Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Ο π. Θεόδωρος Ζήσης περί Όρκου!




Τοῦ θεολόγου Παναγιώτη Σημάτη
πεσε στὴν ἀντίληψή μας μιὰ ὁμιλία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση περὶ Ὅρκου (τὴν ἀνάρτησε στὶς 3/3/2015 τὸ ἱστολόγιο «Θρησκευτικά» (ἐδῶ). 
 Ἡ ὁμιλία αὐτὴ ἔγινε μὲ ἀφορμὴ τὴν ἄρνηση μελῶν τῆς νέας κυβερνήσεως νὰ ὁρκιστοῦν, ἀλλὰ καὶ τὴν στάση ποὺ πῆραν στὸ θέμα οἱ μητροπολίτες Ἄνθιμος Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ Νεκτάριος Ἀργολίδος. Μὲ τὴν ὁμιλία προσπάθησε ὁ π. Θεόδωρος νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ ὅρκος σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις δὲν εἶναι ἁμαρτία καὶ ἐπιτρέπεται.
Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι, στὴν τοποθέτησή του αὐτὴ ὁ π. Θεόδωρος, ἐπηρεάστηκε περισσότερο ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ λιγότερο ἀπὸ θεολογικοὺς λόγους. Γράφει συγκεκριμένα ὅτι ἡ κατάργηση τοῦ ὅρκου περιλαμβάνεται στὶς κατεδαφιστικὲς τῆς Πίστεως προσπάθειες ἀθέων πολιτικῶν καὶ ἐκδηλώθηκαν ἀφ’ ὅτου «ἀνέλαβε τὸ ΠΑΣΟΚ» τὴν διακυβέρνηση τῆς χώρας.  Ὡς ἐκ τούτου, καὶ ἐναντιούμενος σ’ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες ποὺ λαμβάνουν σάρκα καὶ ὀστὰ καὶ διὰ τῆς νέας κυβερνήσεως,  προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσει τὴν συνήθεια τοῦ ὅρκου, ποὺ ἐξοφθάλμως δὲν στηρίζεται στὸ Εὐαγγέλιο. Πρέπει ὅμως, πολεμώντας πολιτικὲς ἀθεϊστικὲς θέσεις,  νὰ φτάνουμε στὸ σημεῖο τῆς ἀποδοχῆς αντι-Εὐαγγελικῶν θέσεων;
● Σχολιάζουμε ἀρχικὰ τὶς βασικὲς θέσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση ὑπὲρ τοῦ ὅρκου,
● Δημοσιεύουμε τὸ μεγαλύτερος μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ π. Θεοδώρου καὶ τέλος,  
● Παραθέτουμε ἕνα μεγάλο μέρος κειμένων ἀπὸ τὶς θέσεις Ἁγίων Πατέρων καὶ συγχρόνων θεολόγων γιὰ τὸ θέμα τοῦ ὅρκου, ποὺ δὲν εὐνοοῦν τὶς θέσεις τοῦ π. Θεοδώρου.

Ἐν πρώτοις ὁ π. Θεόδωρος δὲν ξεκινᾶ, διαπραγματευόμενος τὸ θέμα του, ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλὰ μᾶς λέγει εἰσαγωγικὰ ὅτι «δὲν ὑπῆρχε καμία ἀμφισβήτηση καὶ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ὅρκου τὴν περίοδο τῆς ἱδρύσεως τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους. Ἀκόμα καὶ στὰ Συντάγματα τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων ὑπάρχει ὅρκος. Καὶ οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ Εἰκοσιένα, πρὶν γίνει κράτος, ὁρκίζονταν». Ἔτσι, λοιπόν, παρότι αὐτὸ ἔγινε κατὰ παράβασιν τῶν λόγων τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως, ὅμως, ἐφ’ ὅσον «καθιερώθηκε» στὸ νεοελληνικὸ κράτος «ὁ θρησκευτικὸς ὅρκος καὶ δὲν δημιουργοῦσε πρόβλημα συνειδήσεως σὲ κανέναν, διότι ἦταν κάτι ἐξαιρετικό» καί, ἀφοῦ ἡ πολιτεία μπορεῖ νὰ «μᾶς ἀπαιτήσει μιὰ δυὸ φορὲς στὴ ζωή μας, σὲ σταθμοὺς ζωῆς, νὰ ὁρκιστοῦμε, ἐκεῖ», δηλαδὴ σ’ αὐτὲς τὶς μιά-δυὸ περιπτώσεις, ἀποφαίνεται ὅτι «δὲν ὑπάρχει θέμα ἁμαρτίας καὶ θέμα συνειδήσεως»!
Γράφει: «Ἂς τὸ πῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι ἡ ἀπαγόρευση ἀπόλυτη ποὺ ὑπάρχει στὸ Εὐαγγέλιο», αὐτὴ «δημιουργεῖ τὸ πρόβλημα, τὸ “μὴ ὀμόσαι ὅλως”»! «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν ἀπαγορεύει τὸν ὅρκο... Ὁ Χριστός... πῆρε αὐτὴν τὴν αὐστηρὴ θέση, ἡ ὁποία, ὄχι (ὅτι) δημιουργεῖ τὸ πρόβλημα, (ἀλλ’) ἡ ὁποία μᾶς κάνει νὰ ἔχουμε προβλήματα γύρω ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ὅρκου».
 Νά, λοιπόν, ποὺ ὁ Χριστὸς δημιούργησε το πρόβλημα! Δὲν λύνει μόνο τὰ προβλήματα, ἀλλὰ μᾶς κάνει νὰ ἔχουμε προβλήματα!! Δὲν ἤξερε ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς τὸ παρουσιάσει πιὸ ...ἀνώδυνο, ὥστε νὰ μὴ μᾶς δημιουργεῖ προβλήματα!
Συνεχίζει: «Ἐγὼ ἔχω πάρει θέση συνειδησιακά... Ὁ ἅγιος Νεκτάριος (π.χ.) πῆρε πτυχίο τῆς θεολογικῆς σχολῆς καὶ ὁρκίστηκε καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἅγιοι Γεροντάδες ποὺ πῆραν πτυχίο καὶ ὁρκίστηκαν, δὲν προβληματίζονταν.
Δὲν ξέρουμε ἄν, καὶ πόσο ἀπροβλημάτιστα οἱ παραπάνω ὁρκίστηκαν, ἀλλὰ ἀσφαλῶς, δὲν πρέπει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς μας ὅτι, μιλώντας ὁ π. Θ.Ζ. γιὰ ὅρκο καὶ γιὰ πτυχίο θεολογικῆς σχολῆς, ἀναφέρεται στοὺς δυὸ τελευταίους αἰῶνες. Κι ἂν ἐπικράτησε μιὰ κακὴ ἀντι-Εὐαγελικὴ συνήθεια, πρέπει νὰ τὴν διαιωνίσουμε;
Καὶ συνεχίζει: «Καὶ δὲν εἶναι ἁμαρτία νὰ δώσεις τὸν ὅρκο, διότι ὑπάρχει μία θέσις μέσα ἐδῶ στὸ Εὐαγγέλιο, στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς λύει τὸ θέμα, ...ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ ἀκόμα καὶ Ἀπόστολοι ὁρκίζονται». Καὶ ἐρωτᾶ: «Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ποὺ πολλὲς φορὲς ἐπικαλεῖται ὡς μάρτυρα τὸ Θεό, δὲν ἐγνώριζε αὐτὴν τὴν ἀπαγόρευση τοῦ Κυρίου; Τὸ “μὴ ὀμόσαι ὅλως”»;
Ὁ ἱ. Χρυσόστομος, πολλὲς φορὲς χρησιμοποιεῖ καὶ ἀναλύει τὴν λέξη «μάρτυς» ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος· δὲν εἴδαμε κάπου, ὅμως, νὰ ἑρμηνεύει τὴν λέξη αὐτὴ μὲ τὸ «ὁρκίζομαι», ἀλλὰ ἁπλῶς μὲ αὐτὸν ποὺ κάτι πιστοποιεῖ, βεβαιώνει κάτι ποὺ μάλιστα ἤδη ἔχει γίνει, κι ὄχι γιὰ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ πραγματοποιήσει κάποιος κάτι ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχει γίνει: ὅπως π.χ. στὴν πρώτην Πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή, τὴν φράση «ὁ Θεὸς μάρτυς», ἑρμηνεύει: «καλεῖ μάρτυρα».
Ἂς δοῦμε μιὰ σχετικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος θέση τοῦ Μ. Βασιλείου:
«Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Οὐχ ὅτι Θεὸν εἰς μαρτυρίαν τῶν λαλουμένων πιστοποιούμενον αὐτοῦ τὴν ἀμφιβολίαν παρήγαγεν, ἀλλ' ὅτι ἀτρέπτοις καὶ ἀκινήτοις δόγμασι τὴν τῆς ἐπαγγελίας χάριν τῷ Δαβὶδ ἐβεβαίωσεν. Οὕτως οὖν καὶ ἐνταῦθα δυνατὸν εἰρῆσθαι· Ὁ ὀμνύων τῷ πλησίον αὐτοῦ· τουτέστι, διαβεβαιούμενος τῷ πλησίον, καὶ οὐκ ἀθετῶν· ἵνα ᾖ σύμφωνον τῷ παρὰ τοῦ Κυρίου εἰρημένῳ, τῷ, Ἔστω δὲ ὑμῶν ὁ λόγος, ναὶ ναί, καὶ οὒ οὔ. Περὶ τῶν τοιούτων πραγμάτων διαβεβαιούμενος κατάνευε· καὶ περὶ τῶν μὴ ὄντων, κἂν πάντες ἄνθρωποι παρακαλῶσι, μὴ συμπεισθῇς ποτε παρὰ τὴν τῆς φύσεως ἀλήθειαν διαβεβαιώσασθαι. Οὐ γέγονε τὸ πρᾶγμα, ἄρνησις ἐπακολουθείτω· γέγονε τὸ πρᾶγμα, συγκατάθεσις διαβεβαιούτω... Εἰσὶ δέ τινες λόγοι, σχήματα μὲν ὅρκων ἔχοντες, οὐχ ὅρκοι δὲ ὄντες, ἀλλὰ θεραπεία πρὸς τοὺς ἀκούοντας... Καὶ ὁ Ἀπόστολος τὴν πρὸς Κορινθίους ἀγάπην ἑαυτοῦ παριστῶν, ἔφη· Νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν, ἣν ἔχω ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Οὐ γὰρ παρήκουσε τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας ὁ τὸ Εὐαγγέλιον πεπιστευμένος, ἀλλὰ λόγον ψιλὸν ἐν σχήματι παρέδωκεν ὅρκου, τὴν ἐπ' αὐτοῖς καύχησιν ὡς τοῦ παντὸς αὐτῷ ἀξίαν οὖσαν διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου δεικνύς» (Μ. Βασιλείου, Εἰς τὸν ΙΔ΄ Ψαλμόν, PG 29, 261Β-C).
Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «ἀπαντώντας στὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιοῦσε τὸν ὅρκο, τονίζει ὅτι οἱ φράσεις αὐτὲς δὲ συνιστοῦν ὁρκοδοσία ἀλλὰ “βεβαίωση ἀράγιστη γιὰ τόσο μεγάλα πράγματα”» (Κωστοπούλου Κυρίλου, ἀρχιμ., Ὁ Ὅρκος κατὰ τοὺς Ἱ. Κανόνες καὶ τὴν Ἁγιοπατερικὴ Παράδοση, σελ. 29-30): «Β. Καὶ Παῦλος ὤμνυ, φασί. Α. Τίς τόδ' εἶπέ σοι· Ὡς λῆρος ἦν τις! Β. «Μάρτυς Θεός μοι,» καί, «Θεὸς τόδ' ἱστορεῖ,» Ταῦτ' οὐκ ἦν ὅρκου; Α. Καὶ τίνος; Πίστωσις ἐστι τοῖς τοσούτοις ἀῤῥαγής».
Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «"Μάρτυς γάρ μου ἐστιν ὁ Θεός, ᾧ λατρεύω ἐν τῷ πνεύματί μου". Ἐπειδὴ περὶ ἀδήλου πράγματος ἦν αὐτῷ ὁ λόγος, τοῦτο δὲ ἦν ἡ ἀγάπη ἡ εἰς αὐτοὺς ἀνθρώπους μηδὲ εἰδότας αὐτόν· τούτου χάριν τὸν Θεὸν ἐπὶ τοῦ πράγματος τούτου μάρτυρα καλεῖ... Ἐπειδὴ πολλὴν εἶπεν ἔχειν εἰς αὐτοὺς ἀγάπην, ὡς μηδαμοῦ αὐτοὺς παραλιπεῖν, μὴ ἐν δεσμοῖς ὄντα, μὴ ἐν ἀπολογίᾳ, τούτου χάριν μάρτυρα ἐπὶ τοσούτῳ πράγματι ἐπικαλεῖται τὸν Θεόν» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Εἰς Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολήν).
Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης γράφει: «Καὶ φαίνεται μὲν ὁ λόγος οὗτος, “ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν”, ὅτι εἶναι ὅρκος, πλὴν οὐκ ἔστιν ὅρκος, ἀλλὰ τρόπος βεβαιωτικῆς μαρτυρίας συνήθης αὐτῷ καὶ ὅμοιος τῷ ”ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Ρωμ. θ΄ 1)» (Νικηφόρου Θεοτόκη, Κυριακοδρόμιον, Ἑρμηνεία εἰς τὰς Περικοπὰς τῶν Ἀποστόλων, ἐκδ. «ΖΩΗ», 1930, σελ. 261-262).
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Θεοτόκης γράφει: «Καὶ εἶπε μὲν ὁ Παῦλος ὅτι “ὁ Θεὸς ὤμωσε καθ’ ἑαυτοῦ”... ἆρά γε δὲ πρέπον ἐστὶν ἵνα ἐκλάβωμεν τὸ “ὤμοσε” κατὰ τὴν σημασίαν τῆς λέξεως καὶ πιστεύσωμεν ὅτι ὁ Θεὸς ἐποίησεν ὅρκους, ἀκούοντες ὅτι ὁ αὐτὸς Θεὸς εἶπεν· “Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως”; ...Φαίνεται ὅτι τὸ  “ὤμοσεν” ἐρρέθη περὶ τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τὸ “ἐνεφύσησε” ...καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, πρὸς κατάληψιν δηλονότι τοῦ ἀσθενοῦς ἡμῶν νοός» (στὸ ἴδιο, σελ. 577).
Ἀλλὰ καὶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος γράφει σχετικά:
«Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός, ἀλλ' ἡμῖνλόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται. Ἀνθρώποις δὲ λαλῶν ὀμνύναι λέγεται, καὶ τοῦτο ἀνθρωπικώτερον λαλούντων τῶν ἁγίων· ἵνα ἀφ' ὧν αὐτοὶ λέγοντες ἀξιοῦσιν, ἀπὸ τούτων αὐτοὶ πιστεύσωσι τῷ λαλοῦντι Θεῷ. Ὡς γὰρ ἀνθρώπων τὸν λόγον ὅρκος βεβαιοῖ, οὕτως ἃ λαλεῖ ὁ Θεὸς ἀνθ' ὅρκου λογιζέσθω διὰ τὸ βέβαιον καὶ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ... “Κατ' ἐμαυτοῦ ὤμοσα”. Τοῦτο δὲ οὐχ ὅρκος ἐστίν. Οὐδὲ γὰρ κατά τινος ὤμοσεν, ὅπερ ἴδιόν ἐστιν ὅρκου· ἀλλὰ καθ' ἑαυτοῦ, ὅπερ τὴν τοῦ ὅρκου ὑπόνοιαν ἐκφεύγει, καὶ ἐν ᾧ σημαίνει τὸ βέβαιον τῆς ἐπαγγελίας, καὶ τὸ χρῆναι πάντως πιστεῦσαι τὸν ἀκούοντα» (Μ. Ἀθανασίου, Εἰς τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὸν Σταυρόν).
Ὁ Κύριος εἶπε «μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ... μήτε ἐν τῇ γῇ, ...μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα,... μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς... ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν» (Ματθ. 5, 33-37), διότι, ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ ὅρκος ποὺ ἔδιναν στὰ παραπάνω, τὰ θεοποιοῦσε. Οἱ Ἀπόστολοι, λοιπόν, δὲν ὁρκίστηκαν σὲ τίποτα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀπαγόρευσε ὁ Κύριος, οὔτε παλάμιασαν κάποιο Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τους εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς βεβαιώσεως, τῆς μαρτυρίας.
Καὶ γιὰ νὰ στηρίξει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸν ὅρκο ὁ π. Θ.Ζ. ἐπικαλεῖται καινοφανῆ ἀντι-Ἁγιογραφικὰ ἐπιχειρήματα ἀπὸ ὁμιλία τοῦ μητροπολίτη Φθιώτιδος Νικολάου, ποὺ εἶπε:  «ὁ ὅρκος ἔχει τὸ νόημα, ὅτι ἀναγνωρίζουμε πὼς ἡ ὑψίστη αὐθεντία στὸν κόσμο εἶναι ὁ Θεός... Δηλαδή οὐσιαστικῶς (ὁ ὅρκος) εἶναι μία ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ(!) κι ἕνας σεβασμὸς πρὸς τὸν Θεό, τὸ νὰ λέμε ὅτι ἐγὼ ὁρκίζομαι στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, ἀναγνωρίζω πὼς πάνω ἀπὸ ὅλα εἶναι ὁ Θεός»!!! Ἂν εἶναι δυνατὸν ἕνας Ἐπίσκοπος νὰ χρησιμοποιεῖ αὐτό, τὸ ἐναντιούμενο στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἐπιχείρημα, καὶ ἕνας πρωτοπρεσβύτερος νὰ τὸ υἱοθετεῖ! (Καὶ «Θρησκευτικὰ» ἱστολόγια νὰ τὸ προβάλλουν!).
Ὁ Χριστός, λοιπόν, ἀπαγορεύει ἀπολύτως τὸν ὅρκον, ἀλλ’ ὁ π. Θ.Ζ. διδάσκει ὅτι πρέπει νὰ ὁρκιζόμαστε! Οἱ Ἅγιοι θεωροῦν ἁμαρτία τὸν ὅρκον, ἀλλ’ ὁ π. Θ.Ζ. διδάσκει ὅτι πρέπει νὰ ὁρκιζόμαστε, διότι μὲ τὸν ὅρκο ἀναγνωρίζουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὅρκος δείχνει σεβασμὸ πρὸς τὸν Θεό!!! Ὁρκιζομενοι, ἀναγνωρίζουμε «πὼς ὁ Θεὸς εἶναι τὸ μεγαλύτερο, τὸ ὑψηλότερο πρᾶγμα»!
Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Ἐκτησάμην χρυσίον, ἀργύριον, ἱματισμόν· ἐποίησά μοι κήπους, ἀμπελῶνας, ὑδραγωγούς· καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης, καὶ προαίρεσις τοῦ πνεύματος. Ὁ ἐπὶ τούτων τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γλώσσης φέρων, ἐπὶ ματαιότητι λαμβάνει τὸν ὅρκον καὶ ἐπ' ἀδίκῳ. Καὶ αὖθις ὁ Κύριος· Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μὴ ὀμόσαι ὅλως· καὶ ὁ αὐτοῦ μαθητὴς Ἰάκωβος· Πρὸ πάντων, ἀδελφοί, μὴ ὀμνύετε. Ὥσπερ οὖν ἐστιν ἐντολή, μὴ φονεύσῃς, μὴ ἀδικήσῃς· οὕτω καὶ τό, μὴ ὀμόσῃς» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΙΗ΄ Ψαλμόν).
Κι ἂν διδάξεις, πάτερ, ὅτι μὲ τὸν ὅρκο εἶναι σὰν νὰ ἀναγνωρίζουμε τὸ Θεὸ ὡς τὸ Ὕψιστον Ὄν, στὴν συνέχεια μὲ ποιό θεολογικὸ ἐπιχείρημα θὰ ἀπαγορεύσεις τὸν ὅρκο στὶς καθημερινές μας σχέσεις; Ὅλοι θὰ πρέπει τότε νὰ ὁρκίζονται, ἀφοῦ θὰ ...δοξάζουν ἔτσι τὸν Θεόν, ἀσχέτως ἂν δυσκολότατα θὰ ἀποφεύγουν τὴν ψευδορκία ἢ τὴν ἐπιορκία, ὁπότε θὰ ντροπιάζουν τὸν Θεό! Ἀλλὰ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ποῦ στέκουν τὰ «ἐπιχειρήματα» τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ ὅρκου;
Καὶ δὲν ὑφίσταται, ἄραγε, ἡ ἐπιορκία (ἀφοῦ παραδέχεσαι ὅτι γι’ αὐτὸ κατήργησε τὸν ὅρκο ὁ Κύριος, γιὰ νὰ σταματήσει τὴν ἐπιορκία), ὅταν ὁρκίζονται οἱ ἄνθρωποι μόνο στὶς μιά-δυὸ ἐξαιρετικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τους; Ἢ μήπως σέρνουν σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη κοινωνικὴ καὶ ὑπαλληλική τους ζωὴ τὸ ἁμάρτημα τῆς ἐπιορκίας, ἀφοῦ θὰ ὑπάρξουν πάμπολλες περιπτώσεις παραβάσεως τοῦ ὅρκου ποὺ ἔδωσαν; Καὶ μήπως, πάτερ, ἐκεῖνος μὲν ποὺ καθημερινῶς ὁρκίζεται, κάνει μιὰ μόνο ἁμαρτία ‒ἐκείνη τοῦ ὅρκου‒ καὶ πιθανὸν νὰ ὁρκίζεται τὴν ἀλήθεια (ἄρα νὰ μὴν ψευδορκεῖ, -οὔτε ἐπιορκεῖ), ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ὁρκίζεται ὡς ὑπάλληλος ἢ ὡς Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργός, ἁμαρτάνει διπλὰ ἐπὶ ἔτη πολλά, καὶ α) ἐπειδὴ ὁρκίστηκε, καὶ β) ἐπειδὴ πλεῖστες ὅσες φορές, ἀκόμα καὶ καθημερινὰ θὰ παραβεῖ τὸν ὅρκο του, δηλαδὴ θὰ εἶναι ἐπίορκος; Καὶ ἔτσι, στὰ ὑπόλοιπα χρόνια, αὐτὸν τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἔδωσε Ἐντολὴ νὰ μὴ ὁρκιζόμαστε, μὲ τὴν σίγουρη ἐπιορκία μας ‒ἰδίως οἱ πολιτικοί, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ πτυχιοῦχοι‒ τὸν προσβάλλουμε καθημερινῶς, τὸν εἰρωνευόμαστε καὶ τὸν ἐξευτελίζουμε, ἀποδεικνύοντας ὅτι δὲν τὸν ὑπολογίζουμε, ὅτι παίξαμε θέατρο γιὰ νὰ πάρουμε μιὰ ὑπαλληλικὴ θέση, ἀφοῦ σχεδὸν κανεὶς δὲν κατορθώνει νὰ τηρήσει ἀπόλυτα τὸν ὅρκο του, ἀσεβώντας ἔτσι στὸν Θεό!
Γράφει ὁ Μ. Φώτιος: «Ὁ γὰρ πάντα πρὸς σωτηρίαν ἡμῶν καὶ πράττων καὶ παραινῶν Χριστὸς ὁ Θεός, τὸν ὅρκον ὡς ὄντα τῆς ἐπιορκίας πύλην τῆς ἀνθρωπίνης ἀποκλείων πολιτείας φησὶν “ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μὴ ὀμόσαι ὅλως”» (Μ. Φωτίου, Διήγησις περὶ τῆς τῶν Μανιχαίων ἀναβλαστήσεως, Λόγος Β΄, PG102, 105Α).
Καὶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Δεύτερον, καὶ τοῦ λαμβάνοντος τὸν ὅρκον τὸ αὐτὸ ἔγκλημα, εἰ ὑπὲρ συναλλαγμάτων διαφερόμενος, (σ.σ. καὶ θέσεων ὑπαλληλικῶν) τὸν Θεὸν ἕλκοι πρὸς τὴν ἐγγύην, καὶ λέγοι μὴ ἀφίστασθαι, εἰ μὴ ἐκεῖνον λάβοι. Ὢ τῆς ὑπερβαλλούσης ἀναισθησίας, ὢ τῆς ὕβρεως! σκώληξ καὶ γῆ καὶ σποδὸς τυγχάνων καὶ καπνός, τὸν Δεσπότην σου ἕλκεις εἰς ἐγγύην, κἀκεῖνον ἀναγκάζεις λαβεῖν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ὁμιλία Θ΄).
Νά, τί λέγει καὶ ὁ π. Δανιήλ Ἀεράκης:
«Δέν μπορεῖ ἄνθρωπος γιά ἀνθρώπινες ὑποθέσεις, γιά ἀνθρώπινες ὑποχρεώσεις, γιά ἀνθρώπινα συμφέροντα, γιά ἀνθρώπινες ὑποψίες, νά ἐπικαλῆται ὡς μάρτυρα τόν Θεό! Ποτέ ὁ τέλειος Θεός δέν εἶναι δυνατόν (καί μάλιστα ἐκ τῶν προτέρων) νά βεβαιώνη ἀνθρώπινα πράγματα, πού ὁπωσδήποτε ἔχουν τή σφραγῖδα τῆς ἀτελείας.
Ὁ Τέλειος θά βεβαιώνη ἀτέλειες ἀνθρώπινες; Αὐτό εἶναι ἀδιανόητο. Καί ἑπομένως ὅποιος ὁρκίζεται στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀκούσια τίς περισσότερες φορές, κατεβάζει τόν Θεό στά μέτρα του καί στά... μοῦτρα του!» (Δανιήλ Ἀεράκη, ἀρχιμ., Ποῦ βρέθηκε τόση ἀθεΐα;).
Τὴν παραπάνω θέση τοῦ Φθιώτιδος ὁ π. Θεόδωρος, προσπαθεῖ νὰ τὴν στηρίξει στὸν ἀπ. Παῦλο καὶ γράφει: «Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀβάσιμο. Ὑπάρχει, ὅπως σᾶς εἶπα, στὴν Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅπου λέγονται τὰ ἑξῆς: “Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ' οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ' ἑαυτοῦ”. Καὶ στὴν συνέχεια λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι”. Δηλαδὴ τὸ νὰ κάνεις ἕνα θρησκευτικὸ ὅρκο στὸν Θεό, ἀναγνωρίζεις πὼς ὁ Θεὸς εἶναι τὸ μεγαλύτερο, τὸ ὑψηλότερο πρᾶγμα».
Ὡραῖα ἑρμηνεία! Πρῶτον, αὐτὸς «ὅρκος» τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀβραάμ, ποὺ ἀναφέρει Παῦλος, παρουσιάζεται ὡς γεγονὸς ποὺ συνέβη στὴν Π. Διαθήκη, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἀπαγόρευση τοῦ ὅρκου καί, ἄρα, δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ ὡς πρότυπο πρὸς μίμηση μετὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἐπιτρεπόταν ὅρκος καὶ δὲν ὑπῆρχε πρόβλημα νὰ ἀποδίδουν οἱ συγγραφεῖς της μιὰ ἀνθρώπινη κατάσταση στὸ Θεό. Πρόκειται δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀνθρωποπαθῆ ἔκφραση ποὺ ἀποδίδεται στὸ Θεό, ὅπως τοῦτο γίνεται καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, ὅταν π.χ. Γραφὴ λέει ὅτι Θεὸς περπατᾶ, θυμώνει κ.λπ. Καὶ δεύτερον οἱ Πατέρες λέγουν (ὅπως φαίνεται στὰ κείμενά τους που δημοσιεύουμε) ὅτι ὅρκος τοῦ Θεοῦ οὐσιαστικὰ δὲν εἶναι ὅρκος, διότι δὲν ὁρκίζεται σὲ κάποιον ἀνώτερό Του, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνώτερος τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ πραγματικὸς ὅρκος, ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξη κάποιου ἀνωτέρου.
Τὸ «σὺ εἶπας» τοῦ Κυρίου, ἀκόμα κι ἂν τὸ θεωρήσουμε ὡς ὅρκο, δὲν εἶναι οὐσιαστικὰ ὅρκος (ὅπως πάλι ἀναφέραμε), ἀφοῦ ὅρκος δίδεται σὲ ἀνώτερο καὶ γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν ὑπάρχει ἀνώτερός Του, ἀλλὰ «ὀμνύει καθἑαυτοῦ». «Ὥσπερ γὰρ Πατὴρ ὤμοσεν, οὕτω καὶ Υἱὸς ὀμνύει καθ' ἑαυτοῦ, λέγων, Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν. Ἐνταῦθα αὐτοὺς ἀναμιμνήσκει ἐκείνων τῶν ὅρκων τῶν τοῦ Χριστοῦ, ὧν συνεχῶς ἔλεγεν, Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, πιστεύων εἰς ἐμέ, οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνείας Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολήν, ἐκτεθεῖσα ἀπὸ σημείων μετὰ τὴν κοίμησιν αὐτοῦ, παρὰ Κωνσταντίνου πρεσβυτέρου Ἀντιοχείας»).
Στὴν συνέχεια ἐπικαλεῖται ὁ π. Θ.Ζ. πανεπιστημιακοὺς δασκάλους, ὅπως τὸν ἀείμνηστο Τρεμπέλα, τοὺς ὁποίους θέτει οὐσιαστικὰ πιὸ πάνω ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο! Εἶπε ὁ π. Θεόδωρος:
Γράφει ὁ Τρεμπέλας ὅτι «ὡρισμένοι ἑρμηνευταὶ» ὅπως ὁ ἱ. Χρυσόστομος, δέχονται τὴν «ἀπόλυτη ἄρνηση» τοῦ ὅρκου, θεωρήσαντες «ὅτι διὰ τῆς Ἐντολῆς του ταύτης ὁ Κύριος, ἀπαγορεύει πάντα ὅρκον εἰς τοὺς Χριστιανούς. Καὶ θέτει τώρα τὸ πρόβλημα σωστά ὁ καθηγητὴς Τρεμπέλας Καὶ συμπληρώνει (ὁ Τρεμπέλας): “ἀλλ’ ὁ Παῦλος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐθεώρησε τοὺς ὅρκους ὡς ἁμαρτίαν”»(!). Διότι, ἐφ’ ὅσον βρισκόμαστε στὸν σύγχρονο κόσμο ποὺ «τὸ ψεῦδος ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται τόσο συχνά, καθίσταται ἐνίοτε ἀναγκαία ἡ χρῆσις τοῦ ὅρκου, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐπιτρέπεται αὕτη».
Ἄρα, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ π. Θ.Ζ., οἱ Ἅγιοι ἔκαναν λάθος, ἐνῶ ὁ Τρεμπέλας (καὶ αὐτὸς μαζί του) ἀνακάλυψαν μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνες τὸ σωστό! Ὅμως, ὁ π. Κύριλλος Κωστόπουλος γράφει, πὼς τέτοιες θέσεις ἀπηχοῦν Προτεσταντικὲς ἀπόψεις:
«Πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ὑπάρχουν μελετητές (Φαρμακίδης, Τρεμπέλας, Ἀνδροῦτσος, Δημητρόπουλος), οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν στὴν ἄποψη προτεσταντῶν θεολόγων ὅτι ἡ ἀπαγόρευση τοῦ ὅρκου στὴν Καινὴ Διαθήκη δὲν εἶναι ἀπόλυτη. Τολμοῦν νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι οἱ ἀπαντητικοὶ λόγοι τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου “σὺ εἶπας” (Ματθ. 26, 64), ὅταν ἀνεκρίνετο ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα, ἐπέχουν θέση ὅρκου, σύμφωνα μὲ τὰ κρατοῦντα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Σαφῶς ἡ ἀπάντηση αὐτὴ τοῦ Κυρίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκληφθῆ ὡς ὅρκος». Κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο «...ὁ Χριστὸς εἶπε “σὺ εἶπας”· ἀντὶ τοῦ τὸ σὸν ὡμολόγησε στόμα λοιπόν» (Ὑπόμνημα εἰς τὸν Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, PG 72, 460A-B). Τὸ “σὺ εἶπας” τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ κεκαλυμμένη κατάφαση στὸ ἐρώτημα ἂν εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διότι στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶχε δώσει ἀπάντηση ὁ Θεάνθρωπος Κύριος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τριετοῦς δημοσίου διδασκαλίας Του... Ἐξάλλου τὸ ἴδιο εἶχε μόλις ἀπαντήσει καὶ στὴν ἐρώτηση τοῦ Ἰούδα..., μὴ θέλοτας νὰ δώσει ξεκάθαρη ἀπάντηση, ἀλλὰ ταυτόχρονα χωρὶς νὰ ἀποκρύψη μία πασιφανῆ ἀλήθεια» (Κωστοπούλου Κυρίλου, ἀρχιμ., Ὁ Ὅρκος κατὰ τοὺς Ἱ. Κανόνες καὶ τὴν Ἁγιοπατερικὴ Παράδοση, σελ. 25-26, ὑποσ. 61).
Δηλαδή, π. Θεόδωρε ‒γιὰ νὰ καταλάβουμε‒ ἐνῶ ξεκινήσατε νὰ μᾶς πεῖτε ὅτι ΜΟΝΟ μιά-δυὸ φορὲς στὴ ζωή μας καὶ σὲ «θέματα ζωῆς» μποροῦμε νὰ ὁρκιστοῦμε χωρὶς νὰ ἁμαρτάνουμε, καταντήσατε νὰ ὑποστηρίξετε ‒γιὰ νὰ στηρίξετε τὴν ἀστήρικτη αὐτὴ θέση σας‒ τὴν ἀπαράδεκτη θέση ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν θεωρεῖ τὸν ὅρκον ὡς ἁμαρτία, ἐναντιούμενος (ὁ Παῦλος) στὸν Χριστὸ καὶ πάντες τοὺς Ἁγίους ποὺ τὸν θεωροῦν ἁμαρτία;
Κύριος, λοιπόν, π. Θεόδωρε, δὲν γνώριζε ὅτι βρισκόμαστε σὲ ἕνα τέτοιο κόσμο, στὸν ὁποῖον «καθίσταται ἐνίοτε ἀναγκαία χρῆσις τοῦ ὅρκου», ὥστε νὰ μὴν νομοθετήσει μὲ ἀπόλυτο τρόπο τὴν ἀπαγόρευσή του; Κύριος μᾶς δημιούργησε πρόβλημα με τὴν ἀπόλυτη ἀπαγόρευση; Κι ἔρχεται Τρεμπέλας, οἱ συνάδελφοί σας Ἀκαδημαϊκοὶ δάσκαλοι κι ἐσεῖς, νὰ τὸν διορθώσετε ἀποφαινόμενοι ὅτι καθίσταται «ἐνίοτε ἀναγκαία χρῆσις τοῦ ὅρκου»;!!! Θυμίζουμε ὅτι ἐσεῖς εἴπατε σὲ ἄλλο σημεῖο, ὅτι Κύριος ἀπαγόρευσε τὸν ὅρκο, ἐπειδ γινόταν κατάχρηση· ἐπιορκία! Τώρα, θὰ ἐπιτρέψουμε τὴν ὁρκομωσία, πάλι γιὰ τὸν ἴδιο λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο τὸν κατήργησε Κύριος; Ἐπειδὴ γίνεται μιὰ ἄλλη κατάχρηση· ἐπειδή, δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐφαρμόζουν τὸ «ναί, ναὶ καὶ τὸ οὔ, οὔ»;
Γιὰ τὸ ἂν εἶναι ἁμαρτία ὅρκος ἔχουμε τὴν μαρτυρία τῶν Ἁγίων. Ἐνδεικτικά: ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος λέγει: «Δεινὸν ὅρκος καὶ πάντων ἁμαρτημάτων χαλεπώτερον». « ὀμνύς, ἄν τε τοῦτο ἄν τε ἐκεῖνο , ὁμοίως καταδικάζεται». « ὅρκος καὶ παραβαινόμενος καὶ φυλαττόμενος κολάζει τοὺς ἁλισκομένους». «Σὺ δὲ τὸν νόμον τὸν κωλύοντα ὀμνύναι, τοῦτον ὅρκον ποιεῖς; τῆς ὕβρεως! τῆς παροινίας!».
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «Ὅρκος ἡμῖν ἐστί ἡ τοῦ ἐπερωτήσαντος καὶ πεισθέντος πληροφορία». Ισχυρίζεται δε ότι δεν πρέπει κανείς να χρησιμοποιή προφάσεις για να ορκισθή, αλλά εάν απατήθηκε και ορκίσθηκε να χύνη δάκρυα μπροστά στον Θεό» (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος).
Ὁ ἅγιος Θεοδώρος ὁ Στουδίτης: «ὁ γὰρ ὀμνύων οὐ σωθήσεται, κἂν δοκῇ πᾶσαν ἐντολὴν ποιεῖν». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «Φεύξῃ τὸν ὅρκον τελείως». Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέγει: στην Παλαιά Διαθήκη «οὐκ ἦν πονηρόν τότε τὸ ὀμνύειν», ἀλλὰ «μετὰ Χριστὸν ἐστὶ πονηρόν». Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τέλος λέγει: «Οὐ μόνοι δὲ οἱ κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν Ἑλλήνων γινόμενοι ὅρκοι εἶναι ἐμποδισμένοι ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ κάθε ἁπλὸς ὅρκος» (Ἑρμηνεία τοῦ ΨΔ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης).
Νικηφορος Θεοτόκης τοποθετεῖ τὸ θέμα ὡς ἑξῆς:
Τὸ «μὴ ὀμόσαι ὅλως» ἔχει λεχθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο στὴν «Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία» καὶ ὅποιος τὸν παραβαίνει, ἁμαρτάνει τὸ ἴδιο, ὅπως ὅταν παραβαίνει τὶς ἄλλες Ἐντολὲς ποὺ ἐκεῖ παρέδωσε ὁ Κύριος, δηλ. τὸ νὰ μὴ «ὀργίζεται» καὶ τὸ νὰ μὴ «βλέπη γυνακα πρς τ πιθυμσαι ατς». Ἡ ἐφαρμογὴ ὅλων τῶν Ἐντολῶν εἶναι ἡ τελειότητης. Ἐπειδὴ ὅμως, λέγει ὁ Θεοτόκης, μᾶς ἀναγκάζει ἡ ἐξουσία καὶ «οἱ βασιλικοὶ Νόμοι», καὶ ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε τέλειοι, καὶ στὴν προσπάθειά του νὰ οἰκονομήσει τὰ πράγματα ὁ Θεοτόκης, λέγει πώς, ἂν καὶ οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀπόλυτοι, ὅπως καὶ ὁ Κύριος, στὴν ἀπαγόρευση τοῦ ὅρκου, ὅποιος δὲν ἀντέχει τὸ τέλειο, ἁμαρτάνει μὲν λόγῳ τῆς ἀδυναμίας του, ἀλλὰ δὲν κολάζεται. Καὶ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νὰ ἁμαρτήσεις, καὶ ἄλλο νὰ καταργήσεις μιὰ Ἐντολή, γιὰ νὰ μὴν ...ἁμαρτήσεις! (ὅπ. παρ.)
Ἐπειδή, τώρα, ὁ Θεοτόκης καὶ ἄλλοι εἰσάγουν μιὰ οἰκονομία, ποὺ δυστυχῶς γίνεται στὴν συνέχεια Ἀκρίβεια, καὶ Νόμος, καὶ κατάργηση τῆς Θ. Ἐντολῆς, παραπέμπουμε (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) καὶ στὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος ἐλέγχει τέτοιες οἰκονομίες: «Ἂς ἐντραποῦν τόσον ὁ Βαλσαμῶν, ὅσον καὶ οἱ ἀκόλουθοι, λέγοντες ὅτι εἶναι νόμιμον πρᾶγμα τὸ νὰ γίνωνται ὅρκοι καλοὶ καὶ ἀληθεῖς, ἕνα μέν, διότι καὶ οἱ Βασιλικοὶ νόμοι συγχωροῦσι τοὺς ὅρκους… Πρὸς μὲν οὖν τὸ πρῶτον ἀποκρινόμεθα ἐκεῖνα ὅπου εἰς διάφορα μέρη προείπομεν. Ὅτι δηλ. οἱ Βασιλεῖς δὲν ἐκθέτουσι πολλάκις πρὸς τὸ συμφέρον τοὺς νόμους, κατὰ τὸν Χρυσόστομον, καὶ ὅτι, κατ’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους Βασιλεῖς, πρέπει νὰ ἀκυρώνωνται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ νόμοι, ὅπου ἐναντιώνονται εἰς τοὺς θείους Κανόνας, καὶ μάλιστα εἰς τὰς θείας Γραφὰς καὶ τὰ Εὐαγγέλια…».
Ὁ ἅγιος Ἰωάνης ὁ Χρυσόστομος καθιστᾶ σαφές, ὅτι δὲν μποροῦμε ἄλλες Ἐντολὲς νὰ θεωροῦμε ὅτι ἰσχύουν ἀπόλυτα καὶ ἄλλες ‒οἱ ὁποῖες ἐλέχθησαν μάλιστα στὴν ἴδια συνάφεια‒ νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἔχουν μερικὴ ἰσχύ, καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἰσχύουν, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις δὲν ἰσχύουν, ἐπειδὴ μᾶς τὶς ἐπιβάλλει τὸ κράτος!
«Ὥσπερ οὖν ἐστιν ἐντολή, μὴ φονεύσῃς, μὴ ἀδικήσῃς· οὕτω καὶ τό, μὴ ὀμόσῃς» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΙΗ΄ Ψαλμόν).
Ἂν ἀκολουθήσουμε μιὰ τέτοια λογική, θὰ πρέπει  νὰ ποῦμε π.χ., ὅτι κάθε ἀδικία εἰς τὸν πλησίον ἀπαγορεύεται, ἐνῶ ἡ ἀδικία ποὺ μᾶς ἐπιβάλλει τὸ κράτος ἐπιτρέπεται!
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται:
«Τοῦ γὰρ νόμον τὰ τέλη τῶν ἁμαρτημάτων κωλύοντος, ἡμεῖς καὶ τὰς αἰτίας, ὡς πράξεις σχεδόν, ἐγκαλούμεθα. Οὐ μοιχεύσεις, φησὶν ὁ νόμος· σὺ δέ, οὐδὲ ἐπιθυμήσεις, ἐκ περιέργου θέας καὶ φιλοπόνου φλέγων τὸ πάθος. Οὐ φονεύσεις, ἐκεῖνος· σὺ δέ, οὐδὲ ἀντιπλήξεις, ἀλλὰ καὶ σεαυτὸν ἐμπαρέξεις τῷ παίοντι. Ὅσον ταῦτα ἐκείνων φιλοσοφώτερα! Οὐκ ἐπιορκήσεις, ἐκεῖνος· σὺ δέ, οὐδὲ ὁμῇ τὴν ἀρχήν, οὐ μικρόν, οὐ μεῖζον, ὡς τοῦ ὅρκου τὴν ἐπιορκίαν τίκτοντος» (Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα Λόγος ΜΕ΄).
Καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος: «Τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον μὲ στερεὰν ἀπόφασιν, ὄχι μόνον εἰς τοῦ Θεοῦ τὸ ὄνομα δὲν συγχωρεῖ νὰ ὀμόσῃ τινάς, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἰδίαν του κεφαλήν, προστάζων ὅτι, ἂν δὲν περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη μας περισσότερον ἀπὸ τὴν τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, καὶ ἁπλῶς τὴν τοῦ Νόμου, δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
Στὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἐπίσης, διαβάζουμε γιὰ τὸ θέμα μιὰ περίφημη ἀνάλυση. Ὁ Χριστός, γράφει, ἦλθε γιὰ νὰ συμπληρώσει τὸν Νόμο. Καὶ μᾶς συμβουλεύει νὰ μὴ ὀργιζόμαστε, ὥστε ξεριζώνοντας ἀπὸ μέσα μας τὴν ὀργή, μαζί της νὰ ἐξαλείφεται καὶ ὁ φόνος· καὶ σβήνοντας ἀπὸ μέσα μας τὴν κακὴ ἐπιθυμία, μαζί της νὰ ἀποβάλλουμε καὶ τὴν μοιχεία. Κατὰ τὸν ἴδιο δὲ τρόπο, βγάζει ἀπὸ τὴν ζωή μας καὶ τὴν κατάρα ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐπιορκία, γιατὶ μὲ τὸ νὰ ἀπαγορεύσει τὸν ὅρκο, ἔδεσε, ἐξουδετέρωσε τὸ «δρέπανο» τῆς ἐπιορκίας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει πλέον παράβαση τοῦ ὅρκου, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀπαγορευθεῖ πλήρως ὁ ὅρκος. Καὶ καταλήγει ὁ Ἅγιος λέγων: Κάθε τι, πέρα ἀπὸ τὸ ναί καὶ τὸ οὔ, εἶναι ἐκ τοῦ διαβόλου. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, κάθε τι ποὺ εἶναι ἐκ τοῦ διαβόλου, νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὁ Χριστιανός;» (Τὸ κείμενο στὸ Γ΄ μέρος τοῦ παρόντος).
Ἡ ἐπίμονα ἀρνητικὲς θέσεις τῶν Πατέρων κατὰ τοῦ ὅρκου, δὲν νομίζετε, π. Θεόδωρε, πὼς καταδεικνύουν τὴν μεγάλη σωτηριολογικὴ σημασία ποὺ ἐνέχει τὸ θέμα, καὶ ἄρα ἡ δική σας ἀμνήστευσή του, στὶς εἰδικὲς ἔστω αὐτὲς περιπτώσεις, παραβλέπει αὐτὴ τὴ σημασία;
Πρὸς ἐπίρρωση τῆς θέσεώς του ὁ π. Θ.Ζ. ἐπιστρατεύει καὶ τὴν θέση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου: «Ὑπάρχει μάλιστα μιὰ θέση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἡ ὁποία νομίζω πὼς οὐσιαστικῶς εἶναι ἡ καλύτερη καὶ ἡ πιὸ συνετὴ ἀπ’ ὅλες τὶς γνῶμες. Ἀπὸ βιβλία καθηγητῶν δὲν βγάζεις ἄκρη...».
Γιατί, ἄραγε, παραβλέπει τὶς δεκάδες θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ μένει μόνο σὲ ἕνα Ἅγιο, τὸν ἅγιο Νεκτάριο; Μήπως, στὴν ἐποχὴ τῶν ἄλλων Ἁγίων δὲν ὑπῆρχε τὸ θέμα τοῦ ὅρκου; Μήπως καὶ στὸ Βυζάντιο δὲν ἔχουμε ἀντιδράσεις καὶ ἔκδοση «Νεαρῶν» γιὰ τὴν ἀπάλειψή του; Μήπως κάποιος Ἅγιος (ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς) λανθασμένα δίδασκε ὅτι ὁ ὁποιοσδήποτε ὅρκος εἶναι ἁμαρτία; Δὲν θὰ ἔκανε ὁ Ἅγιος τότε, ἂν χρειαζόταν τὴν διάκριση καὶ τὸν διαχωρισμὸ μεταξὺ καθημερινῶν καὶ ἐπισήμων ὅρκων;
Ἐπαναλαμβάνω ἕνα τμῆμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ π. Θεοδώρου, γιὰ νὰ παρουσιάσω στὴ συνέχεια σχετικὲς θέσεις τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὸν ὅρκο, ὄχι μόνο γιὰ θέματα στὶς μεταξύ μας σχέσεις, ἀλλὰ καὶ γιὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ κρατικοὺς φορεῖς. Γράφει στὸ προμνημονευθὲν σημεῖο ὁ π. Θεόδωρος:
«ὁ θρησκευτικὸς ὅρκος καὶ δὲν δημιουργοῦσε πρόβλημα συνειδήσεως σὲ κανέναν, διότι ἦταν κάτι ἐξαιρετικό» καί, ἀφοῦ ἡ πολιτεία μπορεῖ νὰ «μᾶς ἀπαιτήσει μιὰ δυὸ φορὲς στὴ ζωή μας, σὲ σταθμοὺς ζωῆς, νὰ ὁρκιστοῦμε, ἐκεῖ», δηλαδὴ σ’ αὐτὲς τὶς μιά-δυὸ περιπτώσεις, ἀποφαίνεται ὅτι «δὲν ὑπάρχει θέμα ἁμαρτίας καὶ θέμα συνειδήσεως»!
Ὁ Μ. Βασίλειος, ὅμως, σὲ σχετικὴ ἐπιστολή (ὅπως μᾶς ἐνημερώνει ὁ π. Κ. Κωστόπουλος) «τὴν ὁποίαν ἀπέστειλε τὸ 372 στὸν προϊστάμενο τῆς φορολογικῆς ὑπηρεσίας τῆς Καππαδοκίας, κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ἐπισημαίνοντας ὅτι ὁ ὅρκος προξενεῖ τὸν πνευματικὸ θάνατο στὶς ψυχές. Λέγει χαρακτηριστικά: «Ἐπειδὰν γὰρ καταμελετήσωσι τὰς ἐπιορκίας οἱ ἄνθρωποι, οὐκέτι ἑαυτοὺς ἐπείγουσι πρὸς τὴν ἔκτισιν, ἀλλὰ ἀπάτης ὅπλον καὶ ἀναβολῆς ἀφορμὴν ἐξευρῆσθαι αὐτοῖς τὸν ὅρκον οἴονται... Οὐ παυόμεθα κατὰ πᾶσαν σύνοδον διαμαρτυρόμενοι καὶ ἰδίᾳ ἐν ταῖς συντυχίαις περὶ τῶν αὐτῶν διαλεγόμενοι ὥστε τοὺς ὅρκους ἐπὶ τοῖς δημοσίοις τελέσμασι μὴ ἐπάγεσθαι παρὰ τῶν ἀπαιτητῶν τοῖς ἀγροίκοις. Λειπόμενον ἦν καὶ διὰ τοῦ γράμματος περὶ τῶν αὐτῶν ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων διαμαρτύρασθαι ὅτι ...προσήκει παύσασθαι ἡμᾶς τὸν θάνατον ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀνθρώπων ἐπάγοντας, καὶ ἄλλους ἐπινοῆσαί τινας τρόπους τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς δὲ ψυχὰς συγχωρῆσαι τοῖς ἀνθρώποις ἀτρώτους ἔχειν» (Τὸ ἐνδιάμεσο κείμενο παραλείπεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα, π. Κύριλλο). Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ σκοπὸ ἔχει τὴν παύση τῆς ἐπιβολῆς ὅρκου στοὺς ἀγρότες, σχετικὰ μὲ τὴν φορολογία τῶν προϊόντων τους» (Κωστοπούλου Κυρίλου, ἀρχιμ., Ὁ Ὅρκος κατὰ τοὺς Ἱ. Κανόνες καὶ τὴν Ἁγιοπατερικὴ Παράδοση, σελ. 38-39). Ἐπίσης ὁ ἴδιος πατὴρ «στὴν ὁμιλία του Πρὸς τοὺς νέους, ἀναφέρει ὡς παράδειγμα ἀποφυγῆς τοῦ ὅρκου τὸν Κλεινία, ὁ ὁποῖος προτίμησε νὰ ζημιωθῆ ὁλόκληρη περιουσία παρὰ νὰ ὁρκοδοτήση»  (ὅπ. παρ., σελ. 40).
Παραθέτουμε τὰ κύρια ἀποσπάσματα (ἀπομαγνητοφωνημένα) τῆς ὁμιλίας τοῦ π. Θεοδώρου καὶ στὴ συνέχεια πληθώρα κειμένων ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν Ἁγίων. Κάποιος θεολόγος ποὺ ἔχει χρόνο, θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ συστηματοποιήσει καὶ νὰ ἀναζητήσει καὶ ἄλλα, γιὰ μιὰ πλήρη παρουσίαση τῶν θέσεων τῶν Ἁγίων Πατέρων.


Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΚΟΣ
πὸ ὁμιλία π. Θεοδώρου Ζήση

Τὸ θέμα τοῦ ὅρκου χρειάζεται πολὺ προσοχὴ στὴν ἀντιμετώπισή του, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν νὰ μιλήσουν γιὰ τὸ θέμα, πρέπει νὰ ἔχουν μελετήσει τὸ θέμα καὶ νὰ μὴ λένε ὅ,τι τοὺς καπνίσει, κι ὅ,τι προχείρως τοὺς ἔρχεται, καὶ νὰ εἶναι προσεκτικοί, ὅταν θὰ ποῦν μιὰ γνώμη.
Τὸ θέμα αὐτὸ προέκυψε μετὰ ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, ἐνῶ καὶ ἐνωρίτερα, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος, δὲν ὑπῆρχε καμία ἀμφισβήτηση καὶ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ὅρκου. Ἀκόμα καὶ στὰ Συντάγματα τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων ὑπάρχει ὅρκος. Καὶ οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ Εἰκοσιένα, πρὶν γίνει κράτος, ὁρκίζονταν. Ἔχω φέρει ἐδῶ ἕνα βιβλίο, γεμᾶτο ἀπὸ κείμενα μὲ ὅρκους τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ 1821...
Γιὰ τὸν ὅρκο ὑπάρχουν πολλὲς μελέτες καὶ στοὺς θεολόγους καθηγητὲς στὶς θεολογικὲς σχολὲς ὑπάρχει διχογνωμία...
Καθιερώθηκε, λοιπόν, ὁ θρησκευτικὸς ὅρκος καὶ δὲν δημιουργοῦσε πρόβλημα συνειδήσεως σὲ κανέναν, διότι ἦταν κάτι ἐξαιρετικό. Ἂς τὸ πῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι ἡ ἀπαγόρευση ἀπόλυτη ποὺ ὑπάρχει στὸ Εὐαγγέλιο, θὰ τὸ δοῦμε, κι αὐτὸ δημιουργεῖ τὸ πρόβλημα, τὸ «μὴ ὀμόσαι ὅλως»· αὐτὸ ὅπως καταλήγουν οἱ περισσότεροι ὀφείλεται στὶς μεταξύ μας σχέσεις, στὶς μεταξύ μας ὁρκομοσίες, ὄχι ὅταν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπαιτήσει μιὰ δυὸ φορὲς στὴ ζωή μας, σὲ σταθμοὺς ζωῆς, ὅταν μᾶς ζητάει ἡ πολιτεία νὰ ὁρκιστοῦμε, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει θέμα ἁμαρτίας καὶ θέμα συνειδήσεως.
Ἔτσι κατέληξαν οἱ περισσότεροι, ὅτι τὸ «μὴ ὀμόσαι ὅλως», ἔχει τὴν