Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

«Ου παύση διαστρέφων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας»;



«Ου παύση διαστρέφων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας»;
    
Ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος στριφογυρίζει ἐνοχικὰ γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς Ἀποτειχίσεως, ἐπανέρχεται πάλι καὶ πάλι για νὰ δικαιώσει ἑαυτὸν στὰ ὅσα ἀντι-αγιογραφικὰ καὶ ἀντιπατερικὰ ἔχει γράψει περὶ Διακοπῆς Μνημοσύνου καὶ Ἀποτειχίσεως. Κάθε καλοπροαίρετος ἄνθρωπος ἐπανέρχεται στὴν συζήτηση κάποιου θέματος, ὅταν ἔχει νὰ προσθέσει νέα στοιχεῖα καὶ ἐπιχειρήματα.
Ἀντίθετα, ὁ π. Παῦλος, ἐνῶ διοργάνωσε καὶ διηύθυνε μιὰ Ἡμερίδα-φιάσκο στὸν Πειραιᾶ  γιὰ τὴν Ἀποτείχιση (ἐδῶ), κατὰ τὴν ὁποία δι’ ἀνακριβῶν στοιχείων καὶ διαστροφῆς τῶν Πατερικῶν κειμένων κατεδάφισε ὅσο κῦρος τοῦ εἶχε ἀπομείνει καὶ γελοιοποίησε ἑαυτόν, τὸν Μητροπολίτη του καὶ τὸ Ἀντιαιρετικὸ Γραφεῖο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς (ἐδῶ,  ἐδῶ,   ἐδῶ    κι ἐδῶ), ἐπανέρχεται τώρα, μὲ  ἕνα πρόσφατο ἄρθρο του («ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ “ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΜΟΥ”») οὐδὲν οὐσιαστικὰ νέο στοιχεῖο ἢ ἐπιχείρημα ἔχων νὰ προσκομίσει στὴν συζήτηση.
Δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ὅλα ὅσα ξανα-λέει γιὰ νὰ ἀντικρούσει ἕνα ἄρθρο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασκεῖται κριτικὴ στὸ κείμενο τῶν «Πορισμάτων» τῆς Ἡμερίδος περὶ Ἀποτειχίσεως ποὺ πραγματοποίησε πέρυσι τὸ Γραφεῖο ποὺ διευθύνει ὁ π. Παῦλος. Ἀλλὰ θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς αὐταπόδεικτες καὶ χονδροειδέστατες διαστροφὲς τοῦ ἄρθρου τοῦ π. Παύλου, ἑνὸς ἱερωμένου ποὺ δὲν σέβεται οὔτε τὸ σχῆμα του, οὔτε τὸν ρόλο του, καὶ κυρίως τὴν Πίστη ποὺ «ὑποτίθεται» ὅτι ὑπηρετεῖ.
Γράφει: «Θὰ προσπαθήσουμε με την Χάρη του Θεού να αναφερθούμε… προς επιστηριγμό του πιστού λαού του Θεού»! Ἀλήθεια, πάτερ μου, αὐτὸ τὴ σύγχυση ποὺ σπέρνετε μὲ τὸ νέο σας ἄρθρο, αὐτὸ τὸ ἀλαλοὺμ καὶ ἀνακάτεμα τῆς ἀλήθειας μὲ τὸ ψέμα ποὺ παρουσιάζετε, μᾶς λέτε πὼς τὶς γράφετε «μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ»;
Γιὰ νὰ δοῦμε πόση διάκριση διαθέτει ὁ «ποιμὴν» π. Παῦλος Δημητρακόπουλος, πόση «Χάρη του Θεού» ἐκπέμπουν τὰ γραπτά του.
Ὁ π. Παῦλος στὰ «Πορίσματα» τῆς Ἡμερίδος (ποὺ μὲ τοὺς συνεργάτες του συνέταξε) α) διαστρέφει κατ’ ἀρχὰς τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας «ἀπαγορεύων» οὐσιαστικὰ στοὺς λαϊκούς, ἢ καλύτερα, θεωρώντας  ὅτι εἶναι ἀδύνατον οἱ λαϊκοὶ νὰ ἔχουν «διάκριση» καὶ «ἁγιότητα» καὶ δίνοντας τὸ μονοπώλιο αὐτὸ μόνο στοὺς Ποιμένες καὶ β) στὴν συνέχεια (τὸ ἐκπληκτικό) διαστρέφει καὶ τὴν δική του θέση (ποὺ εἶναι καὶ θέση τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς), ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ στὰ «Πορίσματα». Ἂς τὸ δοῦμε μιᾶς καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐξετάσουμε τὸ κείμενό του ποὺ μοιάζει μὲ τοὺς «χρησμοὺς τῆς Πυθίας».
α) Γράφει στὰ «Πορίσματα»:
3. Ο εν λόγω Ιερός Κανών, (και ακριβέστερα το δεύτερο μέρος, η παράγραφος του εν λόγω Κανόνος), επιτρέπει την διακοπή του μνημοσύνου, (αποτείχιση), του υφισταμένου κληρικού από τον προϊστάμενό του ακόμη και προ συνοδικής κρίσεως αυτού, μόνον υπό την προϋπόθεση, ότι κηρύσσει δημοσίως αίρεση «παρά των αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην». Η προϋπόθεση αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι μας υποχρεώνει να βαδίσουμε «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι» και να στηριχθούμε στην διάγνωση, που εκείνοι έκαμαν, με την δύναμη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ως προς την εν λόγω αίρεση, ακολουθούντες και όχι προπορευόμενοι των Αγίων Πατέρων και προαρπάζοντες την κρίση αυτών σχετικά με την αίρεση. Καί τούτο διότι δεν είναι αρμόδιο το κάθε μέλος της Εκκλησίας να επισημάνει και να διαγνώσει με ασφάλεια την αίρεση, διότι δεν έχει τις ανάλογες πνευματικές προϋποθέσεις. Με την παρά πάνω φράση: «παρά των αγίων Συνόδων η Πατέρων κατεγνωσμένην», οι συντάκτες του εν λόγω Ιερού Κανόνος, επιδιώκουν να τονίσουν επίσης τον σεβασμό προς τον συνοδικό θεσμό της Εκκλησίας, αλλά και την αυθεντία των αγίων Πατέρων.
 Ἐδῶ εἶναι σαφὲς ὅτι ἀποδέχεται πώς, κατὰ τὸν Ἱ. Κανόνα, προϋπόθεση τῆς Ἀποτειχίσεως ἱερωμένων εἶναι ἡ αἵρεση νὰ ἔχει καταδικασθεῖ «παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων» ποὺ ἀσφαλῶς ἔχουν προηγηθεῖ χρόνια ἢ καί… αἰῶνες! (Ὁ π. Παῦλος πάντα στοὺς κληρικοὺς ἀναφέρεται ὡς δυναμένους νὰ ἀποτειχιστοῦν, λησμονῶν ὅτι ὁ ΙΕ΄ Κανών, ὡς ἀναφερόμενος καὶ νομοθετῶν εἰδικὰ γιὰ ἀποσχίσεις ἱερωμένων ἐκ τῶν προϊσταμένων τους, δὲν ἐξαντλεῖ τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ ἀπομάκρυνση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας –λαϊκῶν καὶ κληρικῶν– ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς). Στὴ συνέχεια, ὅμως, κάνει ἕνα τραγικὸ λογικὸ σφάλμα (ἀσυνείδητο;) γράφοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ «προπορευόμεθα τῶν Ἁγίων προαρπάζοντες την κρίση αυτών σχετικά με την αίρεση»!
Ἀπὸ ποιούς Ἁγίους ἐννοεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προπορευόμεθα; Ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους; Ἀσφαλῶς ὄχι, γιατὶ αὐτοὶ προηγήθηκαν −ἀκόμα καὶ αἰῶνες, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἐφάρμοσαν καὶ διετύπωσαν τοὺς Ἱ. Κανόνες καὶ εἶναι ἀδύνατο «νὰ προπορευόμεθα προαρπάζοντες την κρίση αυτών», ἀφοῦ ἡ «κρίση» τους καὶ διδασκαλία τους ὡς πρὸς τὴν στάση μας άπέναντι στὴν κάθε αἵρεση εἶναι δεδομένη, γνωστὴ καὶ «προπορευόμενη»!!
Ἀπὸ τοὺς συγχρόνους; Ἀλλὰ ποιούς θεωρεῖ σύγχρονους; Τοὺς ἔχοντας ἤδη κοιμηθεῖ; Μὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προπορευόμαστε· τοὺς ἀκολουθοῦμε, ἐφ’ ὅσον βέβαια, ἀκολουθοῦν κι αὐτοὶ τοὺς προγενέστερους.
Ἄρα, ὅσα γράφει, ἀναφέρονται συνεσκιασμένα στοὺς σύγχρονους Πατέρες, τοὺς ἤδη ζῶντες (δηλαδὴ τοὺς Γέροντες, ἢ τοὺς Πνευματικούς, ἢ καὶ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ ἐνοριακοὺς ποιμένες).
Ἤδη, ὅμως, ἐγράφη ὅτι κι αὐτοί −ὅπως ὅλοι μας− εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθοῦν τοὺς προγενέστερους Ἁγίους, τὶς Συνόδους, τὴν Ἁγία Γραφή! Ἂν δηλαδή, οἱ σύγχρονοι «Ἅγιοι» ἔχουν διαφορετικὴ ἐκτίμηση τῶν πραγμάτων ἀπὸ τοὺς προγενέστερους, κρίνονται γιὰ τὶς ἐπιλογές τους. Ἐὰν δὲν …ἀκολουθοῦν τοὺς προγενέστερους, κάποιο λάθος, ὡς ἄνθρωποι, εἶναι δυνατὸν νἀ κάνουν, ἀφοῦ κι αὐτοί, τότε, «προπορευόνται τῶν Ἁγίων προαρπάζοντες την κρίση αυτών» καί, ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι ὑποχρεωμένα τὰ ἄλλα ἰσότιμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας (λαϊκοὶ καὶ κληρικοί) ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν σωτηρία τους νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν καὶ νὰ ἕπονται αὐτῶν τῶν ποιμένων ποὺ δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς Ἁγίους! Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, εἶναι φανερὸ θὰ λέγαμε, ὅτι ὀρθοδοξοῦν ὅσοι προπορεύονται τῶν συγχρόνων Ποιμένων αὐτῶν (στὴν Ἀποτείχιση), γιατὶ προπορευόμενοι τῶν συγχρόνων, ἕπονται τῶν Ἁγίων Πατέρων!
β) Καὶ ἐνῶ εἶναι φανερὸ τὸ παράλογο αὐτῆς τῆς θέσεως του, ποὺ περιέχει ἡ 3η παράγραφος τῶν «Πορισμάτων», (καὶ γι’ αὐτὸ ἐπισημάνθηκε καὶ ἀναιρέθηκε) προσπαθεῖ μὲ τὸ νέο ἄρθρο («ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ “ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΜΟΥ”») νὰ τὴν καλλωπίσει, παρερμηνεύοντάς την ὁ ἴδιος καὶ «κακοποιώντας την βάναυσα»! ….
Γράφει: «Η διατύπωση της εν λόγω παραγράφου είναι σαφέστατη και λυπούμεθα πολύ για την «βάναυση κακοποίησή της». Με την αναφορά μας σε «αγίους Πατέρες», παραπέμπουμε και εμείς σε εκείνους ακριβώς τους αγίους πατέρες στους οποίους παραπέμπουν και ο άγιοι Πατέρες-μέλη της ΑΒ΄ Συνόδου, που συνέταξαν τον εν λόγω Κανόνα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο… Εκείνο που θέλαμε ιδιαιτέρως να τονίσουμε στην παράγραφο αυτή, είναι η ανάγκη να ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες, (αυτό σημαίνει το «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι») και να μην προπορευόμεθα αυτών, διότι αυτοί, λόγω του θείου φωτισμού τον οποίον διαθέτουν, μπορούν να διακρίνουν με σαφήνεια και να ανατρέψουν με ακρίβεια τις αιρετικές διδασκαλίες. Αυτό άλλως τε ακριβώς το νόημα τονίζουν και οι συντάκτες του Κανόνος»!
Εἶναι φανερὸ ὅτι διαστρέφει τώρα τὴ δική του/τους θέση, ὅπως τὴν ἐκθέτει στὰ «Πορίσματα» καὶ τὴν ἀναλύσαμε ἀμέσως πρίν. Ἀρνεῖται, δηλαδή, ὅτι μὲ τὸ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι» θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ὁμοίους του συγχρόνους πατέρες. Καὶ ἐνῶ τὸ ἀρνεῖται, στὴν συνέχεια ἐπιβεβαιώνει ὅτι …δὲν τὸ ἀρνεῖται! [Ἀξίζει νὰ ἀσχολεῖται κανεὶς μὲ κείμενα τέτοιων παραλογισμῶν; Δυστυχῶς ναί, ἀφοῦ ἐκπορεύονται ἀπὸ «Ἀντιαιρετικὰ» Γραφεῖα Μητροπόλεων καὶ μάλιστα ἀντι-Οἰκουμενιστοῦ Μητροπολίτη!
Ὅλη ἡ ἀπάτη καὶ ἡ διαστροφὴ ἐμφανίζεται μετὰ τὴν φράση:
«Το ότι δεν είναι αρμόδιο το κάθε μέλος της Εκκλησίας να επισημάνει και να διαγνώσει με ασφάλεια την αίρεση, διότι δεν έχει τις ανάλογες πνευματικές προϋποθέσεις, δεν έχει δηλαδή το χάρισμα της διακρίσεως, φαίνεται σαφέστατα και από τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: «Ομοίως δε και πας άνθρωπος ο το διακρίνειν παρά Θεού ειληφώς, κολασθήσεται, απείρω ποιμένι εξακολουθήσας και ψευδή δόξαν ως αληθή δεξάμενος». Στο χωρίο αυτό ο Άγιος θεωρεί αξιοκατάκριτο τον άνθρωπο εκείνο, που ενώ έχει λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διακρίσεως, δεν απομακρύνεται από άπειρο ποιμένα και αποδέχεται τις ψευδείς διδασκαλίες του ως αληθείς. Τι γίνεται όμως με εκείνους που δεν έχουν αυτό το  χάρισμα της διακρίσεως, που αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία των πιστών μελών της Εκκλησίας, (καθ’ ότι, ιδιαίτερα στην εποχή μας, είναι σπάνιοι τέτοιοι χαρισματούχοι); Δικαιούνται όλοι αυτοί, (οι μη έχοντες το χάρισμα), να προπορεύονται των αγίων Πατέρων, να μην τους συμβουλεύονται, να μην τους λαμβάνουν υπ’ όψιν των  και με θρασύτητα και απερισκεψία να προαρπάζουν την κρίση αυτών σχετικά με την αίρεση; Όχι βέβαια.  Ο πρωταρχικός ρόλος των ποιμένων, επισκόπων και πρεσβυτέρων, στην επισήμανση και διάγνωση των αιρέσεων φαίνεται και από τον λόγο του Μεγάλου Αθανασίου: «Εάν ο επίσκοπος η ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας κακώς αναστρέφονται…».[2] Από την φράση αυτή φαίνεται ξεκάθαρα σε ποιά υψηλή θέση περιωπής τοποθετεί ο κορυφαίος αυτός πατέρας τους κληρικούς, τους οποίους θεωρεί ως «οφθαλμούς της Εκκλησίας».
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ τμῆμα μεταθέτει τὸ θέμα ἀπὸ τὴν ἰσχύουσα διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν διαχρονικὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων (τὸ γνωστὸ “consensus Patrum”) στοὺς συγχρόνους Γέροντες καὶ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι στὴν ἐποχή μας, κράτησαν ὁ καθένας διαφορετικὴ στάση, εἴτε γιὰ λόγους οἰκονομίας, ἢ ἐπειδὴ ἡ αἵρεση εἶχε διατυπωθεῖ συνεσκιασμένα, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἀκόμα γίνει ἀποδεκτὴ συνοδικά, ἢ διότι ὁ κάθε Γέροντας εἶχε διαφορετικὴ ἐκτίμηση τῶν πραγματικῶν δεδομένων, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια καὶ στάση ἀναμονῆς κ.λπ.
Διαστρέφει ἐπίσης καὶ τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ὁ ὁποῖος πράγματι ἀναφέρεται ΟΧΙ στοὺς ἀγνοοῦντας πιστούς, οὔτε στοὺς χαρισματούχους μὲ ἰδιαίτερα χαρίσματα Ἁγίους, ἀλλὰ στοὺς λαϊκοὺς καὶ κληρικούς, ποὺ ἔχουν τὸ στοιχειῶδες χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἐκεῖνοι θὰ κολασθοῦν, ἂν ἀκολουθήσουν τοὺς ψευδεπισκόπους, ἂν κοινωνοῦν μαζί τους κι ὄχι οἱ ἀγνοοῦντες. Τουτέστιν κατὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο, θὰ κολασθεῖ ὁ π. Παῦλος, ὁ π. Σεραφείμ, ὁ π. Γεώργιος, ὁ πατὴρ …., ἐφ’ ὅσον αὐτοί, ἐνῶ γνωρίζουν καὶ διδάσκουν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεση, ἀκολουθοῦν καὶ κοινωνοῦν μὲ «ἄπειρους» τῆς Ὀρθόδοξης βιοτῆς καὶ τοῦ Δόγματος ποιμένες, ὡς ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ὁ Σύρου Δωρόθεος, ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος, ὁ πατριάρχης Σερβίας Εἰρηναῖος κ.λπ.! Τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ, ὄχι μὲ τοὺς ἀγνοῦντας ἀκόμα καὶ τί εἶναι Οἰκουμενισμός (μὲ εὐθύνη τῶν ποιμένων τους), ἀλλὰ μὲ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ γνωρίζουν, ἀλλὰ τοὺς βολεύει νὰ ἀκολουθοῦν τοὺς ποιμένες τους, γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τὰ μυστήρια, παραβλέποντες ὅτι «κοινωνοῦντες» μὲ αὐτούς, δὲν παίρνουν χάρη, ἀλλὰ κρίμα ὡς ὁ Ἰούδας.
Ὅσοι ἀντίθετα, ἀκολουθοῦν τὴν βασιλικὴ ὁδό, τὴν διαχρονικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, δηλαδή, ὅσοι ἀκολουθοῦν τοὺς ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίους, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀρνοῦνται νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς συγχρόνους ποιμένες ποὺ «ἀντιπίπτουν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» καὶ ἀρνοῦνται νὰ ἀκολουθήσουν τὴν Πατερική μας Παράδοση, αὐτοί, δὲν «προπορεύονται», ἀλλ’ «ἕπονται τῶν Ἁγίων».
Ἄρα, εἶναι τώρα ὁλοφάνερο, πὼς ἡ ὅλη προσπάθειά του εἶναι νὰ κατηγορήσει ὅσους προχώρησαν στὴν ἀποτείχιση, πρὶν τὴν ἀποφασίσει ἡ ἀφεντιά του καὶ ἡ «Σύναξη» τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν:
«Εκείνο που θέλαμε ιδιαιτέρως να τονίσουμε στην παράγραφο αυτή (γράφει) είναι η ανάγκη  να  ακολουθούμε  τους αγίους Πατέρες, (αυτό σημαίνει το “επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι”) και να μην προπορευόμεθα αυτών, διότι αυτοί, λόγω του θείου φωτισμού τον οποίον διαθέτουν, μπορούν να διακρίνουν με σαφήνεια και να ανατρέψουν με ακρίβεια τις αιρετικές διδασκαλίες».
Ἐνῶ λοιπὸν στὸ θέμα τῆς Διακοπῆς τοῦ Μνημοσύνου διαστρέφει, κατακρεουργεῖ καὶ τέμνει ἄλλη ὁδὸ ἀπὸ αὐτὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων,  ταυτόχρονα δηλώνει (μὲ τὸ κύρος τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ὑπεύθυνου τοῦ «Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών»!) ὅτι ἀκολουθεῖ τοὺς Πατέρες!
Ξαναρωτᾶμε, λοιπόν: Ποιός ἀκολουθε τοὺς Ἁγίους Πατέρες, π. Παῦλε; Ἐκεῖνος ποὺ ἐφαρμόζει Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ΙΕ΄ τῆς ΑΒ Συνόδου (ὁ ὁποῖος λέγει νὰ ἀποτειχιζόμαστε ἀπὸ τοὺς μὴ καταδικασμένους ἀκόμα ἀπὸ Σύνοδο, ἀλλ’ αἱρετίζοντες «ὀρθόδοξους» ψευδεπισκόπους),
ἐσεῖς καὶ ὁ Ἐπίσκοπός σας, ποὺ διαστρέφετε τὸν Ἱ. Κανόνα, ἐπικοινωνεῖτε μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ψευδεπισκόπους καὶ τοὺς τιμᾶτε, καὶ περιμένετε νὰ γίνει Σύνοδος πρῶτα −ὑπὸ τὴν διεύθυνση αὐτῶν τῶν Οἰκουμενιστῶν αἱρετικῶν ἡγετῶν!− καὶ περιμένετε οἱ ἴδιοι νὰ …καταδικάσουν τὸν ἑαυτό τους καὶ μετὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖτε ἀπὸ αὐτούς;
β) Ποιός ἔχει διάκριση, π. Παῦλε, ἐκεῖνος ποὺ ἀφουγκράζεται καὶ μιμεῖται τὴν φωνὴ τῶν Ἁγίων (ὅπως τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς) ποὺ διδάσκει ὅτι ὑπάρχει στὴν ἐποχή μας -ἐδῶ καὶ δεκαετίες- ὄχι ἁπλῶς αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση καὶ ἄρα ἀπαιτεῖται ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ὁ ἴδιος δὲ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ἀπομακρύνθηκε −ὅσο ζοῦσε− ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σερβίας Γερμανό (ὅταν ἡ αἵρεση ἦταν ἀκόμα ἀμφισβητούμενη),
ἐσεῖς καὶ ὁ Ἐπίσκοπός σας, ποὺ μετὰ 50 χρόνια καὶ ἐνῶ ἡ αἵρεση ἐπεκτείνεται δραματικά,
i) διαστρέφετε τοὺς Ἁγίους καὶ συναναστρέφεστε  καὶ ἐπικοινωνεῖτε ἐκκλησιαστικά μὲ ἐκείνους ποὺ ἐσεῖς καταδικάσατε ὡς αἱρετικοὺς καὶ μετα-πατερικούς (ὅπως τὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος,) στὴν Ἡμερίδα τῆς Μητροπόλεώς σας περὶ τοῦ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
ii) ποὺ ἐκφωνήσατε ἀναθέματα κατὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν τὸ 2012 καὶ 2013 καὶ στὴ συνέχεια κοινωνεῖτε μὲ αὐτοὺς ποὺ καταγγείλατε καὶ ἀναθεματίσατε ὡς αἱρετικούς;*].
Καὶ συνεχίζει ὁ π. Παῦλος:
«Το ότι δεν είναι αρμόδιο το κάθε μέλος της Εκκλησίας να επισημάνει και να διαγνώσει με ασφάλεια την αίρεση, διότι δεν έχει τις ανάλογες πνευματικές προϋποθέσεις, δεν έχει δηλαδή το χάρισμα της διακρίσεως, φαίνεται σαφέστατα και από τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: “Ομοίως δε και πας άνθρωπος ο το διακρίνειν παρά Θεού ειληφώς, κολασθήσεται, απείρω ποιμένι εξακολουθήσας και ψευδή δόξαν ως αληθή δεξάμενος”. Στο χωρίο αυτό ο Άγιος θεωρεί αξιοκατάκριτο τον άνθρωπο εκείνο, που ενώ έχει λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διακρίσεως, δεν απομακρύνεται από άπειρο ποιμένα και αποδέχεται τις ψευδείς διδασκαλίες του ως αληθείς. Τι γίνεται όμως με εκείνους που δεν έχουν αυτό το  χάρισμα της διακρίσεως, που αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία των πιστών μελών της Εκκλησίας, (καθ’ ότι, ιδιαίτερα στην εποχή μας, είναι σπάνιοι τέτοιοι χαρισματούχοι); Δικαιούνται όλοι αυτοί, (οι μη έχοντες το χάρισμα), να προπορεύονται των αγίων Πατέρων, να μην τους συμβουλεύονται, να μην τους λαμβάνουν υπ’ όψιν των  και με θρασύτητα και απερισκεψία να προαρπάζουν την κρίση αυτών σχετικά με την αίρεση; Όχι βέβαια. Ο πρωταρχικός ρόλος των ποιμένων, επισκόπων και πρεσβυτέρων, στην επισήμανση και διάγνωση των αιρέσεων φαίνεται και από τον λόγο του Μεγάλου Αθανασίου: «Εάν ο επίσκοπος η ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας κακώς αναστρέφονται…». Από την φράση αυτή φαίνεται ξεκάθαρα σε ποιά υψηλή θέση περιωπής τοποθετεί ο κορυφαίος αυτός πατέρας τους κληρικούς, τους οποίους θεωρεί ως «οφθαλμούς της Εκκλησίας». Την θέση που έχουν οι οφθαλμοί για το σώμα μας, έχουν οι ποιμένες για την εκκλησία. Και όπως οι οφθαλμοί μας πρώτοι συλλαμβάνουν τον κίνδυνο, που προέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον, έτσι και οι κληρικοί, πρώτοι από όλα τα υπόλοιπα μέλη της εκκλησίας συλλαμβάνουν κάθε ηθικό και πνευματικό κίνδυνο και ιδιαιτέρως την αίρεση. Άλλο τώρα αν πολλοί επίσκοποι σήμερα «κακώς αναστρέφονται», εκπίπτουν της αποστολής των, καθίστανται ψευδοποιμένες και εν  τέλει ολετήρες του ποιμνίου των»!
Σᾶς συνέφερε, γιὰ νὰ βγάλετε τὰ συμπεράσματά σας, π. Παῦλε, νὰ παραθέσετε κουτσουρεμένο τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου καὶ νὰ ἑστιάσετε τὴν προσοχή σας στήν «υψηλή θέση» ποὺ «τοποθετεί ο κορυφαίος αυτός πατέρας τους κληρικούς, τους οποίους θεωρεί ως “οφθαλμούς της Εκκλησίας”»!
Νά, ὅμως, ὁλόκληρο τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Ἁγίου:
«Βαδίζοντες δέ τήν ἀπλανῆ καί ζωηφόρον ὁδόν, ὀφθαλμόν μέν ἐκκόψωμεν σκανδαλίζοντα μή τόν αἰσθητόν, ἀλλά τόν νοητόν΄ οἷον ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζουσι τόν λαόν, χρή αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός. Ὁμοίως καί ἡ χείρ ὁ διάκονος, ἐάν ἀνάξιον τι πράττῃ, χωριζέσθω τοῦ θυσιαστηρίου».
Ἐδῶ, ὁ Μ. Ἀθανάσιος τονίζει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Αὐτὸ ποὺ ἐσεῖς τὸ παρουσιάζετε στὸ τέλος τοῦ συλλογισμοῦ σας, περίπου σὰν ἐξαίρεση(!) γράφοντας: «Άλλο τώρα αν πολλοί επίσκοποι σήμερα “κακώς αναστρέφονται”, εκπίπτουν της αποστολής των, καθίστανται ψευδοποιμένες και εν  τέλει ολετήρες του ποιμνίου των!».
Μπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναφέρετε, πάτερ μου, ἀπὸ τοὺς 80 Μητροπολίτες (καὶ τὶς χιλιάδες ἱερεῖς τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας), ποιοί δὲν “ἀναστρέφονται κακῶς”; Σχεδὸν ὅλοι δὲν ἐπικοινωνοῦν καὶ δὲν μνημονεύουν τοὺς Παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές; Μπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναφέρετε, ποιοί καὶ πόσοι ἐνημερώνουν τὸ Ποίμνιο γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ποιοί, ἐνῶ τοὺς ἔγιναν  ἐπίμονες παρακλήσεις, τόλμησαν νὰ μᾶς κατονομάσουν καὶ νὰ πολεμήσουν, καὶ νὰ ἐκδιώξουν τὸν ἀρχηγὸ τῆς Παναιρέσεως Πατριάρχη Βαρθολομαῖο; Οὐδείς!!! Οὔτε ὁ Ἐπίσκοπός σας! Ἢ μήπως δὲν ἀποτελεῖ κι αὐτὸς «ὀφθαλμὸ τῆς Ἐκκλησίας»;
Κι ὅταν τόλμησαν 3-4 ἱερεῖς νὰ κάνουν ἀγώνα ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, ἐδιώχθησαν ΣΥΝΟΔΙΚΑ, ὅπως δείχνει ἡ καθαίρεση τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, τοῦ π. Σταύρου Βάϊου καί, τελευταῖα, ἡ ἐπίσημη ἔγκριση ἀπὸ τὴ Σύνοδο (ΣΥΝΟΔΙΚΑ) τῆς τιμωρίας ποὺ ἐπέβαλε ὁ μητροπολίτης Θεσ/νίκης Ἄνθιμος στὸν διαλλακτικὸ ἀντι-Οἰκουμενιστὴ πρωτοπρεσβύτερο π. Νικόλαο Μανώλη (καὶ ἡ παρ’ ὀλίγον καθαίρεσή του, ἂν “τράβαγε λίγο ἀκόμα τὸ σχοινί”)!
Οἱ κληρικοί, π. Παῦλε, ποὺ «συλλαμβάνουν κάθε πνευματικό κίνδυνο και ιδιαιτέρως την αίρεση», ἀλλὰ παραμένουν σὲ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, «κάνουν μιὰ τρύπα στὸ νερό»! Διότι, εὐλογημένε, ἐφ’ ὅσον παραμένουν σὲ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση, «κακώς αναστρέφονται», ὅπως ἐπισημαίνεις, καὶ ἀκριβῶς «εκπίπτουν της αποστολής των, καθίστανται ψευδοποιμένες και εν  τέλει ολετήρες του ποιμνίου των»(!), ἀφοῦ τὸ ἀφήνουν στὰ δόντια τῶν αἱρετικῶν λύκων, ὅπως κάνετε ἐσεῖς οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές, ποὺ ἀπαγορεύετε στὰ πνευματικά σας τέκνα νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ποιμένες, καὶ τοὺς διδάσκετε ὅτι, ἂν ἀπομακρυνθοῦν ἀπ’ αὐτούς, εἶναι σὰν νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία! Κι ἔτσι τοὺς ἀφήνετε στὸ στόμα τῶν λύκων!
Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο ἡ διαστροφὴ τῆς Πατερικῆς μας Παραδόσεως π. Παῦλε. Ἐδῶ πρόκειται καὶ περὶ δολιότητος. Καὶ ἡ δολιότητά σας ἔγκειται στὸ ὅτι, ξαναγράφετε καὶ ἐπαναλαμβάνετε σὰν καινούργια αὐτὰ ποὺ ξαναγράψατε καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα λάβατε συντριπτικὴ καὶ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ. Τόσο ἀποστομωτική, ὥστε δὲν μπορέσατε νὰ ἀρθρώσετε λέξη, δὲν τολμήσατε νὰ ἀπαντήσετε καὶ διακόψατε ἄδοξα τὸν διάλογο μαζί του, τὸν ὁποῖο φιλόδοξα καὶ ὑπερφίαλα ἐσεῖς ἀρχίσατε!!! Νομίσατε πὼς ὅλα αὐτὰ ξεχάστηκαν; Θὰ τὰ ὑπενθυμίσουμε (πρὸς «ἐντροπὴν ὑμῶν λέγω», 1Κορ. 15, 34), ὄχι ὅμως κυρίως γιὰ σᾶς (γιατί πλέον τίποτα δὲν διδάσκεσθε ἀπὸ τοὺς Πατέρες ποὺ σᾶς παραθέτουμε, ἀντίθετα μὲ ἐπιμονὴ ὑποστήριζετε τὴν πλάνη σας), ἀλλὰ γιὰ ὅσους προσδέχονται μὲ ἀγαθὴ διάθεση τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων μας. Λοιπόν, παραθέτουμε σχετικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθυμίου:
Α) Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης… ἀπό ἐπιστολές πού τίς ἀπέστειλε κατά τήν χρονική περίοδο τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως… ἀναφέρει τά ἑξῆς: «ἀλλὰ καὶ ἄλλος εἴ τις εἴη τούτοις ὁμώνυμος, ὅμως αἱρετικὸς κατὰ τὴν ἐκείνων αἵρεσιν ἢ ἑτέραν, κἂν ἐπίσκοπος, κἂν ἀσκητής, κἂν ὁστισοῦν, ἀνάθεμα ἔστω. ἀλλὰ καὶ εἴ τις μὴ ἀναθεματίζοι εὐκαίρως κατὰ τὸ ἀναγκαῖον πάντα αἱρετικόν, εἴη τῆς αὐτῶν μερίδος» (Φατ. 34, 99, 138). Καί σέ ἄλλη ἐπίσης ἐπιστολή ὁ ὅσιος ἀναφέρει: «Ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα, πάντα αἱρετικόν δυνάμει κἄν οὔ ρήματι, ἀναθεματίζει» (Φατ. 49, 142,85).
[Ἐσεῖς ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε διάκριση π. Παῦλε; Γιατί δὲν ἀναθεματίζετε τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές;  Ἂν δὲν ἀναθεματίζετε, μήπως ἀνήκετε στὴν μερίδα τους; Ἂν δὲν ἀναθεματίζετε μήπως δὲν εἶστε ὀρθοδοξῶν;].
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ π. Εὐθύμιος καταρρίπτει ἀκριβῶς τὰ ἴδια φληναφήματα ποὺ ἀδιάκριτα ἐπαναλάμβάνετε. Συγκεκριμένα γράφει:
Ἀναφέρετε ἀμέσως κατωτέρω τά ἑξῆς: «Ὅπως τονίσαμε παραπάνω στό κεφάλαιο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, δέν εἶναι ἱκανό καί ἁρμόδιο τό κάθε πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας νά διαγνώσει μέ ἀσφάλεια τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ ἐπισκόπου, πού κατηγορεῖται γιά αἵρεση». Ἀναφέρατε σέ ἄλλα σημεῖα τῆς κριτικῆς μελέτης σας καί ἄλλες δικαιολογίες, ὅτι δηλαδή δέν ὑπάρχει Κανόνας πού νά τιμωρῆ ὅσους δέν ἀποτειχίστηκαν, ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι προαρπάζουν τήν κρίσι τῆς Συνόδου, ὅτι τό ἔργο τῆς διαγνώσεως τῆς αἱρέσεως εἶναι ἔργο τῶν Ἐπισκόπων καί δή τῆς Συνόδου κλπ.
Ὁ σκοπός λοιπόν τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν εἶναι νά δηλώση τήν εὐθύνη πού ἔχει ὁ κάθε πιστός λαϊκός· εὐθύνη τόσο μεγάλη πού νά κινδυνεύη ἡ σωτηρία του, ἐάν ἀκολουθῆ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο καὶ γιὰ νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ αὐτόν, ἀναμένει τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Ἐνῶ ἐσεῖς, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, τόν ἀποκοιμίζετε καί τοῦ συνιστᾶτε ἀναμονή στήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου∙ τόν καθησυχάζετε ὅτι δέν πρόκειται νά βλαφθῆ ἀκολουθώντας αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο∙ τόν φοβίζετε ὅτι θά κάνη σχίσμα, θά βγῆ ἐκτός Ἐκκλησίας κλπ., καί στήν καλύτερη περίπτωσι τοῦ συνιστᾶτε πόλεμο μέ χαρτοπόλεμο. Πόσο ἀλήθεια διαφέρει ἡ διδασκαλία σας ἀπό αὐτή τῶν ἁγ. Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Ἁγίων!
Οἱ Ἀποστολικές Διαταγές διδάσκουν ὅτι ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος εἶναι λύκος καί θά κατασπαράξη τόν πιστό, κι ἐσεῖς διδάσκετε: «δέν εἶναι ἱκανό καί ἁρμόδιο τό κάθε πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας νά διαγνώσει μέ ἀσφάλεια τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ ἐπισκόπου». Οἱ Ἀποστολικές Διαταγές ἐπιτάσσουν «Διό φευκτέον ἀπό τῶν φθορέων ποιμένων» κι ἐσεῖς τά ἐντελῶς ἀντίθετα: «Τό ἔργο τῆς διαγνώσεως καί τῆς κρίσεως ἀνήκει στούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται Συνοδικῶς νά κρίνουν τόν κατηγορούμενο ἐπίσκοπο».
Τελικῶς φθάνετε εἰς τό σημεῖο νά κακοποιήσετε τελείως τό κείμενο αὐτό τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν καί νά τό φέρετε στά μέτρα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Γράφετε τά ἑξῆς: «Ἑπομένως τήν φράση τοῦ χωρίου τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, “...διό φευκτέον ἀπό τῶν φθορέων ποιμένων”, θά πρέπει νά τήν ἑρμηνεύσουμε ὡς ἑξῆς: “Φευκτέον ἀπό τῶν φθορέων ποιμένων, τῶν ὁποίων τά διεφθαρμένα ἔργα ἤ ἡ διεφθαρμένη διδασκαλία, ἔχουν διαγνωσθεῖ καί κατακριθεῖ ἀπό Σύνοδο ἐπισκόπων». Προφανῶς πατέρες, μόλις γίνει ἡ διάγνωσις τῆς Συνόδου μεταμορφώνεται ὁ Ἐπίσκοπος σέ λύκο, ἀποκτᾶ δόντια κοφτερά καί εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τούς πιστούς. Ἐνῶ πρίν καταδικασθῆ, κατὰ τὴν κρίση σας, ἦταν ἀρνάκι ἄκακο! Τώρα, τί πειράζει, ἐάν αὐτό δέν τό διδάσκει ἡ ἁγ. Γραφή, οἱ Ἀποστολικές Διαταγές καί ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἅγιοι; Ἀρκεῖ πού προσαρμόζεται στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
Ἐν συνεχείᾳ γιά νά καταδείξετε τό πόση ἀσφάλεια ὑπάρχει στόν ἐφησυχασμό καί στήν ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα πόσο λανθασμένη εἶναι ἡ ἑρμηνεία, πού δίδει ὁ π. Εὐθύμιος στό παρόν χωρίο, ἄς σκεφθοῦμε τήν ἀντίθετη περίπτωση. Τήν περίπτωση δηλαδή, πού ὁ ἐπίσκοπος ἄδικα κατηγορεῖται μέ συκοφαντικές κατηγορίες, γιά δῆθεν ἠθικά παραπτώματα ἤ γιά διδασκαλίες του, πού, ἐπειδή παρανοήθηκαν, θεωρήθηκαν ὡς αἱρετικές. Τί γίνεται, λοιπόν, στήν περίπτωση αὐτή; Ποιός παίρνει τήν εὐθύνη τόσο γιά τὶς ἄδικες κατηγορίες ἑνός ἀθώου ἀνθρώπου ἤ τό χειρότερο γιά τό σχίσμα, πού θά ἐπακολουθήσει ἐξαιτίας τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ποιμνίου ἀπό ἕναν ἄξιο ἐπίσκοπο; Καί δέν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ἄδικων, συκοφαντικῶν κατηγοριῶν ἤ παρανοήσεων».
Ἐδῶ προσπαθεῖτε νά ἀνακόψετε τήν ὀρθόδοξο πορεία, πού διδάσκει ἡ ἁγ. Γραφή καί ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἅγιοι, ὡς πρός τήν ἀντιμετώπισι τῶν αἱρετικῶν, βάζοντας ὡς τροχοπέδη τήν ὑποθετική περίπτωσι τῆς ἀδίκου κρίσεως διά τά φρονήματα καί τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου· καί θέτετε ὡς δεδομένο ὅτι στήν περίπτωσι αὐτή θά γίνη σχίσμα καί τρόπον τινά οἱ πιστοί θά ἀπομακρυνθοῦν ἐκκλησιαστικά ἀπό ἕναν ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο.
Αὐτό βεβαίως δέν εἶναι κἄν πρόβλημα, διότι εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι τῆς λανθασμένης κρίσεως τῶν πιστῶν ὡς πρός τά φρονήματα τοῦ Ἐπισκόπου, θά δώση ὁ Ἐπίσκοπος ἀμέσως τίς δέουσες ἐξηγήσεις περί τῆς πίστεώς του, θά κάνη δηλαδή δημοσίως ὁμολογία πίστεως, καί ἀμέσως ἡ κατάστασις θά διορθωθῆ. Δηλαδή ἡ ὁμολογία πίστεως χρειάζεται σέ περίπτωσι πού ἀμφιβάλλουμε γιά τήν πίστι κάποιου καί ὄχι βεβαίως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως, οἱ Ὀρθόδοξοι νά κάνουν ὁμολογία πίστεως, ἐνῶ στήν πράξι νά ἀκολουθοῦν τούς αἱρετικούς ἀναμένοντες τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
Ἀλλά ἐγώ θά σᾶς ἔλεγα, πατέρες, ὅτι καί στήν περίπτωσι ἀκόμη πού ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει ἀγαθή προαίρεσι καί σέ κάτι ἔσφαλε, τό ὁποῖο εἶναι θέμα πίστεως καί σκανδαλίζει τούς πιστούς, ἀμέσως τό διορθώνει καί πάλι λύεται τό θέμα. Ἄν γιά παράδειγμα, σκανδαλίζωνται οἱ πιστοί, γιατί ἔκανε ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, ἀμέσως τά ἐπαναφέρει ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα καί ταυτίζεται μέ τούς πιστούς στήν Ὀρθοδοξία. Ἄν σκανδαλίζωνται γιά τίς συμπροσευχές, ἀμέσως τίς διακόπτει καί εἰρηνεύει τό ποίμνιο. Ἄν σκανδαλίζωνται γιά τήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, γιά τούς θεολογικούς διαλόγους, γιά τήν συμμετοχή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὡς ἰσότιμο μέλους στό Π.Σ.Ε., γιά τήν ἀποδοχή τῆς λεγομένης βαπτισματικῆς θεολογίας κλπ., ἀμέσως διορθώνει τά σημεῖα αὐτά, εἰς τά ὁποῖα ἐγκαλεῖται, καί ὄντως ἔχει χαράξει ἄλλη πορεία καί ἐπανέρχεται πάραυτα ἡ εἰρήνη καί μάλιστα χαίρεται καί ὁ οὐρανός εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι.
Δηλαδή ἐσεῖς, πατέρες, θέσατε θέμα ἀδίκου κρίσεως τῶν πιστῶν διά τά φρονήματα καί τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου κι ἐγώ σᾶς τονίζω ὅτι καί σέ ἄδικο κρίσι ἤ σέ δικαία κρίσι δέν ὑφίσταται πρόβλημα σχίσματος, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει ἀγαθή προαίρεσι καί, μέ γνώμοντα τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τοποθετηθοῦν τά πράγματα εἰς τήν θέσι των. Ἄρα λοιπόν, οἱ ἐπιπτώσεις τῆς ἀποτειχίσεως σὲ ὅλες τίς περιπτώσεις ἔχουν θετικό καί εὐεργετικό ἀποτέλεσμα, διότι δίδουν τήν εὐκαιρία στόν Ἐπίσκοπο νά ἐλέγξη τήν πορεία του, τήν πίστι του καί τήν γραμμή πλεύσεως τήν ὁποία ἔχει χαράξει στήν τοπική Ἐκκλησία τήν ὁποία ποιμαίνει.
Οὕτως λοιπόν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τόν προβληματισμό αὐτόν τόν θέτετε μόνο καί μόνο προκειμένου νά ἀλλάξετε τήν ὀρθόδοξο πορεία τῶν πιστῶν καί νά τούς ὁδηγήσετε στόν ἐφησυχασμό, στήν ἀδράνεια ἤ στήν καλύτερη περίπτωσι στόν χαρτοπόλεμο. Διότι, ἄν ὑπῆρχε ἐκ μέρους σας ἀγαθή πρόθεσις, δέν θά θέτατε αὐτόν τόν προβληματισμό, ὁ ὁποῖος, ἀφ’ ἑνός μέν εἶναι τελείως ὑποθετικός, ἀφ’ ἑτέρου, γνωρίζετε πατέρες πολύ καλά ὅτι δέν ἔχει καμμία ἰσχύ στήν περίπτωσι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ὀρθότατα ὀνομάσατε «παναίρεσι».
Ἄν ὑπῆρχε λοιπόν ἐκ μέρους σας ἀγαθή πρόθεσις θά θέτατε π.χ. τόν προβληματισμό γιά τό πόσο συμμετέχουμε στήν αἵρεσι ἀκολουθώντας ἤ μνημονεύοντας αἱρετικούς Ἐπισκόπους, γιά τό ἄν βοηθᾶμε μέ τήν στάσι μας στήν καταστολή ἤ στήν ἐξάπλωσι τῆς αἱρέσεως ἤ κυρίως θά προβληματιζόσαστε γιά τήν εὐθύνη τήν ὁποία ἔχομε σέ ὅλη αὐτή τήν ὑπόθεσι. Ἐσεῖς τώρα, πατέρες, θέτετε ἕναν προβληματισμό, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐσίαν δέν πρέπει νά ὑφίσταται καί παραβλέπετε τά τεράστια σωτηριολογικά προβλήματα τά ὁποῖα ὑπάρχουν.
Στή συνέχεια ἀσχολεῖσθε μέ τό χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του (ΒΕΠΕΣ 2,291), ὅπου εἰλικρινά, κι ἐδῶ πατέρες, κυριολεκτικά «τά κάνατε θάλασσα». Εἶναι τέτοιες οἱ ἑρμηνευτικές σας ἀκροβασίες, πού ἀδυνατεῖ νά τίς συλλάβη ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τό χωρίο τοῦ ἁγίου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἰ δὲ οἱ τοὺς ἀνθρώπινους οἴκους διαφθείροντες θανάτῳ καταδικάζονται, πόσῳ μᾶλλον οἱ τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν νοθεύειν ἐπιχειροῦντες, αἰώνιαν τίσσουσιν δίκην. Ὁμοίως δὲ καὶ πᾶς ἄνθρωπος ὁ τὸ διακρίνειν παρὰ θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἀπείρω ποιμένι ἐξακολουθήσας καὶ ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος».
Προκειμένου λοιπόν νά «ἐξουδετερώσετε» τόν ἅγιο καί νά ὑπαγάγετε τήν διδασκαλία του στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος γράφετε τά ἑξῆς ἑρμηνευτικά σχόλια: «Στό χωρίο αὐτό ὁ Ἅγιος θεωρεῖ ἀξιοκατάκριτο τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, πού, ἐνῶ ἔχει λάβει ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς διακρίσεως, δέν ἀπομακρύνεται ἀπό ἄπειρο ποιμένα καί ἀποδέχεται τίς ψευδεῖς διδασκαλίες του ὡς ἀληθεῖς. Ἐδῶ ὁ Ἅγιος ὁμιλεῖ γιά τήν εἰδική περίπτωση τοῦ ἄνθρωπου ἐκείνου, πού ἔχει τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Δέν ἀναφέρεται στούς ἄνθρωπους, πού δέν ἔχουν αὐτό τό χάρισμα. Καί αὐτοί βέβαια ἀποτελοῦν τήν συντριπτική πλειοψηφία, διότι πολύ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν ἀξιωθεῖ νά λάβουν ἕνα τέτοιο χάρισμα».
Ὥστε λοιπόν πατέρες, ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ γιά τούς χαρισματούχους· ἐνδιαφέρεται νά σωθοῦν μόνον αὐτοί καί ἀδιαφορεῖ γιά τούς ὑπολοίπους, ἄν δηλαδή θά σωθοῦν ἤ θά πᾶνε στά τάρταρα. Πῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ὁμιλεῖ δι’ αὐτούς, εἶναι δυνατόν αὐτοί οἱ χαρισματοῦχοι καί διακριτικοί νά μήν ἔχουν τήν στοιχειώδη γνώσι, ἡ ὁποία παρέχεται διάχυτα μέσα στήν ἁγ. Γραφή, ὅτι δηλαδή πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν ἀμέσως ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες; Ἐπί πλέον διατί, ἐφ’ ὅσον αὐτοί ἔχουν τό χάρισμα, δέν τούς συμβουλεύει νά καθοδηγήσουν καί τούς ὑπολοίπους πού δέν ἔχουν τό χάρισμα, ὥστε νά σωθοῦν καί αὐτοί;
Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁμολογεῖτε, πατέρες, ὅτι οἱ ὑπόλοιποι μή χαρισματοῦχοι «ἀποτελοῦν τήν συντριπτική πλειοψηφία» παρουσιάζετε τόν ἅγιο νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία τῶν ὀλίγων ἤ ἐλαχίστων καί νά ἀδιαφορεῖ γιά τούς πολλούς.  Δηλαδή παρουσιάζετε στήν Ἐκκλησία ἕνα ἰδιότυπο εἶδος ρατσισμοῦ ἤ ἐλιτισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος ὡς χαρισματοῦχος συμβουλεύει τούς ὁμοίους του χαρισματούχους γιά τό πῶς νά ἀντιμετωπίζουν τούς αἱρετικούς ποιμένες.
Τά πράγματα ὅμως πατέρες, δυστυχῶς, ἤ μᾶλλον εὐτυχῶς, δέν ἔχουν ἔτσι ὅπως τά ἐφανταστήκατε. Διότι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου «πᾶς ἄνθρωπος ὁ τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς» ἀναφέρεται σὲ  ὅλους τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διαφέρουν ἀπό τά ἄλογα ζῶα, ἔχουν ψυχή καί νοῦν σκεπτόμενο καί δύνανται, ὡς ἐκ τούτου, νά διακρίνουν τούς καλούς ἤ  τούς κακούς ποιμένες καί μάλιστα τούς Ὀρθοδόξους ἀπό τούς αἱρετικούς. Αὐτή ἡ πρωταρχική χάρις, ὁ ἁπλός φωτισμός καί ἡ γενική διάκρισις ὑπάρχει σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται εἰς τόν κόσμο σύμφωνα μέ τό χωρίο (Ἰωάν. 1,9): «Ἦν τό φῶς τό ἀληθινόν ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἐν προκειμένῳ ἀναφέρει τά ἑξῆς ἑρμηνεύοντας τό χωρίο αὐτό τοῦ Ἰωάννου:
«Καί πῶς φωτίζει λέγει πάντα ἄνθρωπον, ὁποῦ βλέπομεν πολλούς ἐσκοτισμένους; ὅσον εἰς τοῦ λόγου του, ὅλους τούς φωτίζει. Διότι εἰπέ μου, δέν εἶναι ὅλοι λογικοί; δέν ἠξεύρουν πάντες τό καλόν, καί τό κακόν, ἐκ φύσεως; δέν ἔχουν ὅλοι δύναμιν νά γνωρίσουν  τόν κτίστην ἀπό τά κτίσματα; εἰς τόσον ὅτι ὁ λόγος ὁποῦ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, καί μᾶς διδάσκει ἐκ φύσεως, ὁ ὁποῖος λέγεται καί νόμος φυσικός, οὗτος λέγεται τό φῶς, ὁποῦ μᾶς ἐδόθη ἀπό τόν Θεόν. Εἰ δέ τινες, εἰς κακόν ἐχρειάσθηκαν τόν λόγον, ἐσκότισαν τόν ἑαυτόν τους; Μερικοί δέ οὕτω λύουσι τήν φιλονεικίαν ταύτην, καί λέγουσιν, ὅτι φωτίζει ὁ Κύριος, πάντα ἄνθρωπον ὁποῦ ἔρχεται εἰς τόν Κόσμον∙ ἤγουν εἰς τάξιν καλυτέραν, καί σπουδάζει νά στολίσῃ τήν ψυχήν του, καί νά μή τήν ἀφήσῃ ἄκοσμον, καί ἀκαλῆ, ἤγουν  ἀστόλιστην καί ἄσχημην» (Ἑρμηνεία εἰς τά τέσσαρα  ἱερά Εὐαγγέλια, τόμ. Β΄σελ. 137).
Ἄρα λοιπόν ἐδῶ, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς Χριστιανούς καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς, πατέρες, ἐφανταστήκατε, στούς ἐλάχιστους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν κατόπιν ἀγῶνος καί κόπου τό εἰδικό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἄλλωστε ἡ λέξις «πᾶς» δέν εἶναι δυνατόν νά χρησιμοποιηθῆ γιά τούς ἐλαχίστους καί τούς ἀνήκοντας εἰς μίαν εἰδικωτάτη ἐξαίρεσι, ἀλλά εἰς τούς πολλούς ἤ εἰς ὅλους. Ἔτσι βλέπομε νά χρησιμοποιῆται ἡ λέξις αὐτή καί στήν ἁγ. Γραφή π.χ. (Ματθ. 3,10): «Πᾶν οὖν δένδρον μή ποιοῦν καρπόν καλόν ἐκκόπτεται», δηλαδή ὅλα τά δένδρα τά ὁποῖα δέν κάνουν καρπό καλό. Ἐπίσης (Ματθ. 5,22): «πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔστω τῇ κρίσει», δηλαδή ὅλοι οἱ ὀργιζόμενοι ἀδίκως εἶναι ἔνοχοι.  Ἀκόμη τό (Μαρκ. 13,20): «οὐκ ἄν ἐσώθη πᾶσα σάρξ», δηλαδή δέν θά ἐσώζετο κανένας, ἄν ὁ Κύριος δέν ἐπεριώριζε τόν χρόνο κατά τίς ἡμέρες τοῦ Ἀντιχρίστου.  Ἐπίσης  τά χωρία: «Πᾶς ὁ ἀπολύων γυναῖκα» (Λουκ. 16,18), «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν» (Λουκ. 18,14), «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων» (Ἰωαν. 3,20), «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου» (Ἰωαν. 4,13) κλπ. Ποτέ δηλαδή ἡ ἀόριστη ἀντωνυμία πᾶς–πᾶσα-πᾶν δέν τίθεται, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, γιά νά δηλώση τήν ἐξαίρεσι τῆς ἐξαιρέσεως, ἀλλά γιά νά δηλώση τούς πολλούς ἤ ὅλους.
Ἄν ἐπίσης ἐξετάσωμε λογικά τό θέμα, ὁ ἅγιος θά πρέπει νά ἐνδιαφέρεται μᾶλλον διά τούς πολλούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κάποιο εἰδικό χάρισμα καί ὡς ἐκ τούτου χρειάζονται καθοδήγησι, καί νά τούς ἐπισημάνη τόν κίνδυνο πού διατρέχουν ἀκολουθώντας ἐκκλησιαστικά ἕναν αἱρετικό ποιμένα. Αὐτοί δέ οἱ ἁπλοί Χριστιανοί κινδυνεύουν νά ἐπηρεασθοῦν ἀπό τήν διδασκαλία αὐτοῦ τοῦ Ἐπισκόπου καί ὄχι οἱ χαρισματοῦχοι καί διακριτικοί. Σέ ὅλους αὐτούς τούς ἁπλούς Χριστιανούς ἐσεῖς, πατέρες, δυστυχῶς συνιστᾶτε ὑπομονή καί ἀναμονή στήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἐνῶ ὁ ἅγιος τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο τόν θεωρεῖ λύκο ἀπό τόν ὁποῖο πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν πρωτίστως οἱ ἁπλοί Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Δι’ αὐτό προφανῶς δέν ἀσχοληθήκατε καθόλου μέ τό ἑπόμενο χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου τό ὁποῖο ὑπάρχει εἰς τό βιβλίο πού σχολιάζετε καί πού ἀποκαλεῖ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο προβατόσχημο λύκο «φθοράν προβάτων κατεργαζόμενος». Ἴσως πατέρες, δυσκολευτήκατε νά τό προσαρμόσετε στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί δι’ αὐτό τό ἀφήσατε ἀσχολίαστο.
Σᾶς ἀναφέρω, ἐπί πλέον, ἕνα ἀκόμη χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ παρομοίως διά τήν στάσι τῶν πιστῶν ἔναντι τῶν αἱρετικῶν: «Μή πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου, οἱ οἰκοφθόροι “βασιλείαν θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν”. εἰ οὖν οἱ κατά σάρκα ταῦτα πράσσοντες ἀπέθανον, πόσῳ μᾶλλον, ἐάν τις πίστιν θεοῦ ἐν κακῇ διδασκαλίᾳ φθείρῃ, ὑπέρ ἧς Ἰησοῦς Χριστός ἐσταυρώθη; ὁ τοιοῦτος, ρυπαρός γενόμενος, εἰς τό πῦρ τό ἄσβεστον χωρήσει, ὁμοίως καί ὁ ἀκούων αὐτοῦ» (ΒΕΠΕΣ 2, Ἐπιστ. Πρός Ἐφεσίους 267 σελ).
Ὁ ἁγ. Ἰγνάτιος ἐδῶ, σαφῶς διδάσκει ὅτι στό πῦρ τό ἄσβεστο θά καταδικασθῆ ὄχι μόνον αὐτός πού διαφθείρει τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ (δηλ. ὁ αἱρετικός), ἀλλά ἐπιπλέον καί «ὁ ἀκούων αὐτοῦ». Βλέπετε, πατέρες, ὅτι ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἐναποθέτουν τήν εὐθύνη καί τόν κίνδυνο πού διατρέχουν ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες στούς ἰδίους τούς πιστούς, καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς πράττετε, μέ τό νά τά μεταφέρετε στή Σύνοδο, οὔτε φυσικά ὑπαινίσσεται ὁ ἅγιος ὅτι αὐτά θά ἰσχύουν μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
Τελειώνοντας ἀναφέρω τίς παραλείψεις σας καί σ’ αὐτό τό κεφάλαιο. Αὐτές συνοψίζονται εἰς τό ὅτι δέν ἀναφέρετε ἔστω καί ἕνα χωρίο ἀπό τίς Ἀποστολικές Διαταγές καί τούς ἀποστολικούς Πατέρες, τό ὁποῖο νά ταιριάζη  ἤ ἔστω νά ὑπαινίσσεται τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. Γιά παράδειγμα, νά ἀναφέρη τήν παραμονή τῶν πιστῶν κοντά στόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, μέχρι νά ἀποφασίση ἡ Σύνοδος δι’ αὐτόν, ἤ ὅτι, μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός γίνεται λύκος, ἤ ὅτι ὁ κάθε πιστός εἶναι ἀνεύθυνος, ἐφ΄ ὅσον ἀναμένει τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου κλπ. Εἶναι ὁλοφάνερο, πατέρες ὅτι, ἐφ’ ὅσον δέν δύνασθε νά στηρίξετε τίς θεωρίες σας στήν ἁγ. Γραφή καί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, καταφεύγετε στόν ὀρθολογισμό καί στίς ἀκροβατικές ἑρμηνεῖες (ἐδῶ).

(*) Νὰ θυμίσουμε ὅτι ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς κατήγγειλε στὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχία τὸν μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο, ὡς εἰσάγοντα τὴν αἵρεση περὶ «διηρημένης Ἐκκλησίας»! Καὶ στὴ συνέχεια βγῆκε ὁ ἴδιος ὁ Πειραιῶς καὶ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν κατηγορία αὐτή(!), γιὰ νὰ ἀθωωθεῖ ὁ Μεσσηνίας στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸν …Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο ποὺ …«ἐπελήφθη» τοῦ θέματος(!), χωρὶς μέχρι σήμερα ὁ Μεσσηνίας νὰ ἀνακαλέσει τας θέσεις του! Μάλιστα ὑπάρχει καὶ κείμενο τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση (τὰ γραπτὰ μένουν καὶ τσιγαρίζουν τοὺς ἀντι-Οἰκουμενιστές) ποὺ διαμαρτύρεται γι’ αὐτὴν τὴν …ἀθώωση, χωρὶς ὁ κ. Χρυσόστομος νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἀνακαλέσει τὶς κακοδοξίες του!!!