Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Ο π. Ευθύμιος γιόρτασε στη Σερβία με τον Σεβασμιώτατο Aρτέμιο τον Άγιο Σάββα.




Ο π. Ευθύμιος γιόρτασε στη Σερβία με τον Σεβασμιώτατο Ἀρτέμιο τον Άγιο Σάββα.
 
Των τριών Ιεραρχών σήμερα, ημέρα κατά την οποία γιορτάζουμε τους τρεις μεγίστους Φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος, τους Μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες, που ερμήνευσαν με άριστο τρόπο την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο και το διέδωσαν σε όλη την οικουμένη, χρησιμοποιώντας  την κατά κόσμον σοφία και γνώση τους γι’ αυτόν τον σκοπό προς δόξαν Θεού.
Επετέλεσαν απαράμιλλο  κοινωνικό–φιλανθρωπικό έργο, υπερασπίστηκαν  την Ορθόδοξο πίστη με τα θεόπνευστα συγγράμματά τους, όταν αυτή κινδύνευε από τους αιρετικούς της εποχής τους, και ήταν αυτοί οι Άγιοι, που μίλησαν για όλα τα κοινωνικά–ηθικά–πνευματικά–δογματικά θέματα που απασχολούσαν την κοινωνία των πιστών. Οι απαντήσεις τους είναι διαχρονικές, καὶ αποτελούν μέχρι σήμερα, για μας τους συγχρόνους Ορθοδόξους,  τα φώτα, τους οδοδείκτες και τους συμβουλευτικούς οδηγούς για την επίλυση κάθε μορφής προβλημάτων στην καθημερινή μας ζωή.
Μια τέτοια μεγάλη μορφή για τους Σέρβους, είναι και ο άγιος Σάββας. Ονομάζεται φωτιστής των Σέρβων και έχει να παρουσιάσει παρόμοιο έργο, όπως αυτό των Τριών Ιεραρχών, καθόσον μεταλαμπάδευσε την Ορθόδοξο πίστη σε όλη τη Σερβία, έκτισε σχολεία και φρόντισε για  την πνευματική και κατά κόσμον μόρφωση κι εκπαίδευση του σερβικού λαού, άσκησε την φιλανθρωπία σε υπέρτατο βαθμό και αναγέννησε πνευματικά τους αδελφούς μας τους Σέρβους. Είναι θα λέγαμε ο άγιος Σάββας, ένας μεταγενέστερος φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος.  Προς τιμήν του οι Σέρβοι έχουν κτίσει σε κάθε γωνιά της σερβικής γης ναούς, περικαλλείς, περίτεχνους  κι απλούς, μεγάλους και μικρούς, δείγμα της μεγάλης τους αγάπης κι αφοσίωσης προς τον Άγιό τους.
Ο Άγιος Σάββας ήταν γιός του Αγίου Συμεών, του Σέρβου βασιλιά της μεγάλης δυναστείας των Νεμάνια. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ράστκο κι από πολύ μικρός μεγαλωμένος σε ορθόδοξο και φιλομόναχο περιβάλλον (καθόσον φιλοξενούσαν αγιορείτες πατέρες στο σπίτι τους) ήθελε να γίνει μοναχός. Όταν λοιπόν κάποια φορά είχαν έλθει φιλοξενούμενοι Αγιορείτες πατέρες στη Σερβία, αυτός βρήκε ευκαιρία και προφασιζόμενος ότι θα πάει για κυνήγι με τους πατέρες, έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος σε ηλικία 17 ετών. Εγκατέλειψε τα εγκόσμια, τον θρόνο που τον περίμενε, καθόσον αυτός θα ήταν ο διάδοχος της δυναστείας Νεμάνια, κάθε υλική και γήϊνη απόλαυση και προτίμησε το μοναχικό σχήμα.
Ο πατέρας του, θύμωσε πολύ κι αφού ήταν το αγαπημένο του παιδί έβαλε στρατιώτες να τον ψάξουν παντού.   Δεν ήθελαν οι γονείς του να γίνει μοναχός γιατί έπρεπε να διαδεχθεί τον θρόνο στην πατρίδα του τη Σερβία, κι αφού είχε ανατραφεί με την κατά Χριστόν παιδεία θα ήταν ο πλέον άξιος και κατάλληλος για να γίνει ο βασιλιάς των Σέρβων.  Τον  αναζήτησε λοιπόν παντού κι έστειλε μάλιστα συνοδεία στρατιωτική στο Άγιον Όρος, και βρήκε μετά από μέρες τον Ράστκο στο Ρωσικό μοναστήρι.
Εκεί ο Ράστκο με τον ηγούμενο και τους πατέρες της μονής φιλοξένησαν την συνοδεία του βασιλιά Συμεών, τους παρέθεσαν τράπεζα με ό,τι είχαν στο μοναστήρι, καθώς και κρασί για να ξεκουραστούν από την ταπαιπωρία και την πεζοπορία στα δύσβατα μονοπάτια τους Όρους. Μετά τη φιλοξενία που τους παρείχαν ο Ράστκο υποσχέθηκε στους στρατιώτες ότι θα γυρίσει πίσω μαζί τους στη Σερβία. Αυτοί αποκοιμήθηκαν κι ο Ράστκο κρυφά εκάρη μοναχός στο παλαιό Ρωσικό μοναστήρι κι έτσι το πρωί, όταν ξύπνησαν οι στρατιώτες τον βρήκαν ντυμένο με το μοναχικό σχήμα.
Όταν επέστρεψαν στη σερβική γη, ενημέρωσαν τον βασιλιά Συμεών Νεμάνια, ότι ο γιός του τον καλεί στο Άγιον Όρος, όπου εκάρη μοναχός. Πηγαίνοντας εκεί ο βασιλιάς γεμάτος θυμό και λύπη, σαγηνεύτηκε τόσο από τη μοναχική πολιτεία,  που εκάρη κι αυτός μοναχός κι έγινε μάλιστα υποτακτικός στον γιό του Σάββα. Η βασίλισσα Άννα, και μητέρα του αγίου Σάββα, εκάρη κι αυτή μοναχή  με το όνομα Αναστασία κι αφιερώθηκε κι αυτή στο Θεό όπως κι ο σύζυγός της.
Ο Άγιος Συμεών, που ονομάστηκε μάλιστα και μυροβλήτης, με την άσκηση και τα πνευματικά χαρίσματα που απέκτησε ευρήκε μεγάλη χάρη ενώπιον του Θεού και έκανε πολλά θαύματα.  Απέκτησαν τόση χάρη και παρρησία ενώπιον του Τριαδικού Θεού, ώστε έγιναν όλοι Άγιοι της Σερβικής Εκκλησίας. Οι άγιοι μάλιστα Σάββας και Συμεών είναι οι μεγάλοι κτήτορες της Ι. Μονής Βατοπεδίου, οι οποίοι αγόρασαν μετέπειτα την παλαιά μονή του Χιλανδαρίου, την ανακαίνισαν και την αναστήλωσαν και έκτοτε  η μονή  έγινε σερβική.
Η εορτή λοιπόν του Αγ. Σάββα είναι η μεγαλύτερη γιορτή για τους Σέρβους αδελφούς μας, γιατί θεωρείται ο φωτιστής των Σέρβων και ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Σερβίας που ίδρυσε αυτοκέφαλη τη σερβική Εκκλησία. Έκτισε παντού σχολεία, νοσοκομεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Επί τουρκοκρατίας οι Τούρκοι έκαψαν το άγιο λείψανό του, γιατί θεώρησαν ότι έτσι θα τον ξεχνούσαν οι Σέρβοι, που πάντοτε τον λάτρευαν και τον τιμούσαν. Είναι ο πιο μεγάλος άγιος της Σερβίας, από τις μεγαλύτερες μορφές της Εκκλησίας, σοφός και θαυματουργός κατέχει την πρώτη θέση στην καρδιά του σερβικού λαού.
    Δεν υπάρχει οικογένεια ορθόδοξη, κοινότητα, σύλλογος ή σχολείο στη Σερβία που να μην κάνουν κάποια γιορτή την ημέρα της μνήμης του, να ψάλλουν ύμνους και πνευματικά τραγούδια  και να τιμήσουν τον Άγιο, τα παιδάκια να πουν ποιήματα κι αφιερώματα για τον Άγιο και να πάρουν δώρα από τους μεγάλους την ημέρα αυτή για να εκφράσουν την αγάπη και την αφοσίωσή τους στον μεγάλο ευεργέτη τους. Γιορτάζεται κι εκεί στη Σερβία σαν σχολική εορτή όπως ακριβώς γιορτάζουμε κι εμείς τους Τρεις Ιεράρχες.

       Την ημέρα αυτή λοιπόν που γιόρταζε η σερβική Εκκλησία ο π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς παρευρέθηκε στη μεγάλη πανήγυρη προς τιμήν του Αγ. Σάββα στο Μπαράγιεβο, 30 χιλιόμετρα έξω από Βελιγράδι, σε μία από τις κατακόμβες του σεβασμιωτάτου Αρτεμίου, του ευρισκομένου στην εξορία,  που είναι αφιερωμένη στον Αγ. Ιουστίνο τον Πόποβιτς.   
Μοιράστηκε τη χαρά και την ευλογία με τον Σεβασμιώτατο Αρτέμιο, συλλειτούργησαν και γιόρτασαν μαζί με πλήθος λαού που προσήλθε για την γιορτή του μεγάλου προστάτου της Σερβικής Εκκλησίας και πήρε δύναμη για τη συνέχεια του αγώνα, για την ομολογία κι υπεράσπιση της πίστεώς μας.
Χριστίνα Νάκου

Επίκειται "ιερός εκφοβισμός" όσων υπέγραψαν το κείμενο προς τον Μητροπολίτη

Πηγή: "Κατάνυξις"

Επίκειται "ιερός εκφοβισμός" όσων υπέγραψαν το κείμενο προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο;

Θέμα της ανάρτησης: Το χρονικό μιας επιστολής διαμαρτυρίας
Όπως φαίνεται στην Επιστολή των 1052 πιστών πρός τον Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο , εξουσιοδοτήθηκαν 5 πρόσωπα για να την παραδώσουν. Την επιστολή παρέλαβε ο Πρωτοσύγκελος π. Στέφανος Τόλιος, ο οποίος παρότι γνωρίζει το πρόβλημα από πρώτο χέρι, αρκέστηκε σε μια τυπική γραφειοκρατική αντιμετώπιση. Σφράγισε το έγγραφο, ζήτησε κατά την τάξιν τις υπογραφές των κομιστών και περιορίστηκε στο να δώσει τον απαραίτητο αριθμό πρωτοκόλλου.

Μάλλον είναι συχνό φαινόμενο στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης να παραδίδεται επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Παναγιώτατο, που να συνοδεύεται από 1052!!!!!! υπογραφές. Δεν μπήκε στον κόπο ούτε να συζητήσει το θέμα με τους κομιστάς, ούτε να ενημερώσει επιτόπου τον Παναγιώτατο, έστω

Η ορκομωσία της κυβέρνησης, ο μητροπ. Αργολίδος, ο κ. Τελεβάντος και ο άγιος Νεκτάριος



ἄρνηση τοῦ ὅρκου ἀπὸ μέλη τῆς νέας κυβέρνησης δημιούργησε ταραχὴ σὲ πολλούς, ἢ ἀποτέλεσε εὐκαιρία νὰ τοποθετηθοῦν ὑπὲρ κατὰ τοῦ ὅρκου κάποιοι, περισσότερο ἀπὸ ἰδεολογικο-κομματικο-πολιτικὲς πεποιθήσεις κινούμενοι, παρὰ ἀπὸ τὴν διάθεση νὰ παρουσιάσουν τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία γιὰ τὸν ὅρκο.
Ἐντύπωση μᾶς ἔκανε ἡ τοποθέτηση ἱστολόγου, γνώστη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς περὶ τῆς «συμφωνίας τῶν Πατέρων» (consensus Ratrum), ὁ ὁποῖος, ἔχει ἀρχίσει μιὰ «κόντρα» μὲ τὸν Μητροπολίτη Ἀργολίδος. Ὁ μητροπ. Ἀργολίδος, (ἀφοῦ μᾶς παρουσίασε τὴν οἰκουμενιστική του ταυτότητα), εἶδε θετικὰ τὴν ἐνέργεια τῶν κυβερνώντων νὰ μὴν ὁρκιστοῦν (δεῖτε ἐδῶ καὶ ὑπενθύμισε τὸ αὐτονόητο, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι κατὰ τοῦ ὅρκου. Τὸ ἂν αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ λόγους Πίστεως, ὁ Θεὸς ξέρει, ἐμεῖς ἁπλῶς σημειώνουμε ὅτι δὲν ἔκανε τὸ ἴδιο κατὰ πολιτικῶν προηγουμένων κυβερνήσεων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπάτησαν –ὁρκιζόμενοι χωρὶς νὰ πιστεύουν πολλοὶ στὸ Εὐαγγέλιο, πάνω στὸ ὁποῖο ὁρκίστηκαν– ἀλλὰ καὶ στὴν συνέχεια ἐπιόρκησαν.
Γιὰ νὰ στηρίξει, λοιπόν, τὶς θέσεις του ὁ κ. Τελεβάντος, ἐπιστρατεύει ἕνα Ἅγιο· παραθέτει τὴν γνώμη περὶ ὅρκου τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ὁ ὁποῖος δέχεται ὅτι ὁ ὅρκος τῶν ἀρχόντων ἐπιτρέπεται. Ὅμως, ὁ Ἅγιος, στὸ θέμα αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ οἰκονομήσει τὸ πρόβλημα τοῦ ὅρκου τῶν Ἀρχόντων, ποὺ μετὰ τὴν Τουρκοκρατία εἶχε ἐμφανισθεῖ στὴν Ἑλλάδα, ἴσως δὲ νὰ μὴν εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ἐρευνήσει ὅλα τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων. Οὕτως ἢ ἄλλως ἡ θέση του, ὡς οἰκονομία, ἔχει ἡμερομηνία λήξεως. Καὶ ὁ κ. Τελεβάντος γνωρίζει τὰ περὶ Οἰκονομίας στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς παρεκκλίσεις σὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, πάντα οἱ Ἅγιοι ὑπενθύμιζαν τὴν Ἀκρίβεια, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτοκράτορες θέσπισαν εἰδικοὺς νόμους γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ ὅρκου, ὅπως γράφει καὶ ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος:
«Επίσης, ευσεβείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου δια νόμων απαγόρευσαν στους υπηκόους τους να ορκίζωνται επί του Ιερού Ευαγγελίου.Νεαρά Διάταξις, εκδοθείσα υπό της αυτοκράτειρας Ειρήνης, λέγει: “Ταύτη τη θεία νομοθεσία (που απαγορεύει τον όρκο) τον αυχένα του κράτους ημών υποκύπτομεν και την παρά ταύτην κρατήσασαν παράνομον συνήθειαν αποπεμπόμεθα”».

Γιὰ ὅποιον, λοιπόν, θέλει νὰ γνωρίσει τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ ὅρκου, παραθέτουμε
Α) τὴν θέση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου καὶ στὴν συνέχεια
Β) τὶς σημαντικότερες ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόλυτα ἀρνητικοὶ στὸν ὅρκο, ὅπως ἀπόλυτος ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

(Α)
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΑΠΑΝΤΑ
ΣΤΟΝ ΣΕΒ. ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ
ΕΠΙΤΡΕΠΤΟ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΟΡΚΟΥ

(Πηγή: Τελεβάντος, ἐδῶ)

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα:
Ἀπαγορεύει ὁ Σωτὴρ καὶ τὸν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν ἀπαιτούμενον ὅρκον;
"Ο Σωτὴρ ἀπηγόρευσε τὸν ὅρκον τὸν πρὸς ἀλλήλους καὶ οὐχὶ τὸν ὅρκον τὸν διδόμενον ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας καὶ διαβεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν. Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ ἐξορκισθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως νὰ μαρτυρήσῃ εἰ αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός, ἐδέχθη τὸν ὅρκον, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι αὐτός ἐστιν (Ματ. κς´ 63). Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρὸς Ῥωμαίους ἐπικαλεῖται μάρτυρα τὸν Θεὸν πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων αὐτοῦ, ὅτι μνείαν ποιεῖται πάντοτε αὐτῶν ἐπὶ τῶν προσευχῶν αὐτοῦ (Ρωμ. α´ 9). Ὡσαύτως καὶ πρὸς τοὺς Κορινθίους γράφων μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλεῖται πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων τοῦ ὅτι φείδεται αὐτῶν (Β´ Κορινθ. α´ 23). Καὶ ὁ ἄγγελος τῆς Ἀποκαλύψεως ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισε τὸν Οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν Γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ (Ἀποκ. Ι' 6).
Ὥστε “ὁ ὅρκος ἐπὶ δικαίῳ ἐνώπιον ἀρχῶν ἐπιτρέπεται».
Ακούτε, Σεβασμιότατε Αργολίδος, τι λέγει ο Αγιος Νεκτάριος: “ὁ ὅρκος ἐπὶ δικαίῳ ἐνώπιον ἀρχῶν ἐπιτρέπεται».
Εσείς τι λέτε τώρα;  (Τελεβάντος)

Στὴ συνέχεια ἡ ἐκ συμφώνου διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὴν ὁποία ὁ κ. Τελεβάντος παραθεωρεῖ:

(Α)

«...Δεινὸν ὁ ὅρκος καὶ πάντων ἁμαρτημάτων χαλεπώτερον».
(Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Κατηχήσεις).
«Ὅρκος ἐν τῷ στόματί σου μὴ αὐλιζέσθω· ὁ γὰρ ὀμνύων οὐ σωθήσεται, κἂν δοκῇ πᾶσαν ἐντολὴν ποιεῖν».
(Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολὴ 459, Ἰουλιανῷ βεστήτωρι).
«Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ ὁ λόγος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπήγγελται καὶ λαλεῖ, πάντως γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός· ἀλλ' ἡμῖν ὁ λόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται, ὡς τοῦ ἀμεταμελήτου παντὸς ἐσομένου, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅρκου τυγχάνοντος» (Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΘ’ Ψαλμόν).
«Ἅπαξ δὲ ὁ ὅρκος ἀπηγόρευται, πολλῷ δὲ δήπου εἰκὸς τὸν ἐπὶ κακῷ γινόμενον κατακεκρίσθαι» (Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 199, Ἀμφιλοχίῳ, περὶ Κανόνων).
«Τὸ γὰρ κακὸν ἐν οἱῳδήποτε χρόνῳ τολμώμενον ἐπίσης ἐστὶ κακόν. Ὅρκος μὲν ἅπας ἐξοριζέσθω τοῦ καταλόγου τῶν ἀσκουμένων. Ἡ δὲ κατάνευσις τῆς κεφαλῆς, καὶ ἡ διὰ τῆς φωνῆς συγκατάθεσις ἀντὶ ὅρκου κρινέσθω, καὶ τῷ λέγοντι καὶ τῷ ἀκούοντι» (Μ. Βασιλείου, Τοῦ αὐτοῦ Λόγος Ἀσκητικός).
«Θ΄. ...Πάλιν ὁ ὀμνύς, ἄν τε τοῦτο ἄν τε ἐκεῖνο ᾖ, ὁμοίως καταδικάζεται. Οὐδὲ γὰρ ὁ Χριστὸς, ὅτε περὶ τούτων διετάσσετο καὶ ἐνομοθέτει, τοῦτον ἐποιήσατο τὸν διορισμόν, οὐδὲ εἶπεν· Ἐὰν μὲν μοναχὸς ὁ ὀμνύων ᾖ, ἐκ τοῦ πονηροῦ ὁ ὅρκος· ἐὰν δὲ μὴ μοναχὸς, οὐκέτι· ἀλλ' ἁπλῶς καὶ καθάπαξ ἅπασιν ἔλεγεν· Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μὴ ὀμόσαι ὅλῳ» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τοῖς ἐπὶ τὸ μονάζειν ἐνάγουσιν).
«Οὐδὲ γὰρ τοῦτο μόνον τὸ δεινὸν ἔχει ὁ ὅρκος, ὅτι καὶ παραβαινόμενος καὶ φυλαττόμενος κολάζει τοὺς ἁλισκομένους, ὅπερ ἐν οὐδενὶ τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων συμβαῖνον ἴδοι τις ἄν· ἀλλὰ καὶ ἕτερον οὐκ ἔλαττον τούτου κακόν. Τί δὲ τοῦτό ἐστι;...» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία ΚΑ΄).
«...Ἑτέραν ἱστορίαν εἰπεῖν καὶ δεῖξαι καὶ ἐξ ἐκείνης χαλεπωτέραν ταύτης καὶ μείζονα συμφορὰν ἐργασάμενον ὅρκον ἕνα. Καὶ γὰρ πόλεων καὶ γυναικῶν καὶ παιδίων αἰχμαλωσίαν, καὶ πυρπόλησιν, καὶ βαρβάρων ἔφοδον, καὶ ἁγίων μολυσμόν, καὶ μυρία ἕτερα χαλεπώτερα τοὺς Ἰουδαίους ἅπαντας εἷς ὅρκος διέθηκεν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία ΚΑ΄).
«Ἀναμνήσθητί μοι, πῶς ὁ ὅρκος οὗτος εἰσελθὼν ἐν τῇ πόλει καὶ οἰκίας καὶ ναὸν καὶ τείχη καὶ οἰκοδομήματα λαμπρὰ καθεῖλε, καὶ χῶμα τὴν πόλιν ἐποίησε, καὶ οὔτε τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων, οὔτε τὰ σκεύη τὰ ἱερὰ, οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἀπέστρεψε τὴν κόλασιν καὶ τὴν τιμωρίαν ἐκείνην διὰ τὸ παραβαθῆναι τὸν ὅρκον. Καὶ ἡ μὲν πόλις οὕτως ἐλεεινῶς κατελύετο· ὁ δὲ βασιλεὺς ἐλεεινότερα καὶ ὀδυνηρότερα τούτων ἔπασχε» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία ΚΑ΄).
«Ὥσπερ γὰρ θυμός, οὐ θυμὸς ἐπὶ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ τιμωρητικόν, καὶ οὐ πάθος ἐστίν· οὕτως οὐδὲ ὅρκος» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΘʹ Ψαλμόν).
«ε΄. Ἔστω δὲ ὑμῖν τὸ ναί, ναί, καὶ τὸ οὔ, οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι. Τί οὖν ἐστι τὸ περισσὸν τοῦ ναὶ καὶ τοῦ οὔ; Ὁ ὅρκος, οὐ τὸ ἐπιορκεῖν. Ἐκεῖνο γὰρ καὶ ὡμολογημένον ἐστί, καὶ οὐδεὶς δεῖται μαθεῖν, ὅτι ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι, καὶ οὐ περιττόν, ἀλλ' ἐναντίον· τὸ δὲ περιττόν, τὸ πλέον καὶ ἐκ περιουσίας προσκείμενον, ὅπερ ἐστὶν ὁ ὅρκος» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, Ὁμιλία ΙΖ΄).
«β΄. Διὸ μεγάλῃ καὶ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ κηρύττω πᾶσι, καὶ διαμαρτύρομαι, ὥστε τοὺς τὴν παράβασιν ταύτην ἐπιδεικνυμένους, τοὺς τὰ ἐκ τοῦ πονηροῦ φθεγγομένους (τοῦτο γάρ ἐστιν ὁ ὅρκος), τῶν οὐδῶν μὴ ἐπιβαίνειν τῶν ἐκκλησιαστικῶν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ὁμιλία Η΄).
«εʹ. Οὐ μικρόν τι πρὸς τοῦτο καὶ τὸ μὴ ὀμνύναι συντελεῖ, καὶ τὸ μὴ ὀργίζεσθαι. Ἀπὸ τοῦ μὴ ὀργίζεσθαι οὐδὲ ἐχθρὸν ἕξομεν. Ἔκκοψον ἀνθρώπου τὸν ὅρκον, καὶ τὰ πτερὰ περιέκοψας τῆς ὀργῆς, τὸν θυμὸν ἔσβεσας ἅπαντα.
...Φέρε δὴ λοιπόν, τίνος ἕνεκεν ἐπεισῆλθενὅρκος, καὶ διὰ τί συνεχωρήθη εἶναι, εἴπωμεν. Ἄνωθεν τὴν γένεσιν αὐτοῦ διηγούμενοι, καὶ πότε ἐτέχθη, καὶ πῶς, καὶ παρὰ τίνων... Ἐποίησαν συνθήκας πολλὰς οἱ περὶ τὸν Ἀβραὰμ, καὶ ἔσφαξαν θύματα, καὶ θυσίας ἀνήνεγκαν, καὶ οὐδέπω ἦν ὅρκος. Πόθεν οὖν ἐπεισῆλθεν ὁ ὅρκος; Ὅτε τὰ κακὰ ηὐξήθη, ὅτε πάντα ὁμοῦ ἄνω καὶ κάτω γέγονεν, ὅτε πρὸς εἰδωλολατρείαν ἀπέκλιναν· τότε δή, τότε, ὅτε ἄπιστοι λοιπὸν ἐφαίνοντο, τὸν Θεὸν ἐκάλουν μάρτυρα, ὥσπερ ἐγγυητὴν διδόντες τῶν λεγομένων ἀξιόχρεων. Τοῦτο γὰρ ὅρκος ἐστί, τρόπων ἀπιστουμένων ἐγγύη. Ὥστε πρώτη κατηγορία αὕτη τοῦ ὀμνύοντος, εἰ μὴ πιστεύοιτο χωρὶς ἐγγύου, καὶ ἐγγύου μεγάλου· διὰ γὰρ τὴν πολλὴν ἀπιστίαν οὐκ ἄνθρωπον ζητοῦσιν ἔγγυον, ἀλλὰ τὸν Θεόν. Δεύτερον, καὶ τοῦ λαμβάνοντος τὸν ὅρκον τὸ αὐτὸ ἔγκλημα, εἰ ὑπὲρ συναλλαγμάτων διαφερόμενος, τὸν Θεὸν ἕλκοι πρὸς τὴν ἐγγύην, καὶ λέγοι μὴ ἀφίστασθαι, εἰ μὴ ἐκεῖνον λάβοι. Ὢ τῆς ὑπερβαλλούσης ἀναισθησίας, ὢ τῆς ὕβρεως! σκώληξ καὶ γῆ καὶ σποδὸς τυγχάνων καὶ καπνὸς, τὸν Δεσπότην σου ἕλκεις εἰς ἐγγύην, κἀκεῖνον ἀναγκάζεις λαβεῖν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ὁμιλία Θ΄).
«δ΄. Ἄρα περιττὸν ὁ ὅρκος, καὶ τοῦτο μᾶλλον ἀπιστίας, ἢ πίστεως τεκμήριον» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολήν, Ὁμιλία Β΄).
«Ὁ ὅρκος οὐκ ἐπὶ τὸ ἐπιορκεῖν· ἐκεῖνο γὰρ οὐδεὶς δεῖται μαθεῖν, ὅτι ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι καὶ περιττόν, ἀλλ' ἐναντίον· τὸ δὲ περιττὸν καὶ τὸ πλέον ὁ ὅρκος ἐστίν. (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τᾶς Καθολικὰς Ἐπιστολάς, Εἰς Ἐπιστολὴν Ἰακώβου, Κεφ. Ε΄).
«εʹ. Ἐπειδὴ ὅρκῳ βεβαιοῦται τῶν πραγμάτων τὰ πλεῖστα, τὸ στερρὸν καὶ ἀμετάθετον, ὃ ἐκέκτητο ὁ προφήτης πρὸς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, ὅρκον ἐκάλεσε. Σύνηθες γὰρ τοῦτο τῇ θείᾳ Γραφῇ· ὡς τὸ, Ὤμοσε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ· καὶ, Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυῒδ ἀλήθειαν, καὶ οὐ μὴ ἀθετήσῃ αὐτὴν, διὰ τὸ βέβαιον τῆς θείας ἐπαγγελίας· ἐπεὶ ὅρκος παρὰ πάσης τῆς θείας Γραφῆς ἀπᾴδεται, καὶ παρὰ μὲν τῆς Παλαιᾶς· Οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ· καὶ, Οὐκ ὀμεῖσθε τὸ ὄνομά μου ἐπ' ἀδίκῳ· καὶ, Ὅρκῳ οὐκ ἐθίσεις τὸ στόμα σου, δηλαδὴ ἐπὶ τοῖς κοσμικοῖς πράγμασιν· ἔφη γὰρ ὁ Ἐκκλησιαστής· Ἐκτησάμην χρυσίον, ἀργύριον, ἱματισμόν· ἐποίησά μοι κήπους, ἀμπελῶνας, ὑδραγωγούς· καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης, καὶ προαίρεσις τοῦ πνεύματος. Ὁ ἐπὶ τούτων τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γλώσσης φέρων, ἐπὶ ματαιότητι λαμβάνει τὸν ὅρκον καὶ ἐπ' ἀδίκῳ. Καὶ αὖθις ὁ Κύριος· Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μὴ ὀμόσαι ὅλως· καὶ ὁ αὐτοῦ μαθητὴς Ἰάκωβος· Πρὸ πάντων, ἀδελφοὶ, μὴ ὀμνύετε. Ὥσπερ οὖν ἐστιν ἐντολή, μὴ φονεύσῃς, μὴ ἀδικήσῃς· οὕτω καὶ τό, μὴ ὀμόσῃς» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΙΗ΄ Ψαλμόν).
«Ὅρκος δὲ ὅλως ἐκ στόματος μὴ ἐξερχέσθω· Δεσποτικὸν γὰρ τὸ παράγγελμα, ὅτι οὐδὲ κατὰ τῆς ἰδίας σου κεφαλῆς ἀνέχεταί σε ὀμόσαι λέγων, ὅτι Πᾶν τὸ πλεῖον τοῦ Ναί καὶ τοῦ Οὔ, ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ταλανισμὸς πρὸς τοὺς φθείροντας τὰς τοῦ Χριστοῦ παρθένους).
«Ὁρᾷς καὶ τυραννίδα καὶ παιδοκτονίαν καὶ πατροκτονίαν καὶ πόλεμον ἐμφύλιον καὶ μάχην καὶ σφαγὰς καὶ αἵματα καὶ μυρίους νεκροὺς ἀφ' ἑνὸς ὅρκου κειμένους; εἶδες ὁποῖον ὅρκος τῆς ἀπωλείας τὸ βάραθρον κατεσκεύασεν; Ἵν' οὖν μὴ καὶ ἡμεῖς τὰ παραπλήσια ἐκείνοις πεισώμεθα, ἀποστῶμεν τῆς πονηρᾶς τῶν ὅρκων συνηθείας, ὡς ἂν τοῦ Θεοῦ τὴν εὔνοιαν ἐντεῦθεν ἐπισπασάμενοι» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἐκλογαὶ ἀπὸ διαφόρων λόγων, Λόγος ΚΘ΄).
«Ὁ δὲ ὅρκος ἔστι μὲν χαλεπόν, οὐ νομίζεται δὲ εἶναι χαλεπόν. διὰ τοῦτο θρηνῶ καὶ δέδοικα τὸ ἁμάρτημα· τοῦτο γάρ, τοῦτο τῆς μεθοδείας τοῦ διαβόλου, συγκεκαλυμμένην εἰσάγειν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ὥσπερ συνήθει τροφῇ δηλητήριον μιγνύς, οὕτω τῇ προλήψει τῶν ἀνθρώπων μηχανᾶται ἐγκατακρύψαι τὸν ὅρκον...».
«Δεινὸν ὁ ὅρκος, ἀγαπητέ, δεινὸν καὶ ἐπιβλαβές· φάρμακον ὀλέθριον, δηλητήριον χαλεπόν, τραῦμα κεκρυμμένον, ἕλκος ἀφανές, νομὴ συνεσκιασμένη καὶ τὸν ἰὸν ἐπὶ τὴν ψυχὴν ἄγουσα· βέλος σατανικόν, ἀκόντιον πεπυρωμένον, μάχαιρα δίστομος, ῥομφαία ἠκονημένη, ἁμαρτία ἀσύγγνωστος, παρανομία ἀπολογίαν οὐκ ἔχουσα, βάραθρον βαθύ, κρημνὸς ἀπότομος, παγὶς ἰσχυρά, δίκτυον ἐκτεταμένον, δεσμὸς λυθῆναι μὴ δυνάμενος, βρόχος ἀδιεξόδευτος. ἆρα ἀρκεῖ ταῦτα καὶ πιστεύετε, ὅτι δεινὸν ὁ ὅρκος καὶ πάντων ἁμαρτημάτων χαλεπώτερον; πείσθητέ μοι, πείσθητε, παρακαλῶ· εἰ δέ τις ἀπιστεῖ, καὶ τὴν ἀπόδειξιν ἤδη παρέχομαι· ὅπερ γὰρ οὐδεμία ἁμαρτία κέκτηται, τοῦτο αὕτη ἡ ἁμαρτία ἔχει. τὰς μὲν γὰρ ἄλλας ἐντολὰς μὴ παραβαίνοντες ἀπαλλαττόμεθα τιμωρίας, τὸν δὲ ὅρκον πολλάκις καὶ φυλάττοντες καὶ παραβαίνοντες ὁμοίως κολαζόμεθα. τάχα οὐκ ἐνοήσατε τὸ λεχθέν; οὐκοῦν ἀνάγκη σαφέστερον αὐτὸ πάλιν εἰπεῖν. πολλάκις τις ὤμοσε πρᾶξαι πρᾶγμα παράνομον καὶ ἐνέπεσεν εἰς βρόχον ἄλυτον· ἀνάγκη γὰρ λοιπὸν ἢ φυλάξαντα τὸν ὅρκον παρανομεῖν, ἢ μὴ φυλάξαντα τὸν ὅρκον ἐγκλήματι ἐπιορκίας ἁλῶναι· καὶ γέγονεν ἑκατέρωθεν βαθὺς ὁ κρημνός, ἑκατέρωθεν ὁ θάνατος ἀπαραίτητος καὶ φυλάττουσι τὴν ἐντολὴν καὶ μὴ φυλάττουσιν. ἆρα ἔστιν ὀλεθριώτερόν τι τοῦ πλημμελήματος τούτου, ὅταν φυλάττηται καὶ μὴ φυλάττηται;» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Κατηχήσεις, Τοῦ αὐτοῦ. Ἐν τῇ προτέρᾳ κατηχήσει διαλεχθεὶς περὶ ὅρκων ταύτην εἶπεν εἰς τὴν αὐτὴν πάλιν ὑπόθεσιν, δεικνὺς ὅτι οὐ τὸ ἐπιορκεῖν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐορκεῖν κόλασιν ἔχει, καὶ ὅτι χρησίμως ὁ Χριστὸς διὰ τριῶν ἡμερῶν ἀνέστη. Λόγος βʹ.).
«Ὅρκος ἐν τῷ στόματί σου μὴ αὐλιζέσθω· ὁ γὰρ ὀμνύων οὐ σωθήσεται, κἂν δοκῇ πᾶσαν ἐντολὴν ποιεῖν» (Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολὴ 459, Ἰουλιανῷ βεστήτωρι).
«Ἐπειδὴ καὶ εὐαγγελικόν ἐστι τοῦ Κυρίου ῥητὸν εἶναι ἡμῶν τὸ Ναί, ναί, καὶ τὸ Οὔ, οὔ. Μέχρι τούτου οἱ ἐν Χριστῷ βεβαιούτωσαν ἑαυτῶν τοὺς λόγους, καὶ μή, περαιτέρω βαίνοντες, εἰς ὅρκους καταφεύγωμεν· ὥστε καὶ φθαρτῶν χάριν χρημάτων ὀμνύναι τὸν Θεόν, μάλιστα Μωσέως νομοθετοῦντος· «Οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ». Εἰ γὰρ ὅλως ἄξιος τυγχάνει τις ὀνομάσαι τὸν Θεόν, ἀξιόπιστός ἐστι καὶ χωρὶς ὅρκου πιστευθῆναι· ὁ γὰρ πρὸς τὸ μεῖζον ἱκανὸς γενόμενος πολλῷ πλέον πρὸς τὸ ἔλαττον γένοιτ' ἂν ἱκανός. Εἰ δὲ μή ἐστιν ἀξιόπιστος χωρὶς ὅρκου πιστευθῆναι, οὐκ ἔστιν ἄρα ἄξιος οὐδὲ ὀνομάσαι τὸ ὄνομα Κυρίου, οὐκ ἔστι πιστὸς ἐν λόγῳ. Πῶς γὰρ ὅλως τούτῳ μαρτυρήσει ὁ Θεὸς ὀμνύοντι, μὴ ἔχοντι πίστιν, εἰς ἣν ὁ Κύριος ἐπιβλέπει;
...Ἴσως δέ τις ἐπὶ τούτοις εὐλόγως ἀντιθήσει λέγων· Εἰ ὁ ὅρκος ἀπὸ ἀνθρώπων κεκώλυται, καὶ ἐν τῷ μὴ ὀμνύναι τις μιμεῖται τὸ Θεῖον, πῶς αὐτὸς ὁ Θεὸς ὀμνύναι λέγεται ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς; Καὶ γὰρ καὶ τῷ Ἀβραὰμ ὤμοσεν, ὥσπερ καὶ Μωσῆς μαρτυρεῖ, καὶ ἐν Ὕμνοις δὲ γέγραπται· «Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ». Δόξει γὰρ ἢ ταῦτα μάχεσθαι τοῖς προλεχθεῖσιν, ἢ ἐκ τούτων ἐπιτρίβεσθαι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὅρκους. Ἀλλ' οὐκ ἔστιν οὕτω· μὴ ταῦτά τις νομιζέτω. Θεὸς γὰρ κατ' οὐδενὸς ὀμνύει. Πῶς γάρ, αὐτὸς Κύριος καὶ ποιητὴς τῶν ἁπάντων ὑπάρχων; Ἀλλ' εἰ χρὴ τἀληθῆ λέγειν, ὁ λόγος ὅρκος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπηγγείλατο καὶ λαλεῖ, πάντως καὶ γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός, ἀλλ' ἡμῖνλόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται. Ἀνθρώποις δὲ λαλῶν ὀμνύναι λέγεται, καὶ τοῦτο ἀνθρωπικώτερον λαλούντων τῶν ἁγίων· ἵνα ἀφ' ὧν αὐτοὶ λέγοντες ἀξιοῦσιν, ἀπὸ τούτων αὐτοὶ πιστεύσωσι τῷ λαλοῦντι Θεῷ. Ὡς γὰρ ἀνθρώπων τὸν λόγον ὅρκος βεβαιοῖ, οὕτως ἃ λαλεῖ ὁ Θεὸς ἀνθ' ὅρκου λογιζέσθω διὰ τὸ βέβαιον καὶ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ. Μαρτυρεῖ δὲ τῷ λεγομένῳ καὶ αὐτὸς ὁ γεγραμμένος ὅρκος· «Ὤμοσε» γὰρ «Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται», ὡς τοῦ ἀμεταμελήτου καὶ πάντως ἐσομένου κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅρκου τυγχάνοντος. Τοῦτο δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐν τῇ Γενέσει σημαίνει λέγων· «Κατ' ἐμαυτοῦ ὤμοσα». Τοῦτο δὲ οὐχ ὅρκος ἐστίν. Οὐδὲ γὰρ κατά τινος ὤμοσεν, ὅπερ ἴδιόν ἐστιν ὅρκου· ἀλλὰ καθ' ἑαυτοῦ, ὅπερ τὴν τοῦ ὅρκου ὑπόνοιαν ἐκφεύγει, καὶ ἐν ᾧ σημαίνει τὸ βέβαιον τῆς ἐπαγγελίας, καὶ τὸ χρῆναι πάντως πιστεῦσαι τὸν ἀκούοντα. Ἔστω δὲ καὶ ὁ ὑμνῳδὸς μάρτυς τῶν λεγομένων, ἀναμιμνήσκων τὸν Θεόν, ψάλλων καὶ λέγων· «Ποῦ εἰσι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, Κύριε, ἃ ὤμοσας τῷ Δαβὶδ ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου;». Οὐ γὰρ κατὰ τῆς ἀληθείας ὀμνύει Θεός· ἀλλ' ἅπερ ἀληθεύων λαλεῖ ὡς ὅρκος ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις πρὸς πίστιν. Οὔτε οὖν Θεὸς κατὰ τοὺς ἀνθρώπους ὀμνύει, οὔτε ἡμᾶς ἐκ τούτων εἰς ὅρκους ἐπιτρίβεσθαι χρή· ἀλλὰ τοιαῦτα λέγωμεν καὶ πράττωμεν, ὡς μὴ ὅρκου δεῖσθαι τοὺς ἀκούοντας, ἀλλ' ἀφ' ἑαυτῶν ἔχειν τὰ λεγόμενα τῆς ἀληθείας τὴν μαρτυρίαν. Ἐν τούτῳ γὰρ ὄντως μιμησόμεθα τὸ Θεῖον» (Μ. Ἀθανασίου, Εἰς τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὸν Σταυρόν).
«Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, ἀλλὰ πληρῶσαι, ὁ τῇ μὲν ἀναιρέσει τῆς ὀργῆς συνεξαλείψας τὸν φόνον, τῷ δὲ ἀφανισμῷ τῆς ἐπιθυμίας συνεξελὼν τῆς μοιχείας τὸ ἄγος, οὗτος ἐκβάλλει τοῦ βίου καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐπιορκίας κατάραν τῇ ἀπαγορεύσει τοῦ ὅρκου πεδήσας ἐν ἀπραξίᾳ τὸ δρέπανον· οὐ γάρ ἐστι δυνατὸν ὅρκου γενέσθαι παράβασιν μὴ ὄντος ὅρκου. διό φησιν Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις· οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. ἐγὼ δὲ λέγω σοι, φησί, μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ θεοῦ, μήτε ἐν Ἱεροσολύμοις, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι ποιῆσαι τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν. ἔστω δὲ ὑμῶν ὁ λόγος τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν» (Γρηγορίου Νύσσης, Ἐξήγησις τοῦ Ἄσματος Ἀσμάτων, Λόγος δʹ).
«2. Δέδια δὲ καθ' ἑκάστην ὑπόθεσιν λέξεως, † ὡς ταύτην τὴν † ὑπόθεσιν ποιοῦμαι, παρακινούσης με τῆς ἀληθείας τὰς ἐν αὐτῇ τῇ λέξει θεωρίας ὑποφαίνειν, διὰ τὸ μὴ πολὺ πλάτος περιποιήσασθαι τῇ συντάξει τῆς διηγήσεως. τοῦ γὰρ κυρίου φήσαντος τῷ Δαυίδ «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τὸν θρόνον σου» καὶ ὅτι «ὤμοσε κύριος τῷ Δαυὶδ καὶ οὐ μεταμεληθήσεται» δῆλον ὡς ἡ τοῦ θεοῦ ἀμετάθετός ἐστιν ἐπαγγελία. καὶ πρῶτον μὲν ὅτι ὅρκος παρὰ θεῷ τί ἐστιν ἀλλ' ἢ τό «κατ' ἐμαυτοῦ ὤμοσα λέγει κύριος»; «οὐ γὰρ κατὰ μείζονος ἔχει ὅρκον ὁ θεός»· ἀλλὰ οὐδὲ ὄμνυσι τὸ θεῖον, εἰς παράστασιν δὲ βεβαιώσεως ὁ λόγος ἔχει τὴν δύναμιν. μεθ' ὅρκου γὰρ ὤμοσε κύριος τῷ Δαυὶδ ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας θήσειν ἐπὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ».
«Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ ὁ λόγος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπήγγελται καὶ λαλεῖ, πάντως γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός· ἀλλ' ἡμῖν ὁ λόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται, ὡς τοῦ ἀμεταμελήτου παντὸς ἐσομένου, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅρκου τυγχάνοντος» (Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΘ’ Ψαλμόν).
«ΙΖʹ. Τοῦ γὰρ νόμον τὰ τέλη τῶν ἁμαρτημάτων κωλύοντος, ἡμεῖς καὶ τὰς αἰτίας, ὡς πράξεις σχεδόν, ἐγκαλούμεθα. Οὐ μοιχεύσεις, φησὶν ὁ νόμος· σὺ δέ, οὐδὲ ἐπιθυμήσεις, ἐκ περιέργου θέας καὶ φιλοπόνου φλέγων τὸ πάθος. Οὐ φονεύσεις, ἐκεῖνος· σὺ δέ, οὐδὲ ἀντιπλήξεις, ἀλλὰ καὶ σεαυτὸν ἐμπαρέξεις τῷ παίοντι. Ὅσον ταῦτα ἐκείνων φιλοσοφώτερα! Οὐκ ἐπιορκήσεις, ἐκεῖνος· σὺ δέ, οὐδὲ ὁμῇ τὴν ἀρχήν, οὐ μικρὸν, οὐ μεῖζον, ὡς τοῦ ὅρκου τὴν ἐπιορκίαν τίκτοντος» (Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα Λόγος ΜΕ΄).

ΠΑΡΑΔΕΧΘΗΚΕ ΟΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ “ΝΟΗΜΑ”. ΜΟΝΟΝ ΝΑ ΜΗ ΕΧΕΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΡΟΣΗΜΟ!



Σκηνή πρώτη:
Μ
ξιομνημόνευτη σπουδ νακοινώνει «εσεβάστως» κα ατοπροσώπως στν ρχιεπίσκοπο τι δν προτίθεται ν ρκισθε.
Σχολιο (χρ. β.): Λς κα θ «ζημιωνόταν» θ «μειωνόταν» ρχιεπίσκοπος! ( πολ περισσότερο γία κκλησία το Χριστο!… ν εναι δυνατόν, ν νομίζεις κάτι τέτοιο, μικρ νθρωπάκο!)
“Δ
ν θέλεις; Μν ναφέρεσαι (στν Θεό)”, θ μποροσε ν σκεφθε μέσα του πρτος! Θες δν ναγκάζει. Ο νθρωποι ναγκάζουν.
 Σκην δεύτερη:
«Κύριε Πρόεδρε, θέλω ν
σς διαβεβαίωσω στν τιμ κα τν συνείδησή μου τι θ τηρ τ Σύνταγμα κα τος νόμους το κράτους».
Σχολιο (χρ. β.): (πορία) ραγε ΠΟΥ, σ ποιό μέρος πάρχει τιμ κα κυρίως συνείδηση; Τί εναι ατ συνείδηση; Ποιός τν φηρε; ΕΧΕΙ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ μ τ μάτια του; Τότε πς τν πικαλεται;
Σκην Τρίτη:
Μετ
τν ρκωμοσία μέσως γι τν Καισαριαν μ λουλούδια στ μνημεο τν “πεσόντων”.
Σχολιο (χρ. β.): Τ κοντιν μνημεο βεβαίως το γνώστου Στρατιώτου φάνταζε στ μάτια του πολ μπάς κλάς! λλ ς εναι. Πάντως π τν συμβολικ ατ κίνηση ξάγονται τρία σπουδαα συμπεράσματα:
Πρ
τον: τι πονέμεται τιμ στος ρωες. [Μένει μόνο ν διευκρινισθε ΠΟΙΟΙ θεωρονται ΗΡΩΕΣ κάθε φορά!]
Δεύτερον: Ο
νεκρο χουν νάγκη π λουλούδια; Kι ν δν χουν, γιατί τος προσφέρθηκαν; ρα ο νεκρο εναι πολογίσιμο «μέγεθος», μνήμη τν νεκρν χει κάποια «ξία».
Τρίτον, τ
κα σπουδαιότερον: συμβολικ ατ κίνηση ταν σαφς ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΕΝΟΣ ΝΟΗΜΑΤΟΣ. Το ποιου νοήματος τέλος πάντων. ταν μεγαλόφωνη πράξη παραδοχς τι ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΝΟΗΜΑ.
Σκην τετάρτη:
Μετ μεταβαίνει στν ρχιεπίσκοπο ν το ζητήσει τν «εχή του». Ποιά εχή; Τί εναι εχή; Τζάμπα «εχολόγιο»; ναλώσιμο πικοινωνιακ σκετσάκι;
Τελικό Σχολιο (χρ. β.): Συμπεραίνεται βίαστα τι πείγεται ν περιθωριοποιήσει μ τ βαμβάκι τ πολείμματα τς χριστιανικς ταυτότητας κα τν ναπομεινάντων παραδοσιακν Νοημάτων το θνους κα ν τ ντικαταστήσει μ Νέα Νοήματα. Δικς του μπνεύσεως, λλ πάντως νοήματα! Μόνον ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΡΟΣΗΜΟ ΝΑ ΜΗ ΕΧΟΥΝ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΝΑ ΜΗ ΕΙΝΑΙ. Κι , τι λλο ς εναι!
                                                       Πηγή: «Christianvivliografia»