Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΤΙΜΗ ΑΓΙΟΥ – ΜΙΜΗΣΗ ΑΓΙΟΥ!



Μπαίνουμε σε ένα ναό να ανάψουμε το κερί μας, ν’ ασπαστούμε τις άγιες εικόνες και να σταθούμε σε μια γωνιά να προσευχηθούμε, να βρεθούμε τετ-τετ με το Θεό και να του ανοίξουμε την καρδιά μας κι αν Εκείνος θελήσει κι ανταποκριθεί, ίσως να μας κάνει τη χάρη να νοιώσουμε αυτή την επικοινωνία με τον τρόπο που Αυτός θα επιτρέψει.


Σε μια λοιπόν εκκλησιά, περνώντας  απ’ έξω,  κοντά στο πατρικό μου σπίτι, αφού είχα κάμποσα χρόνια να  δρασκελίσω τα κιτρινισμένα απ’ το χρόνο μαρμάρινα σκαλιά της, αισθάνθηκα την ανάγκη να μπω για τον σκοπό αυτό· άναψα δυο κεράκια και κάθισα σε μια γωνιά  ρίχνοντας το βλέμμα μου στο τέμπλο και στο βάθος στο ιερό.  Έψαχνα κάτι για να με κάνει να εστιάσω και να συγκεντρωθώ στην προσευχή, μία μορφή, μία αφορμή για να πιαστώ.
 Ατενίζοντας γύρω τις αγιογραφίες έπεσε το μάτι μου στις δύο αντικριστές κολώνες, πριν τον σολέα, που βαστάζουν τροπόν τινά τη βάση του τρούλου.
Στη μια κολώνα δέσποζε η ολόσωμη αγιογραφία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού κι από την αριστερή πλευρά του Εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης, που πριν κάμποσα χρόνια αγιοποίησε παρανόμως η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με ενέργειες του τότε Δημητριάδος (και μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών) Χριστοδούλου.  Δεν είχα ξαναδεί την αγιογραφία του σε κάποιο ναό, παρά μόνο σε εικόνα.
Το θέαμα με τάραξε. Σηκώθηκα αναστατωμένη, έκανα βιαστικά το σταυρό μου κι έφυγα σαν κάτι να με έδιωχνε από κει μέσα. Γύρισα λυπημένη και απογοητευμένη και με σκυμμένο το κεφάλι κατέβαινα τα σκαλιά μονολογώντας μέσα μου.
Θεέ μου, τί συμβαίνει πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν μέσα στη χορεία των Αγίων σου, διαφορετικοί Άγιοι, που άλλα να πρεσβεύει ο ένας κι άλλα ο άλλος; Πού είναι η συμφωνία, η ομοφωνία, η σύμπνοια, η ενότητα, η ταύτιση των Αγίων σου εν Αγίω Πνεύματι;
Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα την τραγικότητα αυτή. Ένοιωσα τόσο άσχημα εκεί μέσα στο ναό, που από μικρό παιδί  πήγαινα κι άναβα το κεράκι μου κι αναπαυόμουνα,  ένοιωσα τόσο άσχημα που δεν μπόρεσα να προσευχηθώ, που  διάφοροι λογισμοί και σκέψεις δυσάρεστες με κατέβαλαν τόσο πολύ, που δεν κατάφερα να συγκεντρωθώ όσο κι αν προσπάθησα.
Γιατί, αλήθεια, σε ποιόν από τους δυό θα μπορούσα να απευθυνθώ, για να μεσιτέψει για την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα ως Χριστιανοί, ως Έλληνες, ως γονείς, ως παιδαγωγοί, ως... Σήμερα που κινδυνεύουμε ως έθνος και ως Ορθόδοξοι πιστοί, ποιος θα μπορούσε να πρεσβεύσει για τα δεινά που έρχονται,  για την πορεία μας και για την σωτηρία μας από την λαίλαπα του Οικουμενισμού; Είναι δυνατόν, ένα πρώϊμο κήρυκα του Οικουμενισμού, τον Χρυσόστομο Σμύρνης, να επικαλεστούμε να σπεύσει σε βοήθειά μας;
Οι διδαχές του ενός, του αγίου Κοσμά, ήσαν ορθόδοξες, βγαλμένες μέσα από την άσκηση στον Άθω, μέσα από την προσευχή. Στήριξε το υπόδουλο γένος, άφησε στους ταλαιπωρημένους από την Τουρκιά ορθόδοξους χριστιανούς θεόπνευστες Παρακαταθήκες, κληρονομιά αθάνατη.
Δίδαξε ο απλός και χαριτωμένος άγιος Κοσμάς: «τον Πάπα να καταράσθε γιατί αυτός θα είναι η αιτία του κακού». Κι ο άλλος εκθείαζε τον Πάπα και τον αποκαλούσε Υπάτη κι Αγιωτάτη Κορυφή, προκειμένου να αποκομίσει   στρατιωτική βοήθεια για τη Σμύρνη.
Ο ένας πίστευε και δίδασκε ότι όλα τα δεινά του «Ρωμαίικου» θα έλθουν από τη Δύση, από το Δυτικό κόσμο, από τα ρηγάτα τα ευρωπαϊκά, ενώ ο άλλος ότι η σωτηρία, η ανάπτυξη, η πρόοδος θα έλθει από τη Δύση.
 Ο πατρο-Κοσμάς πίστευε ότι οι ευρωπαίοι εισβολείς και κατακτητές θα φέρουν συμφορές στον τόπο μας και ό,τι σεβάστηκαν κι άφησαν απείρακτο οι Οθωμανοί, θα το καταστρέψουν  οι διαβασμένοι ευρωπαΐζοντες διαφωτιστές. Ο εθνομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης διεκήρυττε ότι μόνον αν στραφούμε προς την Δύση, μόνον αν έχουμε ως πρότυπα τους  ευσεβεστάτους Αγγλικανούς και Προτεστάντες, μόνο αν ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους και πάρουμε από τα φώτα τους στην παιδεία, στις επιστήμες, στη θεολογία, στις τέχνες, τότε μπορεί να λυτρωθεί το γένος μας και να ανανήψει από τη δουλεία.
 Ο ένας πρόβαλε ως ηρωϊκά παραδείγματα τους Νεομάρτυρες και τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, κι ο άλλος τους διαφωτιστές, τον Βολταίρο, τον Κλεμανσώ, τον Ουΐλσων και τον Βενιζέλο!
Ο ένας αποκαλούσε τον φράγκικο χριστιανισμό ψεύτικο, κάλπικο και διαβολικό κι ο άλλος χαρακτήριζε και δίδασκε ότι οι δυτικές αιρέσεις είναι τύποι αγνής, απλής κι απερίττου αρχεγόνου Χριστιανικής Εκκλησίας, στους οποίους η χριστιανική πίστη κι αλήθεια ορθοτομείται σε  βαθμό σχεδόν τέλειο.
Ο ένας είχε ως πρότυπο τον μοναχικό κι ασκητικό βίο και ο άλλος τ’ αποστρεφόταν  και τα έφερε ως παραδείγματα προς υποτίμηση κι αποφυγή .
«Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται» βροντοφώναζε ο ένας. Κι ο άλλος,  το να έχει κανείς υγεία, τροφές,  σκεπάσματα και τίποτε άλλο εκτός από σχολεία το θεωρούσε ευτυχία·  και μάλιστα αυτά τα έλεγε δυο μήνες πριν από το φρικτό του μαρτύριο.
Ο ένας αποστρεφόταν κάθε νεωτερισμό και δυτικό προσανατολισμό  κι ήταν προσκολλημένος στην Παράδοση της Εκκλησίας μας, κι ο άλλος οραματιζόταν  θεολογική μόρφωση και εκπαίδευση στα πρότυπα του  δυτικού ευρωπαϊκού επιστημονισμού χωρίς τα κριτήρια της ορθόδοξης πατερικής και λειτουργικής παραδόσεως.
Θα μπορούσε, αλήθεια, κανείς να υποθέσει πως και οι δύο θα μίλησαν και άφησαν την ίδια Ορθόδοξη κληρονομιά; Μπορεί να ισχυριστεί ότι είχαν κι οι δυό ακριβώς την ίδια γραμμή και θέση; Ότι και οι δύο είναι Άγιοι της Εκκλησίας μας, αφού ολοφάνερα οι διδαχές τους αποδεικνύονται εκ διαμέτρου αντίθετες, οι δρόμοι τους ξεχωριστοί, τα οράματά τους εντελώς διαφορετικ και ξένα μεταξύ τους;
Ειλικρινά ποιός μπορεί να δώσει απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα; Ποιός μπορεί να κατευνάσει τον σκανδαλισμό που νοιώθει κάποιος, όταν στον καθαρώτατο χώρο της Εκκλησίας μας εισχωρούν τέτοιοι «άγιοι», τύπου  Εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης, όταν τα κριτήρια είναι ανθρώπινα κι όχι θεϊκά, όταν δεν καθοδηγεί το Άγιον Πνεύμα τους εκκλησιαστικούς ηγέτες αλλά ένα αλλότριο κοσμικό πνεύμα που δημιουργεί σύγχυση και ταραχή;
Πώς μπορεί το μαρτύριο για την πατρίδα να λογίζεται μαρτύριο για την Ορθόδοξη πίστη; Τί μπορεί άραγε να συμβεί σε λίγα χρόνια; Μήπως γίνει κι η Ορθοδοξία, όπως ο Παπισμός μία βιομηχανία  παραγωγής «Αγίων»;  Ποιά θα είναι τα πρότυπα  αγιότητος προς μίμηση στις νέες γενιές που θα έχουν άγνοια; Ποιόν άγιο να τιμήσει και ποιόν να μιμηθεί κάποιος που δεν γνωρίζει;
                                                                             X. N.

7 Φεβ 2015


Λάμπρος Σκόντζος, Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης: Ο ηρωϊκός Μεγαλομάρτυς του Χριστού



ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ: Ο ΗΡΩΪΚΟΣ  ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
     Κάποιοι κακοήθεις και ανιστόρητοι, θέλουν να περιορίσουν τη χριστιανική πίστη της αρχαίας Εκκλησίας στους φτωχούς και τους δούλους. Όμως  έρχεται η ιστορία και τα συναξάρια της Εκκλησίας μας για να τους διαψεύσουν οικτρά. Τη νέα πίστη είχαν υιοθετήσει άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα επαγγέλματα. Μια από αυτές ήταν οι στρατιωτικοί. Μέσα από τις τάξεις τους αναδείχθηκαν μυριάδες Μάρτυρες κατά τη διάρκεια των διωγμών των πρώτων τριακοσίων χρόνων.
      Ένας από αυτούς υπήρξε ο μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Δεν είναι γνωστό το ακριβές έτος της γεννήσεώς του. Τοποθετείται περί τα τέλη του 3ου μ. Χ. αιώνα. Γεννήθηκε στην πόλη Ευχάνεια του Ελενοπόντου, (Ευξείνου Πόντου), στην πανάρχαια κοιτίδα του Ελληνισμού, από Έλληνες γονείς, οι οποίοι είχαν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Ποντική Ηράκλεια της Παφλαγονίας και ανατράφηκε με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και ευσέβειας. Από παιδί διακρινόταν για το εξαίρετο παράστημά του και κυρίως για τα πλούσια πνευματικά και ψυχικά του χαρίσματα. Είχε αποκτήσει σπουδαία παιδεία, μελετώντας τα ιερά χριστιανικά κείμενα, καθώς και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Αναδείχτηκε μάλιστα σπουδαίος ρήτορας.


      Από νεαρός ξεχώριζε για τις ηγετικές του ικανότητες και γι’ αυτό αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του στρατιωτικού, το οποίο απολάμβανε μεγάλο σέβας της εποχή εκείνη. Γι’ αυτό και κατατάχτηκε στον ρωμαϊκό στρατό. Το ξεχωριστό σωματικό του παράστημα, οι αθλητικές του επιδόσεις και κυρίως το θάρρος, ανδρεία του και οι έμφυτες στρατιωτικές του αρετές τον ανέβασαν πολύ γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία του ρωμαϊκού στρατού των ανατολικών περιοχών της αυτοκρατορίας. Έγινε στρατηλάτης, αξίωμα ανάλογο με του σημερινού στρατηγού.
       Η φήμη του για τις ικανότητές του και για την αποτελεσματικότητα των λεγεώνων που διοικούσε, έφτασε ως τον αυτοκράτορα Λικίνιο (307-324), ο οποίος τον προσκάλεσε για να τον γνωρίσει από κοντά και να τον ανταμείψει για τις πολύτιμες στρατιωτικές του υπηρεσίες. Αλλά κάποιοι φανατικοί σύμβουλοί του τον πληροφόρησαν ότι ο Θεόδωρος ήταν Χριστιανός. Ο Λικίνιος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης και μισούσε θανάσιμα τον Χριστιανισμό. Του έστειλε κατ’ αρχήν μια επιστολή, προτείνοντάς του να θυσιάσουν μαζί στους «θεούς». Ο Θεόδωρος του απάντησε με ευγένεια και διπλωματία πως δεν ήταν δυνατόν να τον συναντήσει τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και πως τον περίμενε να έρθει στην Ηράκλεια, όπου θα θυσίαζαν τότε από κοινού. Όμως ο στρατηλάτης ήθελε απλά να κερδίσει χρόνο.
      Ο Λικίνιος πίστεψε στα γραφόμενα του Θεοδώρου και με την πρώτη ευκαιρία επισκέφτηκε όντως την Ηράκλεια και ο στρατηλάτης του οργάνωσε μια λαμπρή υποδοχή. Του ζήτησε μάλιστα και τα παγανιστικά ξόανα και είδωλα, φτιαγμένα από χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, τα οποία κουβαλούσε μαζί του ο θρησκομανής αυτοκράτορας, με σκοπό δήθεν να τους αποδώσει τιμές. Παρευθύς ο ηρωικός Θεόδωρος πήρε στα χέρια του τα σύνεργα της ειδωλολατρίας, τα οποία θρυμμάτισε και τα έδωσε στους φτωχούς να πουλήσουν τα ακριβά μέταλλα για να καλύψουν βιοτικές τους ανάγκες. Ο Λικίνιος έμεινε άναυδος από την πράξη του κορυφαίου στρατιωτικού του. Θεώρησε την πράξη του αφ’ ενός μεν ασεβή προς τους «θεούς» του κράτους, και αφ’ ετέρου προσβολή κατά του προσώπου του.
        Διέταξε αμέσως τη σύλληψή του και την ενώπιόν του μεταφορά, για να τον ανακρίνει προσωπικά. Ο αυτοκράτορας αρχικά έκρυψε τον θυμό και την προσβολή του και θέλησε με κολακείες να πείσει τον στρατηλάτη να απαρνηθεί την χριστιανική του πίστη και να θυσιάσει στους «θεούς» του. Του επεσήμανε ότι τη λαμπρή του
καριέρα τη χρωστά στην εύνοιά τους και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να τους προσφέρει θυσία. Ο Θεόδωρος παρέμεινε ατάραχος και γαλήνιος, όση ώρα μιλούσε ο Λικίνιος. Απάντησε στον αυτοκράτορα πως η χριστιανική του πίστη και ιδιότητα αξίζουν περισσότερο από όλα τα αξιώματα του κόσμου. Πως οι «θεοί» του είναι ανύπαρκτοι και αποκυήματα αρρωστημένων μυθογράφων και πως πίσω από αυτούς κρύβονται οι κακοποιοί δαίμονες, οι οποίοι λατρεύονται στα πρόσωπά τους. Πως ο αληθινός Θεός είναι η Παναγία Τριάδα, που μας αποκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να μας λυτρώσει από την αμαρτία τη φθορά και το θάνατο. Να μας απαλλάξει από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και της πλάνης, να μας κάνει τέκνα φωτός.  
      Ο θηριώδης Λικίνιος έγινε έξαλλος από οργή θυμό για την εμμονή του στρατηλάτη του να μη θυσιάσει στους «θεούς» του και για την προσβολή εναντίον τους. Τον απείλησε ότι τον περιμένουν σκληρά βασανιστήρια, αλλά ο Θεόδωρος έμεινε εδραίος στην πίστη του και περίμενε με ανυπομονησία το μαρτύριο για την πίστη του στο Χριστό. Τότε διέταξε να τον καθαιρέσουν από το υψηλό του αξίωμα, να τον γδύσουν και να τον μαστιγώσουν με βούνευρα, τα οποία κατέληγαν σε μολυβένια σφαιρίδια. Οι απάνθρωποι ειδωλολάτρες δήμιοι ξέσκιζαν με λύσσα τις σάρκες του Μάρτυρα και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή, όπου έμεινε επτά ημέρες χωρίς τροφή και νερό, αναμένοντας να απαρνηθεί την πίστη του. Αφού είδε ο Λικίνιος ότι δεν κατόρθωσε τίποτε, έδωσε εντολή να τον σταυρώσουν, εν μέσω απερίγραπτων ταπεινώσεων και βανδαλισμών. Η ψυχή του πέταξε στα ουράνια, για να συναντήσει τον αληθινό και αιώνιο Βασιλέα Χριστό και το σώμα του το συνέλλεξαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν με μεγάλες τιμές. Ήταν 8 Φεβρουαρίου του έτους 319. Αυτή την ημέρα όρισε η Εκκλησία μας να τιμάται η σεπτή του μνήμη. Ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και απολαμβάνει διαχρονικά την τιμή των πιστών. Αυτοί είναι οι ήρωες της Πίστεώς μας!   

Η νόσος της αγνοίας επικρατεί σε όσους ζουν κατά σάρκα!



Αν υποτεθεί ότι δύο άνθρωποι υπέστησαν μία ασθένεια των οφθαλμών, και o ένας υπομένει την θεραπεία και όσα συνιστά η ιατρική επιστήμη, έστω κι αν είναι ενοχλητικά, ενώ o άλλος, όχι μόνον δεν δέχεται καμιά συμβουλή από τον γιατρό, αλλά και ζει ακρατώς, τότε o πρώτος, κατά φυσικό λόγο, θα απολαύσει το φως του, ενώ o δεύτερος, κατά φυσικό λόγο, θα στερηθεί το φως του.
Με αυτό το παράδειγμα φαίνεται καθαρά ότι ή απόλαυση της ζωής εκείνης είναι οικεία στην ανθρώπινη φύση, ενώ η νόσος της αγνοίας επικρατεί σε όσους ζουν κατά σάρκα. Ο ένας, θεραπεύοντας και καθαρίζοντας τους πνευματικούς του οφθαλμούς και ξεπλένοντας την άγνοια, που είναι ή ακαθαρσία του  διορατικού της ψυχής, επιτυγχάνει αυτήν την φυσική ζωή. Ο άλλος, αφού αποφεύγει την κάθαρση και ζει με τις απατηλές ηδονές, κάνει δυσθεράπευτη την νόσο, αποξενώνεται  από  το κατά φύσιν, βιώνει το παρά φύσιν και γίνεται αμέτοχος της φυσικής αυτής ζωής που είναι η κοινωνία με τον Θεό.
http://blogs.sch.gr/kantonopou