Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

«ΕΜΙΣΗΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΟΝΗΡΕΥΟΜΕΝΩΝ», της Χριστοΰφαντου



«ΕΜΙΣΗΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΟΝΗΡΕΥΟΜΕΝΩΝ...»

Της Χριστοΰφαντου
Πηγή: «Τελεβάντος»

Προφήτης Δαυΐδ μίσησε τήν πονηρευομένην κκλησίαν, δηλαδή τήν σύναξιν καί συναγωγήν τν νθρώπων πού μηχανεύονται, σχεδιάζουν, δρομολογον ργα πονηρά καί νεργον κρως ντίθετα πό τό θέλημα το Θεο.  
«μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων καί "μετά σεβν ο μή καθίσω» (Ψαλμός κε´, 5). Λαμβάνοντες τήν φράσιν ατήν μεταφέρομε τόν πόνον μας δι σα συμβαίνουν ες μερίδα το κλήρου, τς πολιτείας καί το λαο:
«μίσησα» κκλησίαν, πού συνεργάζεται καί συνδειπνε μέ τόν Καίσαρα καί παρουσιάζεται ες τόν κόσμον ς "χθύος φωνοτέρα καί βατράχου πραγοτέρα."
«μίσησα» κκλησίαν, πού «ρίπτει δωρ ες τόν ονον» της μέ ποτέλεσμα νά κχυδαΐζονται τά σια καί τά ερά.
«μίσησα» κκλησίαν Παπίζουσαν, θεολογίαν Λατινίζουσαν καί ποιμαντικήν Βατικανίζουσαν. (Κι ἐσύ, Χριστοΰφαντε, κοινωνεῖς μὲ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν· ὁ ἐπίσκοπός σας ὑποδέχτηκε μὲ ἀνοικτὲς ἀγκάλες τὸν ἀρχηγό τῆς πονηρευομένης (ὅπως ἐσὺ τὴν περιγράφεις) αὐτῆς Ἐκκλησίας, τὸν Βαρθολομαῖο. Ἀλλ’ ὁ Δαυΐδ τὴν ἐμίσησε καὶ μετ’ αὐτῆς οὐκ ἐκάθισε).
«μίσησα» κκλησίαν, ποία δέν ποκηρύσσει, πατερικ τ τρόπ, τόν πάρατον Οκουμενισμόν καί εκαίρως-καίρως κηρύσσει δθεν «Οκολογικήν Θεολογίαν». (Ἐσύ, ὅμως, Χριστοΰφαντε, κοινωνεῖς μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλ’ ὁ Δαυΐδ τὴν ἐμίσησε καὶ μετ’ αὐτῆς οὐκ ἐκάθισε).
«μίσησα» κκλησίαν, πού τούς λύκους ρ, λλά δέν προφυλάσσει, μέ κήρυγμα φυπνιστικόν καί ποιμαντικόν, τό ποίμνιόν της πό "στρατεύματα κατοχς", τήν θνοκτονίαν, τόν φελληνισμόν, τήν ποδόμησιν τς παιδείας, τν παραδόσεων, τς στορίας, τς γλώσσης, πό τήν οκογενειοκτονίαν, τήν κοινωνικήν ξαθλίωσιν, νόμους ντιρατσιστικούς, πού σχεδιάζονται νεκεν δθεν νθρωπίνων δικαιωμάτων, ξαιρουμένων μως τν λληνορθοδόξων δικαιωμάτων (γιατί ραγε;)… (Ἐμίσησες, ἀλλὰ ἀποδέχεσαι, Χριστοΰφαντε, ὅλους αὐτοὺς τοὺς ποιμένες, καὶ κοινωνεῖς μαζί τους! Ὁ Δαυΐδ ὅμως, ἄλλα μᾶς διδάσκει. Ἀφοῦ δὲν τὰ τηρεῖς, γιατί τὸν ἐπικαλεῖσαι;).
«μίσησα» κκλησίαν, πού δέν ντιδρ ες τήν νέγερσιν τζαμιν καί νέχεται διαμαρτύρητα νά διδάσκεται τό ντίχριστον σλάμ ες τά ρθόδοξα θεολογικά σπουδαστήρια.
«μίσησα» κκλησίαν, πού δέν διακηρύσσει πώς τά «πάθη τς τιμίας» καί τά πονηρά ργα τς σαρκός, μοφυλοφιλία, συμβίωσις τν μοφύλων καί τά πακόλουθα ατν εναι ο παχθέστερες τν μαρτιν, πού πιφέρουν τήν «ργήν το Θεο πί τούς υούς τς πειθείας». 
«μίσησα» κκλησίαν, πού, ν ες θέματα πίστεως καταντ τήν οκονομίαν παρανομίαν μέ τό νά καταργ πρακτικά ντελς τούς Κανόνας, π.χ. μνηστεύοντας τά κωλύματα ερωσύνης, κλπ., ες θέματα μως ξουσίας καί δικαιοδοσίας ψάχνει καί τήν τελευταίαν ποπαράγραφον το τελευταίου "ποκανόνος" διά νά περασπισθ τά «δικαιώματά» της. (Ἐσύ, ὅμως, Χριστοΰφαντε, ἀντὶ νὰ μισήσεις αὐτοὺς ποὺ κατεξουσιάζουν τοὺς πιστούς, ἔχεις κηρύξει (μετὰ τῶν συμμάχων σου) πόλεμο σὲ ἐκείνους ποὺ διώκουν, καθαιροῦν καὶ ἀφορίζουν οἱ Ἐπίσκοποι αὐτῆς τῆς πονηρευομένης Ἐκκλησίας· κι ἕνας ἀπὸ τοὺς διῶκτες εἶναι καὶ ὁ Ἐπίσκοπός σου).
«μίσησα» κκλησίαν, πού κάνει περικοπές, λλαγές, λλοιώσεις… ες τάς λειτουργικάς διατάξεις, ες τάς καθιερωμένας κολουθίας, ες τά Τυπικά, κλπ., (μεταφράσεις τν Λειτουργικν κειμένων, κλπ.) θέλοντας δθεν νά βοηθήσ καί νά οκονομήσ τούς πιστούς μέ ποτέλεσμα, ντί νά βοηθ καί νά κκλησιαστικοποι τούς πιστούς, νά τούς ποκόπτ πό τήν κκλησιαστικήν κρίβειαν.
«μίσησα» κκλησίαν, πού μνηστεύει μαρτίας, πως ες θέματα ποφυγς τεκνογονίας, προγαμιαίων σχέσεων, κλπ.
«μίσησα» κκλησίαν, πού ο ποιμένες της εναι μόνον «θρόνων διάδοχοι» καί οχί ταυτοχρόνως καί «τρόπων μέτοχοι». (Ὁμολογεῖς, δηλαδή, Χριστοΰφαντε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ψευδεπίσκοποι, κι ὅμως, μετ’ ὀργῆς ἀποκρούεις τὴν Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτούς, τρομάζεις στὴ σκέψη τῆς Διακοπῆς τοῦ Μνημοσύνου τους· ἀλλ’ ὁ Δαυΐδ «ἐμίσησε» καὶ μετ’ αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας οὐκ ἐκάθισε).
«μίσησα» κκλησίαν ρισμένων κληρικν, τν ποίων συμπεριφορά εναι παγιωμένη ες «δύο μέτρα καί δύο σταθμά» καί ο ποοι προσκολλνται μέν ες τό «γράμμα το νόμου», ταν δέ ατό ντιβαίν ες τά «καλά καί συμφέροντα», νακαλύπτουν μέ συγκίνησιν τό «πνεμα το νόμου». 
«μίσησα» κκλησίαν, πού πιτρέπει νά καλλιεργται τό γκάθι το ρρωστημένου "Γεροντισμο" καί νά αξάν τό τριβόλι τς πνευματικς ξαρτήσεως πό ρισμένους ατοτιτλοφορουμένους "διορατικούς Γεροντάδες", μέ παρενέργειες προσωπολατρίας. (Γιὰ κοίταξε, Χριστοΰφαντε, δίπλα σου. Μήπως τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὸ Γέροντά σου;).
«μίσησα» κκλησίαν, που μερίδα δυστυχς το γγελικο τάγματος τν μοναχν μετετράπη ες νεοεποχητικόν χημα καί δούρειον ππον τς Ερωπαϊκς νώσεως καί λλων «εεργετν», πού χουν μεταλλάξει τάς μοναχικάς ποσχέσεις ες σχέσεις διεθνος καί γχωρίου μάρκετινγκ. Μάλιστα, καθ ν στιγμήν ν ψυχρ θίγεται καί προσβάλλεται τό ρθόδοξον Δόγμα, ποδομεται ρθόδοξος Παράδοσις, προωθεται κκοσμίκευσις τς κκλησίας, κλπ., ατοί ντί νά στηλιτεύουν μέ σθένος καί νυποχώρητον καί διαπραγμάτευτον λόγον τά κακς κείμενα, βουβάθησαν, διότι πέκτησαν τήν «νοεράν νοχον σιωπήν»…
«μίσησα» κκλησίαν μερίδος λαϊκν, ο ποοι "κχριστιανίζονται" μόνον τάς Κυριακάς, ν τόν πόλοιπον χρόνον φέρωνται ς εδωλολάτρες, χοντες μάδα αματος Α "Φαρισαϊσμο" καί φαινομενικήν συμπεριφοράν «Καλο Σαμαρείτου» ες τήν κκλησίαν. Τελνες, σωθεν ες τάς Λειτουργικάς συνάξεις καί Φαρισαοι ξωθεν ες τούς κοσμικούς κύκλους. Κατά τά λλα, διαλαλον δημόσια, τι δθεν τούς νοχλε σιωπή τς κκλησίας διά τά τεκταινόμενα…
«μίσησα» κκλησίαν, πού πιτρέπει τήν προσβολήν το νθρωπίνου προσώπου καθώς καί τά γκλήματα μέσ τν μβλώσεων, τς ξωσωματικς γονιμοποιήσεως, τς εθανασίας, κλπ., μέ τό πικάλυμμα καί τήν «βοήθειαν» τς κατευθυνομένης Βιοηθικς πιστήμης, ποία καθορίζει τά πλαίσια τν φαρμογν τς ατρικς.
«μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων», πού ποδέχεται, ν νόματι δθεν τς ζως, τόν λεγόμενον «γκεφαλικόν θάνατον» ς σόκυρον το βιολογικο θανάτου καί τήν πρακτικήν τν μεταμοσχεύσεων ζωτικν ργάνων πό «γκεφαλικά νεκρούς», δηλαδή πό ζντες. (Ναί, ἀλλὰ ἐμίσησες καὶ κάποιους (ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λίγους) ποὺ πολεμοῦν τὰ περὶ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου; Ὄχι βέβαια. Ἀντίθετα κοινωνεῖς μὲ αὐτοὺς τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ διδάσκουν μὲ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα τὶς δολοφονίες ἀθώων καὶ τὴν σύγχρονη "Ἱερὰν" Σύνοδο ποὺ μὲ Ἐγκύκλιο σιγοντάρει τὶς δολοφονίες!).
«μίσησα» κκλησίαν, πού, ν νόματι δθεν το ατεξουσίου, νέχεται τόν πολιτικόν γάμον καί σιωπ ες τήν θεολόγητον ποτέφρωσιν τν νεκρν.
«μίσησα» κκλησίαν, πού ρισμένοι, κόμη καί θεολόγοι, προβάλλουν δικήν των αρετικήν νθρωπολογίαν (ξελικτική Δημιουργία), πού θεωρε τι νθρωπος προέρχεται πό τόν πίθηκον, καί κάποιοι μάλιστα θέλουν νά τήν κατοχυρώσουν παρερμηνεύοντας καί διαστρέφοντας τούς Πατέρας.
«μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων», πού ποτροπιάζει ες κάθε πάρχουσαν κοινωνικήν σθένειαν καί μολύνεται πό κάθε όν τς Νέας ποχς.
«μίσησα» τήν «κκλησίαν πονηρευομένων», πού δέν κηρύσσει Χριστόν καί τοτον σταυρωμένον καί ναστάντα. 
«μίσησα»... Οαί τος πονηρευομένοις…
(Δὲν τοὺς ἐμίσησες, Χριστοΰφαντε, ἀντίθετα τοὺς ἀγαπᾶς, ἀφοῦ κοινωνεῖς μαζί τους. Νά, τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάνεις, ἂν εἶχες μισήσει (τὴν βλασφημία τους, ἀσφαλῶς, κι ὄχι τοὺς ἴδιους) καὶ ἤθελες νὰ «συμμιαίνεσαι αὐτοῖς» διὰ τῆς κοινωνίας. Τὸ διδάσκουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, κι ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἐφραίμ: «Μηδέποτε συμφιλιάσῃς μετὰ αἱρετικῶν. Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν· πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰσίν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Ἀσφαλίζου οὖν τὴν ψυχήν σου, ἀγαπητέ. Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ὅτι γάρ, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, οὐκ ἔχουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, οὐδὲ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι· δηλονότι οὐδὲ οἱ συμμιαινόμενοι αὐτοῖς· ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε». Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περὶ μετανοίας καὶ κατανύξεως, l. 29-36).
Κριτήρια γνησιότητος καί αθεντικόν δεγμα καρδίας γαπώσης τόν Χριστόν καί τήν κκλησίαν Του, μεταξύ τν λλων, εναι τό «μισον μσος», τό ποον εναι πέρτερον πάσης «γάπης», πόνος καί ποστροφή πού θά πρέπ νά ασθάνεται κάθε ρθόδοξος πιστός πρός τήν ποικίλην μαρτίαν, πλάνην καί αρεσιν. 
Εθε λοι μας νά μισήσωμε κάθε «κκλησίαν πονηρευομένων», δηλαδή νά μήν συναναστραφομε καί συνεργασθομε ποτέ μέ τούς σεβες νθρώπους ατο το "συναφιο", νά μή γίνωμε μέλη τς «κλίκας» ες τήν ποίαν πιπολάζει μαρτία. Τοτέστιν, νά μισήσωμε τήν μαρτίαν, χι τόν νθρωπον καί νά γαπήσωμε ,τι μς διδάσκει «Μία γία Καθολική καί ποστολική κκλησία».