶς ἀντίθετο δρόμο ἀπό αὐτούς τούς Ἁγίους καί ἐν πάσῃ περιπτώσει δέν τούς ἐδέχθη ἤ τούς ἀπεκατέστησε, ἔστω κατ’ οἰκονομίαν, κάποια ὀρθόδοξος ὄντως Σύνοδος, οὔτε φυσικά αὐτοί μετενόησαν.  Ἄλλωστε ποτέ δέν ἀνεγνωρίσθη κάτι ὡς ἔγκυρο στούς αἱρετικούς, ἐφ’ ὄσον αὐτοί εὑρίσκοντο στήν πλάνη καί στήν αἵρεσι.
Μετά ἀπό ὅλα τά ἀνωτέρω, πρέπει νά ἀναφέρωμε γιά τήν ἐγκυρότητα  ἤ μή τῶν μυστηρίων τῶν μή κεκριμένων αἱρετικῶν, κάτι θεμελιῶδες, τό ὁποῖο ἐκ προοιμίου ἐπισημαίνομε, ὅτι δέν τό δέχονται οὔτε οἱ Οἰκουμενιστές, οὔτε οἱ Ἀντιοικουμενιστές, παρ’ ὅτι ἀποτελεῖ διδασκαλία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Τά μυστήρια δηλαδή καί ὅ,τι γενικῶς τελοῦν οἱ μή κεκριμένοι αἱρετικοί, (π.χ. οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές) χάνουν τήν ἐγκυρότητά των, ὄχι ὅταν καταδικάση κάποια Σύνοδος τήν αἵρεσι (π.χ. τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), ἀλλά ὅταν ἀποτειχισθοῦν ἀπό τήν μή κεκριμένη αἵρεσι καί τούς μή κεκριμένους αἱρετικούς οἱ Ὀρθόδοξοι.
Δηλαδή ἡ ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων καθορίζει τήν ἀκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν μή κεκριμένων αἱρετικῶν καί ὄχι ἡ ἀπόφασις κάποιας Συνόδου. Μέχρι νά γίνη αὐτή ἡ ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων θεωροῦνται κατ’ οἰκονομίαν ἔγκυρα τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν, χάριν βεβαίως τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἡ διαφορά ὅμως τῶν ἄλλων ἐποχῶν μέ τήν σημερινή εἶναι ὅτι τότε ὑπῆρχε ἡ εὐαισθησία στά θέματα τῆς πίστεως, ἐνῶ σήμερα ὑπάρχει πλήρης ἀδιαφορία, τότε ἐδιδάσκετο Ὀρθόδοξα ὁ λαός, ἐνῶ σήμερα παραπληροφορεῖται καί παραπλανᾶται ἀπό Ἐπισκόπους καί πνευματικούς, τότε ὑπῆρχε ἡ προαίρεσις τῶν Ὀρθοδόξων νά ὑπερασπιστοῦν τήν πίστι μέχρις αἵματος καί νά ὑπομείνουν τά πάντα δι’ αὐτήν, ἐνῶ σήμερα αὐτό ἔχει ἀντικατασταθῆ μέ τόν συμβιβασμό καί τό βόλεμα, τότε τέλος πάντων ὁ κάθε Ὀρθόδοξος ἐθεωροῦσε ὑπεύθυνο τόν ἑαυτόν του δι’ ὅ,τι ἐγίνετο στήν Ἐκκλησία, ἐνῶ σήμερα τήν εὐθύνη αὐτή τήν μεταθέσαμε στούς ὀλίγους καί μάλιστα στούς πλέον ἀκατάλληλους, σ’ αὐτούς δηλαδή πού ξεστρατίζουν τόν λαό ἀπό τήν Ὀρθοδοξία.
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο τότε, μόλις ἀνεφύετο μία αἵρεσις, ἀμέσως ἄρχιζε ἡ ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων, ἐνῶ σήμερα ὑπάρχει ἡ ἐπί δεκαετίες προαγωγή καί ἑδραίωσις τῆς αἱρέσεως, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι συσκέπτονται γιά τό τί θά πράξουν, συντάσσουν θεωρητικές ὁμολογίες πίστεως, μεταθέτουν τά ὅρια τῆς ἀποτειχίσεως στό κοινό ποτήριο, συζητοῦν γιά τό δυνητικό ἤ ὑποχρεωτικό τοῦ περί ἀποτειχίσεως Κανόνος, διαστρέφουν τήν ἀποτείχισι ὡς σχίσμα καί κοντολογίς ἐπιγράφουν στούς ἑαυτούς των τήν λαϊκή ρῆσι «ὅποιος δέν θέλει νά ζυμώση, δέκα μέρες κοσκινίζει».
Χαρακτηριστικά παραδείγματα τῆς ἀμέσου ἀποτειχίσεως τῶν τότε καιρῶν εἶναι ἡ ἄμεση ἀπομάκρυνσι τῶν πιστῶν ἀπό τόν ναό, μόλις ὁ Νεστόριος ἐξεφώνησε  μέσα σ’ αὐτόν τήν αἵρεσι περί τῆς Θεοτόκου, καθώς ἐπίσης ἡ ἄμεσος ἀποτείχισι τῶν Ὀρθοδόξων μόλις πρωτοεμφανίσθηκε ἡ αἵρεσις τῆς εἰκονομαχίας, κατά τήν ὁποία μάλιστα οἱ πιστοί μέ πρωτοστασία τῶν γυναικῶν, ἐξεδίωξαν βιαίως ἀπό τό ναό τόν πρῶτο εἰκονομάχο Πατριάρχη, ὀνόματι Ἀναστάσιο. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ἀπετειχίζοντο ἀπό τήν αἵρεσι οἱ Ὀρθόδοξοι τά μυστήρια τῶν μή κεκριμένων αἱρετικῶν ἐθεωροῦντο ἄκυρα, πολύ δέ περισσότερο ἐθεωροῦντο ἄκυρες οἱ ποινές πού συνήθως οἱ αἱρετικοί ἐπέβαλον στούς Ὀρθοδόξους.
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ ἅγιος Κύριλλος δέν ἀναγνωρίζει τίς ποινές πού ἐπέβαλε ὁ Νεστόριος στούς ἀποτειχισμένους ἱερεῖς καί ἡγουμένους τῆς Κων/πόλεως, πρίν καταδικασθῆ ὁ Νεστόριος ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, δηλώνει δέ σέ ἐπιστολή του πρός τό Νεστόριο ὅτι ἔχει μέ τούς ἀποτειχισμένους ἐκκλησιαστική κοινωνία.
Τήν διδασκαλία αὐτή περί τοῦ ὅτι ἡ ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων καθορίζει καί τήν ἀκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν μή κεκριμένων αἱρετικῶν  μᾶς τήν παρουσιάζει μέ σαφήνεια ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί μάλιστα ὅταν ἐπρόκειτο ὄχι γιά τήν εἰκονομαχία, ἀλλά γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι. Σέ μία ἀπό τίς ἐπιστολές του πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ἡ ὁποία ἀναφέρεται, ὅπως ἐτονίσαμε στήν μοιχειανική αἵρεσι, ἀφοῦ ἐπιλύει ὁ ὅσιος κάποιες ἀπορίες τοῦ Ναυκρατίου ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί, ἀπολώλαμεν. διατί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. ἤ διατί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ἡ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν, ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές, οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ. εἰ δέ πνεῦμα ζήλου θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι, μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. καί μακάριος οὗτος, πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος. τεθέντος δέ θυσιαστηρίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐδέν τό κωλύον λειτουργεῖν ἐκεῖσε»   (Φατ. 40, 119, 129 – P.G. 99, 1056D).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ὅταν εὑρίσκεται κανείς στήν αἵρεσι ὅ,τι τελεῖ δέν εἶναι ἔγκυρο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὅμως ἀποτειχιστῆ ἀπό τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, αὐτά πού τελεῖ ἔχουν τήν ἐγκυρότητα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.  Ἐπίσης διδάσκει ὅτι ὅταν ὑπάρχει αἵρεσις πρέπει τά μυστήρια νά τά παίρνωμε ἀπό τούς ἀποτειχισμένους. Ὁ διαστέλλων (ἀπομακρύνων) τόν ἑαυτόν του ἀπό τήν αἵρεσι, ἀποφεύγει τήν ἀπώλεια, δηλαδή γλυτώνει ἀπό τήν κόλασι.  Καί βεβαίως διδάσκει ὅτι διά τῆς ἀναφορᾶς καί μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, εὑρισκόμεθα εἰς τήν αἵρεσι, ἔστω καί ἄν ἔχωμε ὀρθόδοξο φρόνημα καί καταργοῦμε τήν ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου.  Ὁ στέφανος τῆς ὁμολογίας τέλος, εἶναι διά τόν ὅσιο, ὄχι οἱ γραπτές ὁμολογίες πίστεως καί ὁ χαρτοπόλεμος, ἀλλά ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως.
Τονίζουμε ὅτι ὁ ὅσιος ὡμιλοῦσε γιά μή κεκριμένη αἵρεσι καί φυσικά γιά μή κεκριμένους αἱρετικούς.
Σέ ἄλλη  ἐπίσης ἐπιστολή  πρός τόν μοναχό Ἀθανάσιο ἀπό τήν περίοδο πάλι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως ὁ ὅσιος ἀπαντᾶ σέ μία ἔνστασι τοῦ Ἀθανασίου, τήν ὁποία καταγράφει ὡς ἑξῆς: «Φαίης γάρ ὅτι πάντες φίλοι καί εὐσεβεῖς, γνωστικοί τε καί ἰδιῶται ἐκμαίνονται ἀκούοντες ὅτι αἵρεσις, παράστασιν ταῦτα προβαλλόμενοι, ὅτι μηδενός ἀνθισταμένου καί διδάσκοντος τοῦ μοιχεύειν καί λύειν τούς ἀνιέρους, πῶς καλέσομεν αὐτούς αἱρετικούς;  παραβάτας γάρ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καί καταπατητάς τῶν θείων κανόνων καί ἀνιέρους δίκαιον» (Φατ. 48,130, 18 –P.G. 99, 1072A).
Ἡ ἔνστασις λοιπόν τοῦ Ἀθανασίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Πῶς εἶναι δυνατόν νά ὀνομάσωμε κάποιους αἱρετικούς (ὡμιλοῦσε γιά τούς μοιχειανούς), ἄν δέν ἀποτειχισθοῦν ἀπό αὐτούς οἱ Ὀρθόδοξοι καί κηρύξουν τά αἱρετικά των φρονήματα; Ἀπό αὐτό γίνεται φανερό ὅτι ἡ αἵρεσις κηρύσσεται μέ λόγια καί ἔργα καί κυρίως ὅτι ἡ καταγγελία τῆς αἱρέσεως γίνεται διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς αἱρετικούς καί διά τῆς διακηρύξεως τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων των.
Ὁ ὅσιος γιά νά ἀποδείξη ὅτι ἔχει γίνει ἡ ἀποτείχισις ἀναφέρει λεπτομερῶς καί μέ παράθεσι πολλῶν ὀνομάτων πολλές περιπτώσεις μεμονομένων ἀτόμων καί ὁμάδων ὁλοκλήρων, μοναχῶν, ἡγουμένων καί Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἀποτειχίστηκαν καί ὑπέστησαν διαφόρους διωγμούς, ἐξορίες κλπ.
Τελικῶς μετά τήν ἀπαρίθμησι ὅλων τῶν ἀποτειχισθέντων ὁ ὅσιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ὑπέρ τίνος Στέφανος ὁ ἐνάρετος ἡγούμενος σύν πεντήκοντα μαθηταῖς μεταναστάς ἐκ τοῦ οἰκείου φροντιστηρίου σύν ἑκατόν τε δέκα, ἅμα ἐπισκόπῳ πρότερον, ἀναθεματικῶς τήν μοιχοσύνοδον, ὡς τό Εὐαγγέλιον λύσασαν.... Ὑπέρ τίνος ἡμεῖς μέν ἐξόριστοι ἄλλος ἀλλαχοῦ, καί ἐναπόκλειστοι· ὅ τε οἰκονόμος, καί ὁ Ἀρσένιος οἱ ἀδελφοί· διωγμός δέ τῶν ἄλλων ἀπό δύο καί δέκα μιλίων τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ὡς τούς μέν ἐν σπηλαίῳ κατακρυβῆναι διά τήν πρός ἡμᾶς λανθανόντως διακονίαν, μεταμφιασαμένους ἐσθῆτα λαϊκῶν..... Ὑπέρ τίνος οὖν ταῦτα πάντα, ἵνα συνελών εἴπω; Οὐχ ὑπέρ τοῦ μή καταδέχεσθαι εἰπεῖν καί συγκαταθέσθαι τήν παράβασιν τοῦ Εὐαγγελίου οἰκονομίαν· ἥν ὡς σωτήριον καί ἰσάγιον οἱ ἐναντίοι ἐξεβόησαν, ἐμπράκτως καί τῷ λόγῳ εἰς τόν κόσμον καί εἰσέτι· καί ἕως ἄν ἐπιμένωσιν οὕτως λέγοντες καί πράττοντες διά τόν διωγμόν; Πῶς οὖν φασιν, ὅτι μηδενός ἀνθισταμένου καί διδάσκοντος καλέσομεν αὐτούς αἱρετικούς; Φαντασία τά προλεχθέντα καί ὄνειροι, ἤ ἀληθῆ; Ἐπειδή δέ ἀληθῆ, πῶς οὐχί διδάσκουσιν ἑκάστοτε καί κηρύττουσιν ἔργῳ καί λόγῳ;».
 Ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι διά τῆς ἀποτειχίσεως ὅλων αὐτῶν τῶν Πατέρων καταγγέλλονται οἱ μοιχειανοί ὡς αἱρετικοί.  Ἐπίσης γίνεται φανερό ὅτι, δέν μπορεῖς νά καταγγέλης τήν αἵρεσι καί συγχρόνως νά συνοδοιπορῆς ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς. Τέλος ἡ ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσις (ἀποτείχισις) καταδεικνύει ὅτι ἐφ’ ὅσον καταγγέλλεται ἡ αἵρεσις καί οἱ αἱρετικοί, διαχωρίζονται τά πράγματα καί ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ τούς δεδιωγμένους καί ἀποτειχισμένους σύμφωνα μέ τόν Μ. Βασίλειο.
Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι ὁ ὅσιος θεωρεῖ τήν αἵρεσι καταδικασμένη μέ τήν ἀποτείχισι τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογητῶν. Δι’ αὐτό αὐτήν τήν ἔκφρασι «ὑπέρ τίνος» τήν ἀναφέρει στήν ἐπιστολή αὐτή περίπου εἴκοσι (20) φορές, γιά νά καταδείξη τήν ἀποτείχισι τῶν Πατέρων.
  Βέβαια ὁμιλοῦμε γιά μία τελείως διαφορετική περίοδο τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τή σημερινή, γιά μία περίοδο ὁμολογίας καί ὄχι συμβιβασμοῦ, γιά μία περίοδο πού δέν εἶχε νά ζηλέψη τίποτε ἀπό τήν πρώτη χριστιανική περίοδο τῶν διωγμῶν, ἐνῶ ἡ ἰδική μας περίοδος δέν ἔχει νά ζηλέψη τίποτε ἀπό τήν βουδιστική ἀπάθεια (νιρβάνα) καί ἀπό τήν ἰησουΐτικη νοοτροπία νά ἐφευρίσκουμε τρόπους καί μεθόδους πρός ἀνάπαυσι τῆς συνειδήσεώς μας.  Αὐτός νομίζω εἶναι καί ὁ λόγος πού ψαχνόμαστε, κατά τό δή λεγόμενο, σήμερα κι ἐρευνοῦμε ἄν εἶναι μολυσμένα ἤ ἄκυρα τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού τούς χωρίσομε σέ κεκριμένους ἤ μή κεκριμένους καί ἔτσι οἱ μή κεκριμένοι αἱρετικοί (στήν προκειμένη περίπτωσι οἱ Οἰκουμενιστές) βαδίζουν ἀνενόχλητοι πρός ἐπιτέλεσι τοῦ ἔργου των, αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού προσπαθοῦμε νά βροῦμε ἐρείσματα σέ Γραφές καί Ἁγίους καί μή ὑπαρχόντων καταλήγουμε στήν τακτική καί πρακτική τῶν συγχρόνων γερόντων.
Θά παρεκκλίνω ἀπό τό θέμα πού ἀσχολούμαστε, διότι θεωρῶ ὅτι εἶναι ἡ οὐσία καί ἡ καρδιά ὅλων τῶν συζητήσεων καί θά ἀναφέρω κάτι πού ἐδιάβασα στό σημερινό συναξάρι (27-9) διά νά διαπιστώσωμε τήν διαφορά τῆς προαιρέσεως τῶν τότε Χριστιανῶν μέ τήν προαίρεσι τήν δική μας.  Πρόκειται γιά  τό συναξάρι τῶν Ἁγίων Καλλιστράτου καί τῶν σύν αὐτῷ Ἁγίων μθ’ (49) μαρτύρων.
«Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἐπί Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλέως ὑπῆρχον ἐν Ῥώμῃ. Κρατηθείς δέ ὁ ἅγιος Καλλίστρατος παρά Περσεντίνου τοῦ στρατηλάτου, καί τόν Χριστόν ὁμολογήσας Θεόν ἀληθινόν εἶναι, τύπτεται ἰσχυρῶς, εἶτα τίθεται ἐπ’ ὀστράκου, καί σύρεται ἐπάνω τούτου∙  καί μετά ταῦτα ἐμβάλλεται εἰς σάκκον, καί ῥίπτεται εἰς τήν θάλασσαν∙ σχισθέντος δέ τοῦ σάκκου, ἐξῆλθεν ὑγιής. Καί ἰδόντες οἱ τεσσαράκοντα ἐννέα στρατιῶται, ἐπίστευσαν εἰς τόν Χριστόν∙ οὕς τύψας ὁ Περσεντῖνος, ἐνέβαλε μετά τοῦ Καλλιστράτου εἰς τήν φυλακήν, καί ἐδιδάσκοντο παρά τούτου περί Κρίσεως καί Ἀναστάσεως καί περί Ψυχῆς.  Εἶτα, ἐκβληθείς τῆς φυλακῆς μετά τῶν τεσσαράκοντα ἐννέα στρατιωτῶν καί προσευξάμενος, ἔῤῥιψε πάντα τά εἴδωλα. Καί ἰδόντες ἕτεροι στρατιῶται ἑκατόν ὀγδοήκοντα τέσσαρες (ἤ κατ’ ἄλλους, 135), ἐπίστευσαν  καί οὗτοι, καί πάντας τάς κεφαλάς ἀπετμήθησαν».
Ἄν βεβαίως εἴμεθα ἐμεῖς σήμερα στή θέσι τῶν αὐτοκλήτων αὐτῶν Ἁγίων θά εὑρίσκαμε τρόπους ἀποφυγῆς τοῦ μαρτυρίου καί θά ἰσχυριζόμαστε ὅτι πρέπει πρῶτα νά βαπτισθοῦμε, νά κοινωνήσωμε ἀπό ὀρθόδοξα καί ὄχι μολυσμένα μυστήρια, νά προκόψωμε στήν ἀρετή, διότι μπορεῖ νά προέρχεται ἀπό ἐγωϊσμό ἤ ἐνθουσιασμό ἤ ἐπιπολαιότητα ἡ γρήγορη ὁμολογία καί, βεβαίως, νά ἐρωτήσωμε τόν πνευματικό μας διά νά πάρωμε τήν εὐλογία του.
Αὐτή εἶναι ἡ διαφορά τῆς προαιρέσεως τῶν τότε Χριστιανῶν μέ τήν ἰδική μας. Καί δι’ αὐτό πελαγώνομε μέ τίς συζητήσεις καί τελικῶς δέν βρίσκομε ἄκρη. Καί δι’ αὐτό δέν μποροῦμε νά κατανοήσωμε τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, ἀλλά μόνο τήν πρακτική τῶν συγχρόνων γερόντων.  Καί δι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι ἔφευγαν μακρυά ἀπό τήν αἵρεσι, ὅπου κι ἄν εὑρίσκετο (ἐντός ἤ ἐκτός Ἐκκλησίας), ἐνῶ ἐμεῖς κάνουμε τό ἀντίθετο. Εἶναι δηλαδή καθαρά θέμα προαιρέσεως καί τίποτε περισσότερο. Ἡ προαίρεσις δηλαδή τῶν τότε Χριστιανῶν ἦταν ὁμολογιακή καί μαρτυρική, ἐνῶ ἡ ἰδική μας συμβιβαστική καί ἐνδοτική.
Ἐπανερχόμενοι εἰς τό θέμα τοῦ μολυσμοῦ καί τῆς ἀκυρότητος τῶν μυστηρίων, θά ἀναφέρωμε ἕνα ἄλλο περιστατικό ἀπό τήν μοιχειανική πάλι αἵρεσι, τό ὁποῖο περιγράφει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Πρόκειται γιά κάποιον ἡγούμενο Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος ὑπέστη μαρτύρια ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς περιοχῆς του, γιατί δέν τόν ἐμνημόνευε καί δέν τόν ἀνεγνώριζε ὡς Ἐπίσκοπο:
«Ἐπί δέ τόν κολοφῶνα τοῦ λόγου μέτειμι. τίς οὕτω ἀκήκοε σχεδόν παράνομα καί ἔκτοπα Χριστιανός, ἅ ὑπό τῶν δυσωνύμων Μοιχειανῶν γεγένηται, λεγομένων μέν ἱεραρχῶν, ὄντων δέ ἀνιέρων ὑπό πάσης ἀποστολικῆς καί Πατρικῆς φωνῆς, καί ἄνευ τῆς αἱρέσεως; Τύπτων οὕτω τίς τέτυφεν ἀνθρώπων, οὐ λέγω Χριστιανική χείρ, ἀλλά βαρβαρική· δίς ἑκατοντάσι πρός ἑξήκοντα καί ἕξ μαστίγων, εἶτα μετ' οὐ πολύ, δίς δύο ἑκατοντάσι βουνεύρων ἐπί τῶν νώτων· ὡς ὁ γενναῖος γε ἀρχιεπίσκοπος, μᾶλλον δέ ἀλλοτριοεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καί οὐ τῶν ἀγελαίων τινά, ἀλλά μονάζοντα, καί τοῦτον ἡγούμενον, καί μάλα τόν εὐλαβέστατον, τοὔνομα Εὐθύμιον, τόν τῆς εὐθυμίας ὄντως φερώνυμον; Ἐξέστη ἐπί τούτῳ ὁ οὐρανός· καί ἔφριξα ἐγώ ὁ τάλας· οἶμαι δέ καί πᾶς τις τῶν ἀνθρώπων τήν φυσική ἡμερότητά τε καί ἐλεημοσύνην ἔχων καί ἀκούων. Ὅς εἰς τύπον Χριστοῦ ὀφείλων κεῖσθαι, καί τυπτόμενος μή ἀντιτύπτειν, καί τῶν θηρίων ὠμότερος γέγονεν, οὔ τι που ἴχνος Χριστιανικόν φέρων, πολλοῦ γε εἰπεῖν ἱεραρχικόν» (Φατ. 51, 151, 12 –P.G. 99, 1097A).
 Ἐδῶ ὁ ὅσιος δέν ἀναγνωρίζει ἱερωσύνη στούς μοιχειανούς μέ αὐτά πού ἐπιτελοῦν ἔστω καί ἄν δέν εἶχαν τήν αἵρεσι. Δι’ αὐτό τόν Ἐπίσκοπο αὐτόν τόν ὀνομάζει «ἀνίερο», «ἀλλοτροεπίσκοπο» καί μή ἔχοντα ἴχνος χριστιανικό ἐπάνω του «πολλοῦ γε εἰπεῖν ἱεραρχικόν».
Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει τήν αἰτία τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἦτο ἡ ἀποτείχισις καί ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως.
«Καί ὑπέρ τίνος ὁ δαρμός; ἵνα τόν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητήν πείσῃ συνθέσθαι ἀναφέρειν αὐτόν ὡς ἱεράρχην. Ἀλλ' ὤ τῆς γενναιότητος καί κραταιότητος τοῦ μάκαρος! Οὕτω γάρ δίκαιον εἰπεῖν· ὅτι καί μετά τοσαύτας πληγάς καί αἵματος ἁγίου ῥύσιν, ὡς φοινίσσεσθαι τά πέλματα τῶν ποδῶν τῶν ἐκεῖσε παρόντων, καί οἰονεί πηλοποιεῖσθαι τό πορφύρεον κονίαμα εἰς οἰκοδομήν τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας· κείμενος ἤδη βραχύ ἄπνους καί ἄφωνος, καί ἐρωτηθείς παρά τῶν κολαστῶν μνημονεύειν τόν τύραννόν φημι, ἀλλ' οὐκ ἀρχιεπίσκοπον· Οὐ, φησίν ὁ μακάριος· οὕτω μέχρι θανάτου σχεδόν οὐ παρατρέψας τόν νοῦν· οὐ παρεκλίνας τι τῶν ὀρθοδόξως ἐγνωσμένων αὐτῷ».
Βλέπουμε λοιπόν τόν ἡγούμενο αὐτό, παρ’ ὅλα τά μαρτύρια νά μήν δέχεται νά μνημονεύση αὐτόν τόν ἀρχιεπίσκοπο, τόν ὁποῖο ὁ ὅσιος ὀνομάζει τύραννο. Ἡ ἔκφρασις τοῦ ὁσίου «οὐ παρεκκλίνας τι τῶν ὀρθοδόξως ἐγνωσμένων αὐτῷ», σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ὁδός ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι ἡ ἀποτείχισις καί ὅ,τι ἔπραξε ὁ ἡγούμενος αὐτός.
Ἡ θαυμασία ἐπίσης ἔκφρασις «ἵνα τόν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητή πείσῃ συνθέσθαι ἀναφέρειν αὐτόν ὡς ἱεράρχην», σημαίνει ὅτι δέν ἦταν ἱεράρχης, ἐφ’ ὅσον δέν τόν ἀνεγνώριζον οἱ Ὀρθόδοξοι Ὁμολογητές. Δι’ αὐτό ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός μέ τά βασανιστήρια στούς Ὀρθοδόξους προσπαθοῦσε νά ἐπιτύχη τήν ἀναγνώρισί του. Σήμερα βέβαια δέν χρειάζεται οἱ Ἐπίσκοποι νά χρησιμοποιοῦν τέτοιες ἀπαρχαιομένες μεθόδους, προκειμένου νά ἀναγνωρισθοῦν. Αὐτά ἐχρειάζοντο τότε πού ἡ ὁμολογία τῶν Ὀρθοδόξων ἐτελείωνε  στό μαρτύριο, ἐνῶ σήμερα τελειώνει  στόν χαρτοπόλεμο.
Ἐν συνεχείᾳ ὁ ὅσιος ἀναφέρει τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου καί τήν τελική ἔκβασι τῶν γεγονότων: «Μικροῦ δή παρέδραμέ με ἀναγκαῖόν τι· ὅτι καί ὁ ναός  τοῦ  Θεοῦ πραιτώριον γέγονε  Πιλατικόν. Ἐκεῖσε γάρ ἔφης, ἤτοι εἰς τό λεγόμενον τοῦ Ἀρχαγγέλου ἱερόν δόμον τετύφθαι τόν μάρτυρα· ὅν οἱ μέν ἀτίθασοι τιμωροί εἴασαν ἡμιθανῆ· τίς δέ Χριστομίμητος λαβών ἐπί τόν ἴδιον οἶκον· καί ταῖς αἱμοῤῥαγίαις καί ξεσμοσαρκίαις προσπλάσας κώδιον ἀρνοῦ ἀρτισφαγοῦς ἐζωοπύρησε τόν ἄνδρα· μικρόν δέ καί κατά βραχύ ἀναῤῥώσας, ἐξαπέστειλε λάθρα διά τήν καλοῦσαν ἐντολήν· πεφευγότος τοῦ θανέντος ἤδη καί παραδόξως ἐξεγερθέντος εἰς στήλην ὀρθοδοξίας καί θρίαμβον τῶν κακοδόξων».
Ὅλα λοιπόν αὐτά τά βασανιστήρια ἐγίνοντο ἀπό τόν Ἐπίσκοπο μέσα στό ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου, τόν ὁποῖο ὁ ὅσιος ὠνόμαζε «πραιτώριο Πιλατικό».  Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὁ ναός ἀποκτᾶ ἤ χάνει τήν ἱερότητά του ἀπό αὐτά πού τελοῦνται καί λέγονται εἰς αὐτόν. Δι’ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρει ὅτι μέ τήν εἴσοσο τῆς αἱρέσεως εἰς αὐτόν, ὁ ναός χάνει τήν ἱερότητά του καί γίνεται κοινός οἶκος. Οἱ Ἅγιοι συμφωνοῦν πάντοτε μεταξύ των.
Ὁ ναός λοιπόν τότε ἔγινε Πιλατικό πραιτώριο, σήμερα μπορεί νά γίνη οἰκουμενιστικό  ἄντρο, ἐμπορικό κατάστημα κλπ. Μπορεῖ νά γίνη καί θέατρο, διότι εἶναι τῆς μόδας πλέον τό ξενόφερτο φαινόμενο νά γίνωνται μέσα στούς ναούς μας συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, χοροί κ.λπ.
Οἱ μοιχειανοί, ὅπως διαπιστώνομε, ὀνομάζονται ἀπό τόν ὅσιο «κακόδοξοι» καί ὄχι ὅπως ἐμεῖς τούς ὀνομάζουμε σήμερα ἑτεροδόξους, γιά νά ἀπαλείψωμε σιγά–σιγά τή λέξι αἱρετικοί. Διότι ἡ λέξι ἑτερόδοξοι σημαίνει ὅτι δέν ἔχουμε μεταξύ μας τήν ἴδια δόξα (πίστι καί τίποτε περισσότερο), ἐνῶ  ἡ λέξι αἱρετικοί σημαίνει ὅτι εἶναι κακόδοξοι καί πλανεμένοι.
Συνοψίζοντας ὅλα τά ἀνωτέρω καί συνταυτίζοντας τήν διδασκαλία τῆς Ἁγ. Γραφῆς, εἰς τήν ὁποία ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναθεματίζει κάθε αἱρετικό, ὁ ὁποῖος διδάσκει ἀντίθετα ἀπό τήν ἀποστολική διδασκαλία, τίς διακελεύσεις τῶν ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί καταδικάζουν κάθε αἵρεσι καί κάθε αἱρετικό, χωρίς νά τούς ξεχωρίζουν σέ κεκριμένους καί μή κεκριμένους (εἰδικά τό Συνοδικό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, στό ὁποῖο ἀναφερθήκαμε σέ προγενέστερο κείμενο), τίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν ὅτι ἡ αἵρεσις σέ χωρίζει ἀμέσως ἀπό τόν Θεό καί ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι λύκοι καί φίδια φαρμακερά, χωρίς νά τούς ξεχωρίζουν καί αὐτοί σέ κεκριμένους καί μή κεκριμένους καί, εἰδικώτερα, τούς Ἁγίους Μ. Βασίλειο καί ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μέν ἕνας διδάσκει ὅτι μέ τήν εἰσαγωγή τῆς αἱρέσεως στό ναό, φεύγει ὁ φύλακας ἄγγελος καί ὁ ναός χάνει τήν ἱερότητά του καί μετατρέπεται σέ κοινό οἶκο, ὁ ἄλλος δέ διδάσκει ὅτι τά τελούμενα ὑπό τῶν αἱρετικῶν μυστήρια εἶναι μολυσμένα καί ἀνυπόστατα γιά τόν Χριστό, ὁμιλώντας μάλιστα συγκεκριμένα γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι, συνοψίζοντας λέγω καί συνταυτίζοντας ὅλα τά ἀνωτέρω, ἔχουμε νά ἀναφέρουμε τά ἑξῆς:
Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αἵρεσις, ἡ ὁποία κηρύσσεται δημοσίως καί Συνοδικῶς, ἐπ’ Ἐκκλησίας καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ  (π.χ. ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), αὐτή εἶναι καταδικασμένη ἀπό τήν Ἁγ. Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες καί σύμπασα τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, οἱ δέ αἱρετικοί (π.χ. οἱ Οἰκουμενιστές) εἶναι καί αὐτοί καταδικασμένοι ἰσορρόπως ἐκ τῶν ἀνωτέρω.  Τά τελούμενα δέ ὑπό τῶν αἱρετικῶν μυστήρια κλπ. γίνονται ἀνυπόστατα, μολυσμένα καί ἄκυρα, ἐφ’ ὅσον ἀποτειχισθοῦν καί ἀπομακρυνθοῦν ἐκκλησιαστικῶς οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως συνοδευόμενοι ἀπό τούς φύλακες ἀγγέλους τῶν ἱερῶν ναῶν, ἀποτελοῦν τή συνέχεια τῆς διαχρονικῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. 
Μέχρις ὅτου ἀφυπνισθοῦν καί ἀποτειχισθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι, (πρᾶγμα τό ὁποῖο στίς ἡμέρες μας δυστυχῶς ἀπό ἁπλό καί αὐτονόητο κατέστη δύσκολο, δαιδαλῶδες καί ἀκανθῶδες, ἐξ αἰτίας τῆς παρεμβολῆς τῶν πνευματικῶν καί τῶν Ἐπισκόπων), ἡ εὐθύνη γιά τόν προσωπικό μολυσμό καί τήν συμμετοχή στήν αἵρεσι ἐναπόκειται στόν κάθε Ὀρθόδοξο προσωπικῶς, ἀναλόγως, ὅπως ἔχομε ἀναφέρει ἐπανειλημμένως, τῆς γνώσεως, τῶν δυνατοτήτων καί τοῦ ἀξιώματος ἑκάστου.
Ἀπό τήν μελέτη τῶν πατερικῶν κειμένων πού μέχρι σήμερα ἔχω κάνει διεπίστωσα ὅτι γιά τούς Πατέρες δέν υπάρχει διαφορά μεταξύ κεκριμένων καί μή κεκριμένων αἱρέσεων καί αἱρετικῶν. Ἡ διαφορά ὑπάρχει μόνο στόν τρόπο ἐπιστροφῆς των στήν Ὀρθοδοξία. Ἡ ἐπιστροφή δηλαδή τῶν μη κεκριμένων αἱρετικῶν γίνεται μέ ἁπλή ὁμολογιακή μετάταξι στούς Ὀρθοδόξους μέ ὅλα τά ἐπακόλουθα τῶν διωγμῶν κ.λπ., ἐνῶ ἡ ἐπιστροφή τῶν κεκριμένων αἱρετικῶν γίνεται μέ ὁμολογία καί λίβελο ἐναντίον τῆς αἱρέσεως καί μέ μύρωμα ἤ ἀναβαπτισμό ἀναλόγως.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Ἀντιοικουμενισμοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν κατάργησι τῆς ὁμολογίας, τοῦ διωγμοῦ καί τοῦ μαρτυρίου, ἐφ’ ὅσον διδάσκει τόν συμβιβασμό καί τό βόλεμα.  Καί εἶναι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου λυπηρόν νά βλέπωμε σήμερα Ὀρθοδόξους χωρίς εἰδικές γνώσεις καί ἀξιώματα (π.χ. στή Συρία, στή Λιβύη κ.α.) νά μαρτυροῦν ἐκουσίως ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καί ἐμεῖς νά συζητοῦμε καί νά πολυπραγμονοῦμε περί μολυσμοῦ τῶν μυστηρίων, περί κεκριμένων ἤ μή κεκριμένων αἱρετικῶν, περί τοῦ δυνητικοῦ τοῦ ἱεροῦ Κανόνος περί ἀποτειχίσεως κλπ. μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἀποφυγή τῆς ὁμολογίας, τοῦ διωγμοῦ καί τοῦ μαρτυρίου, ἔστω καί ἄν αὐτό ἔχει ἁπλοποιηθεῖ σήμερα καί δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τά μαρτύρια καί τόν διωγμό τῶν ἁγίων μαρτύρων.
Ἐδῶ προφανῶς ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ. 8, 11-12)· καί ἐπίσης ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου  «...ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα τοὺς σοφούς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά,  καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ» (Α΄Κορ. 1, 27-28).
Τελειώνοντας ἀναφέρω ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νά ἀσχοληθῶ περαιτέρω ἐπί τοῦ θέματος, μόνον καί ἐφ’ ὅσον κατατεθοῦν κείμενα ἁγιογραφικά καί πατερικά, τά ὁποῖα νά ὁμιλοῦν γιά κάτι ἀντίθετο.  Ἄν ὅμως κατατίθενται γνῶμες αὐθαίρετες καί προσωπικές, ἐγώ δέν θά ἀσχοληθῶ μέ αὐτές, διότι ὁ καθένας μπορεῖ νά πιστεύη καί νά ἰσχυρίζεται ὅ,τι θέλει, εἰδικά σήμερα πού αὐτό τό ἐπιτρέπει ἤ μᾶλλον τό ἐπιβάλλει ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Στήν ἔνστασι δέ ἑνός ἄλλου σχολιαστοῦ, τοῦ κ. Κ. Χριστοδουλίδη, θέλω νά προσθέσω δύο λέξεις στό ὑπάρχον κείμενο, στό ὁποῖο ἐσημείωσε ὅτι δέν βγαίνει συμπέρασμα, ὥστε νά κατανοηθῆ καί νά ἐναρμονισθῆ μέ ὅλα τά ὑπόλοιπα, τά ὁποῖα συμπληρωματικά προσθέσαμε. Οἱ δύο αὐτές λέξεις ποὺ προσθέτω εἶναι οἱ λέξεις  μόνο καί πρωτίστως.  Τό δέ κείμενο μετατρέπεται ὡς ἑξῆς:
«Διότι τό μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας δέν μᾶς οἰκειώνει μέ τόν διάβολο μόνον ὅταν εἶναι ἄκυρο, δηλαδή ὅταν δέν εἶναι σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, ἀλλά μᾶς οἰκειώνει μέ τόν διάβολο πρωτίστως ἡ αἵρεσις διά τῆς ὁποίας  ἀποκόπτεται κάποιος ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι ἡ αἰτία πού καθίσταται ἄκυρο καί τό μυστήριο».
Ἄν πάλι παρ’ ὅλα αὐτά ὁ κ. Χριστοδουλίδης δέν δύναται νά τό κατανοήση, ἄς μᾶς ὑποδείξη αὐτός τήν σωστή διατύπωσι καί θά τό διορθώσωμε, ἐφ’ ὅσον, βεβαίως, ἡ διατύπωσις συμφωνεῖ μέ τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων καί ὄχι μέ τίς ἰδέες τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, γιά τούς ὁποίους, ὅπως ἀναφέρει, ἐμεῖς εὑρισκόμεθα ἐντός τῆς καινοτομίας (προφανῶς τοῦ ἡμερολογίου).
                                                               

ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ !!!



Πηγή: http://orthodoksiantepithesi.blogspot.gr




 ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ...
     ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ !!!


Ο παρακάτω διάλογος είναι πραγματικός και έλαβε χώρα πρό εξαμήνου σε επαρχιακή πόλη.....





Η πόρτα του μαγαζιού χτύπησε και μπήκε μέσα ένας περιποιημένος στην εμφάνιση αρχιμανδρίτης....
Από το παρουσιαστικό του φαινόνταν ότι άνηκε στους ιερείς με πιο μοντέρνες ιδέες, καθώς το καλοξυρισμένο λιγοστό μουσάκι και η "φράτζα" στο χτένισμα της κεφαλής, θα πρόδιδαν κάθε προσπάθεια του να φανεί ως παραδοσιακός και "συντηρητικός"  ιερώμενος.....
-Σε ποιά ενορία είστε πάτερ; τον ρώτησα....
- Είμαι από εδώ αλλά βρίσκομαι σε ιεραποστολή στο Κονγκό, μου απήντησε
- Υπέροχα, πραγματικά άξιος ο μισθός σας σε ένα τοσο επίπονο έργο...
-Ευχαριστώ, μου απήντησε ευγενικά....
- Πείτε μου πάτερ ποια η γνώμη σας για τον Βαρθολομαίο; τον ρώτησα απότομα....
- Ο Παναγιότατος; πολύ καλός .....
- Και ο πάπας; τον ρώτησα άμεσα....
- Καλός κι αυτός..... μου απήντησε με πολύ άνεση
- Και ο διάβολος; τον ξαναρώτησα...
-Καλ.... εεεε τι ενοείτε; σάστισε.......
- Τίποτα πάτερ , τίποτα δεν ενοώ, απλώς λυπάμαι για σας.....
Kαι ο διάλογος μας διακόπηκε άδοξα........
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΟΚΩΜΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Σχόλιο: Ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι τὴν ἴδια ἀπάντηση (μέχρι τὴν ἐρώτηση γιὰ τὸ ..διάβολο), θὰ ἔδινε ἕνα μεγάλο τῶν παπάδων μας;