Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Διόρθωση καί σωτηρία του αρχιτελώνη Ζακχαίου

γιος

Γρηγόριος  Παλαμς

(ΙΕ΄ Λουκ)

Διόρθωση καί σωτηρία το ρχιτελώνη Ζακχαου

  1. Πρωτύτερα πήραμε φορμ π τς διηγήσεις το εαγγελιστο Λουκ
περ τς άσεως τν λεπρν κα τυφλν κατ τ σμα γι τν πνευματικ μιλία
πρς τν γάπη σαςΣήμερα θέμα θ χωμε τν κατ τν ψυχ τυφλ Ζακχαο
πού κατοικοσε στν εριχ κα τν ναβλεψή του κατατήν.

Εναι δ μεγάλο τ σχετικ μ ατν θαμα κα χι μικρότερο π τ σχετικ μκείνουςΔιότι κα ατς εχε σκοτεινούς τους σωτερικος φθαλμος τς καρδις, πως  τυφλς κενος εχε σκοτεινούς τους φθαλμος τς ξω π τ πρόσωπο μορφς· φο οτε ατς δν μποροσε κατ τ διγησι ν δ τν ησοπαλλάχθηκε δ κα ατς π τ σκότος το νο μ μόνο τ λόγο κείνου πού κα στν ρχ το κόσμου μ μόνο τ λόγο συνέστησε τ φς κα κατηύγασε λη τν ασθητ κτίσι. πως δηλαδ τότε, πρν ν επ  Θεός, «ς γίνη φς, κι' γινε φς», πρχε σκότος πάνω π τν βυσσο, τσι κα τώρα, πρν ν επ πρς τν Ζακχαο τι «σήμερα πρέπει ν μείνω στν οκο σου», τ δειν σκότος τς φιλαργυρίας ταν καθισμένο πάνω στν ψυχ τούτου, ν  διάνοιά του ταν πωσδήποτε παραχωμένη μαζ μ τ χρυσ σ σκοτεινος τόπους, που θησαυρίζεται π τος φιλαργύρους  χρυσς κα ργυρος.

2. ς δομε λοιπν τ σχετικ μ ατν κατ τ διήγησι«κενο τν καιρ  ησος φο εσλθε διερχόταν τν εριχώ. Ποιν κενο καιρό; ταν καθάρισε τος λεπρούς, ταν φώτισε τος τυφλούς, ταν δι τς σχετικ πρς ατος φήμης μαζ μ πολλος λλους προσείλκυσε κα τν Ζακχαο πρς τν πόθο τς θέας του. «φο λοιπν εσλθε  ησος διερχόταν τν εριχ»· χι δ μόνο τν εριχώ, λλ κα τν ουδαία διερχόταν  Κύριος, κα τ Γαλιλαία
κα γενικς τ γ. Διότι δν λθε δ γι ν παραμείνη σωματικς, ν κα λαβε τ σμα σν τ δικό μας πρ μν, πως εδόκησε, λλ κα γι ν διέλθη κι' νεβ πρς τν οραν π που κατλθε, νεβάζοντας μαζ κα τ δικό μας φύραμα κα τοποθετώντας τ πάνω π κάθε ρχ κα ξουσία· λλ κα κατ τν καιρ τς διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας λο τν τόπο τς Παλαιστίνης. πως δηλαδ στν ρχ τς δημιουργίας συνήγαγε σ' να δίσκο λο τ φς τς μέρας κα καμε βασιλέα της τν λιο, δν τν φησε δ ν στέκεται, λλ τν καμε ν περιπολ· τσι, συνάπτοντας τ πλήρωμα τς θεότητος μ τ σμα κα παρουσιάζοντας τν αυτ το βασιλέα το παντς πραγματικ πίγειο κα πουράνιο, ρατ κα όρατο, ρκτ κα ΐδιο, δν δέχθηκε ν κάθεται πάνω σ' να τόπο, λλ' εδόκησε ν περιέρχεται ως του περγασθ σωτηρία μόνιμη κα διάκοπη στ μέσο τς γς, καθς προανήγγειλε  Δαβδ λέγοντας, « Θες  πρ αώνων βασιλεύς μας, περγάσθηκε σωτηρία στ μέσο τς γς»· διότι ατν τν σωτηρία πετέλεσε  Κύριος περιερχόμενος. πειδ δ  λιος δν περιπολε γενικς λον τν ορανό, λλ τ μεσαο μέρος το ζωοδιακο πόλου, τσι λοιπν κα « λιος τς δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σ ση κτασι χρειαζόταν τ μέσο τς κατοικουμένης π τ ζα, διερχόταν τ μέρη του, κι' τσι φο εσλθε διερχόταν τν εριχ.

3. «Κα δού», λέγει, «ταν νας νδρας νομαζόμενος Ζακχαοςπού ταν μάλιστα ρχιτελώνηςταν δ πλούσιος ατς κι' ζητοσε ν δ τν ησολλ δν μποροσε ξ ατίας το χλου, διότι ταν μικρς στ σμα». χι δ μόνο ταν μικρός, λλ ταν κα μακρι π τν ησο· διότι ν πλησίαζε, στω κα μικρόσωμος, δν θ στερετο τς θέας. γ δ νομίζω τι τοτος λκυόταν κα ναχαιτιζόταν ρρήτως π τν θεία δύναμι το ησο· λκυόταν δηλαδή, πειδ εχε τρόπο χρηστ κα ψυχ κατάλληλη γι τν ρετή, γι' ατ κι' πιθυμοσε κι' πιχειροσε ν δ τν ησο· ναχαιτιζόταν δ π τ θεία δύναμι, διότι αχμαλωτίσθηκε π τ ντίθετα στν πολιτεία το Χριστο, δηλαδ π τν τελωνία κα τν πλοτο. Ατ νομίζω δεικνύοντας κα  εαγγελιστς στος συνετος μ λίγα λόγια, φ' σον μν ταν θαυμάσιος στος τρόπους, επε γι' ατόν, «δο νας νδρας νομαζόμενος Ζακχαος, φ' σον δ ταν πιασμένος στος βρόχους τς κακίας, πρόσθεσε «κα ατς ταν ρχιτελώνης, κα βέβαια πλούσιος». Πραγματικ τ μν «δο νας νδρας» λέγεται στς περιπτώσεις τν ξιολόγων πού δν νήκουν στος πολλούς. Κα πρς ατ τείνει  μνεία το νόματος το νδρός· διότι δν ταν π κείνους, γι τος ποίους λέγει  Δαβίδ, «δν θ ναφέρω τ νόματά τους δι τν χειλέων μου». Τ τι δ μαρτύρησε τι δν ταν μόνο τελώνης, λλ κα ρχιτελώνης κα γι' ατ πλούσιος, δειξε τι ταν διακεκριμένος σ κακία. λλ' πειδή, ς μικρόσωμος κα πομακρυσμένος  Ζακχαος, δν μποροσε ν δ τν ησο, λέγει, «τρεξε μπρς κα νέβηκε σ μία συκομορέα, γι ν τν δ· διότι π κενο τ μέρος πρόκειτο ν περάση». Παρατήρησε τν σφοδρότητα το πόθου κα ναλογίσου π ατ ποις ταν  τρόπος του. ταν δηλαδ δν μπόρεσε ν διασπάση τν χλο, δν πογοητεύθηκε, λλ μλλον προσέτρεξε κα δν πομακρύνθηκε π τν πόθο, λλ π τν χλο· κα φο προπορεύθηκε, νέβηκε σ μία συκομορέα πού ταν φυτευμένη στ δρόμο, γι ν δ π κε τν ποθούμενο.

4. Κι' κενος καμε τοτες τς νέργειες σοφς κα φιλοθέως μ κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος κα προτρέχοντας στν δό, μ πτερ πόθου νυψούμενος κι' νεβαίνοντας στ δένδρο. Τί δ καμε  ησος,  νυπόστατος σοφία το νάρχου Πατρός, ατς πού λέγει δι το Σολομντος, «γ γαπ σους μ γαπον· σοι δ μ γαπον, θ ερουν χάριν, « ποος κα στος δρόμους κόμη τος φέρεται μ εμένεια;».
 Φθάνει τν Ζακχαοτν βλέπει πρτοςτν προσφωνε φιλικώτατα κα το πόσχεται τν πίσκεψι κα διαμον στν οκο τουΔιότι, λέγει, «ταν λθε  ησος στν τόπο» (που δηλαδ  συκομορέα βάσταζε τν Ζακχαο σν οράνιο καρπ λόγω το νθέου πόθου του) κα κύτταξε πρς τ πάνω, τν εδε κα το επε»· «Ζακχαε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει ν μείνω στν οκό σου». Μο φαίνεται τι δν νεγνώριζαν εκολα τν ησο νάμεσα στν χλο π μόνη τ θέα ατο πού δν τν εχαν δε προηγουμένως, διότι περιπατοσε μ λιτότητα κα δν εχε τίποτε διαφορετικ π τος πολλούς, λλ κα τι δν ταν δυνατ ν πιτύχη κανες τ θέα το κατ πρόσωπο π ψηλά, διότι συνήθως σκυβε πρς τν αυτό του. Γι' ατ κα  γνωρίζων τς καρδις τν νθρώπων κα δν τν νδόμυχο πόθο το Ζακχαίου τν προσφωνε κα καλε μ τ νομά του τοτον πού δν εχε δε ποτ προηγουμένως κατ' ψι, γι ν το δείξη τν ψι του π φιλανθρωπία κα ν γνωρίση τν αυτό του πρς τν ποθοντα φυλοφρόνως κα ν το δείξη τι δν ποθε μόνο λλ κα ποθεται. ππλέον δ κα προστάσσει ν σπεύση στ σπίτι, στε μ φθονία ν πράξη κα ν ποκομίση τ τέλη τς θεοφιλίας π ατν πού δίδει μ τ παραπάνω σα ζητομε  σκεπτόμαστε.

5. «Ατς δέ», λέγει, «κατέβηκε κα τν ποδέχθηκε μ χαρά». Διότι ατς πού πρν τν δ τρέχει γι τν θέα του κα πράττει τ πάντα, στε ν τν πιτύχη, πς δν θ σπευδε, ταν τν εδε κα τν κουσε, κα μάλιστα ταν δέχθηκε τέτοια παγγελία; Μόλις λοιπν εδε τι κα  παγγελία πραγματοποιήθηκε, ατς  διος χαιρόταν πού συνευρισκόταν μ τν ποθούμενο κα δη γευόταν τς φθαρτες χάριτες π τν πηγή· ο δ βλέποντες, πειδ δν βλεπαν μ σύνεσι, λέγει, «γόγγυζαν κατ το ησο, λέγοντας τι εσλθε στ σπίτι μαρτωλο νθρώπου».

6. λλ  τελώνηςμιλλώμενος σ φιλοτιμία μ ατν πού χι μόνο κατέβηκε ως μς μ σάρκα λλ κα π φατη φιλανθρωπία σήκωσε τν νειδισμό μας, «φο στάθηκε κα επε πρς τν ησο»· τ τι δ στάθηκε εναι δεγμα βεβαίας γνώμηςθαρραλέας κα ταπεινς συγχρόνως· φο λοιπν στάθηκε κα ποστόμωσε μ παρρησία τος κατηγόρουςεπε πρς τν ησο· δούΚύριεδίδω τ μισ π τ πάρχοντά μου στος πτωχούςκα ν ξεβίασα κανένατο τ νταποδίδω στ τετραπλό». Κα παρουσιαζόμενος μ ατν τν τρόπο δίκαιος, διέλυσε τν νειδισμ τν γογγυστν πρς τν Κύριο πού λεγαν, «τι εσλθε ν διαμείνη στ σπίτι μαρτωλο νθρώπου»· διότι, φο πέδωσε νομίμως τετραπλάσια τ μ κβιασμ συναχθέντα πομακρύνθηκε πραγματικ π τ κακό, φο δ διένειμε τ πάρχοντα στος πτωχος πραξε τ γαθ κα φάνηκε σ λα καθαρμένος. στε  Κύριος πρς μν τος Φαρισαίους λεγε, «λλ ν δώσετε κατ δύναμι λεημοσύνη, λα θ εναι καθαρ σ σς» τώρα δ ποφασίζοντας ν σχέσει μ τέτοιες πράξεις κα παίρνοντας π ατν τν πολογία πρς τος ναντίον του γογγυστς, λέγει «σήμερα λθε σωτηρία σ τοτον τν οκο, φ' σον κα  Ζακχαος εναι υἱὸς το βραάμ», ς γενόμενος τώρα πιστός, ς δίκαιος κα φιλόξενος κα φιλόπτωχος. Διότι «λθε  Υἱὸς το νθρώπου ν ζητήση κα ν σώση τ πολωλός», λέγοντας κενο κριβς πρς τος γογγυστάς, τι εσλθα μν στ σπίτι μαρτωλο γι ν καταλύσω, λλ τ καμα γι ν τν μετασκευάσω κα τν σώσω, δεικνύοντάς τν ντ φιλαργύρου φιλόθεο, ντ δίκου δίκαιο, ντ μισοξένου φιλόξενο, ντ συμπαθος λεήμονα, πως τν βλέπετε ν γίνεται τώρα.

7. λλ βλέπετε λοι τν Ζακχαο, πς γάπησε κα ζήτησε, κα γαπήθηκε κα προσηλώθηκε κα ξοικειώθηκε μ τν Χριστό; ποιος λοιπν εναι τελώνης  ρχιτελώνης πού πλουτε π τ ργο του κακς κα συνάζει δίκως, ς μιμηθ τν δ το ρχιτελώνη τούτου πρς τν σωτηρία, κα ς ποδίδη κα σκορπίζη καλς, σα θησαύρισε κακς. ποιος εναι πτωχός, πειδ γινε θμα ρπαγς  γι λλον λόγο, ς εναι εχαριστημένος· διότι χει τν σωτηριώδη πτωχεία, μλλον δ ς τν κάμη ατς σωτηριώδη δι τς εχαριστίας, πρς τν ποία καταφεύγοντας κα  πλούσιος τελώνης προθύμως σώθηκε, πως κούσατε τώρα περ ατο. Ατ λοιπν ς πρς τν διήγησι.

8. Στ συνέχεια δ παρακολουθήσατε μ προσοχ σοι χετε διεισδυτικώτερη τ διάνοια. πειδ δηλαδ τ νομα Ζακχαος σημαίνει δικαιούμενος, παρακαλ νόησε π ατ τος Φαρισαίους πού δικαιώνουν τος αυτος των, πού εναι σν ν τελωνον κατ κάποιον τρόπο, πως λέγει  Κύριος στ εαγγέλια, «κατατρώγοντας τ σπίτια τν χηρν κα προσευχόμενοι πιδεικτικ πολλ ρα». ταν λοιπν κάποιος π ατος ποθήση ν πιγνώση τν λήθεια, ζητε ν δ κα ν γνωρίση, πως ζητοσε  Ζακχαος, τν ησοφο ατς εναι  λήθεια· μ μπορώντας δ ς μικρόσωμος κα μικρόνους, κατ τ παράδειγμα το μικρόσωμου Ζακχαίου, νεβαίνει σ μι συκομορέα, δηλαδ στν κρίβεια το νόμου κα τν ουδαϊκν θν, νομίζοντας τι π ατο θ πιτύχη τν λήθεια τόσο κατ τ γνσι σο κα κατ τν πράξι.  δ Κύριος, πού διερχόταν π τν νόμιμη πολιτεία, σν π κάποια δό, φο εδε τν γαθό του σκοπ κα τν πρς τν λήθεια πόθο, ποκαλύπτει σ' ατν τν αυτό του, κα τν προσφωνε προσκαλώντας κα τν διατάσσει ν κατεβ π τ συκομορέα, δηλαδ ν γκαταλείψη τν μωσαϊκ νόμο πού δν καρποφορε τίποτε σπουδαο, κα ν σπεύση στν χάρι κα τν κατ τ εαγγέλιο διαγωγή, π τ ποα μπορε ν λάβη νοικο τν Θε κα ν καρπωθ τ σωτηρία.

9. Ατς λοιπόν, πειδ πήκουσε στ Λόγο καθς δίδασκε κα καλοσε, πως κενος  Ναθαναλ (διότι κα ατν τν εδε  Χριστς ν εναι κάτω π τ σκιά, δηλαδ ν ζ κατ τν σκιώδη βίο)   μέγας Παλος (διότι κι' ατόν, «πειδ γινε μεμπτος κατ τν δικαιοσύνη το μωσαϊκο νόμου», πως λέγει  διος, πρτος τν κύτταξε κα τν προσκάλεσε  Χριστός)· ποιος λοιπν πακούση τσι τν Λόγο πού προσκαλε κα διδάσκει, γίνεται κριβς Ζακχαος· κα τ μισ τν διδαγμάτων π τν νόμο πού κατεχε προηγουμένως φήνει στος ουδαίους τος πτωχος κατ τ διάνοια, δηλαδ περιτομές, σαββατισμούς, βαπτισμούς, ζωοθυσίες κα γενικς λα τ ταιριαστ στ χαμαίζηλο γράμμα. Παριστώντας δ κα συνάγοντας π τ λόγια κα τ παραγγέλματα το νόμου τι  ησος εναι  Χριστός,  μονογενς Υἱὸς το Θεο, κα ν ποτ συκοφάντησε κάποιον π τος πιστος λέγοντάς τν πιστον  σν τέτοιον τν κακοποίησε νοικτά, ποδίδει πολλαπλασίως θεραπεύοντας πολλος πιστος κα δηγώντας πολλος πίστους πρς τν πίστι στν Χριστό. χομε σύντομα κα τν λληγορικ ρμηνεία.

10. πειδ  Ζακχαος κατ τ διήγησι προηγουμένως ταν φιλάργυρος (διότι κα σύναζε τ χρυσ π τν τελωνία κα κοντ του τ κρατοσε πλουτώντας), στερα μως παρουσιάσθηκε φιλόπτωχοςμλλον δ πτωχς κα κτήμων κουσίωςφο λλα τ δωσε κα λλα τ νταπέδωσετώρα μες θ παινέσωμε τν ρετ  θ γίνωμε κατήγοροι τς κακίαςΔιότι τ μέτρα τς μιλίας δν πιτρέπουν ν τ κάμωμε κα τ δύο. λλ πειδ  λόγος εναι γι μς τος παρισταμένους, π τος ποίους δν γνωρίζω ν εναι κανες κούσιος κάτοχος της κτημοσύνης, λλ στ φιλαργυρία ποχωρομε σχεδν λοι, ς επομε λοιπν λίγα κα νάλογα μ τν ρα περ φιλαργυρίας, γι ν φανερώσωμε τν π ατν φθορά, παλλάσσοντάς μας π ατν κατ τ δύναμί μας.  φιλαργυρία εναι ατία λων τν κακν ασχροκέρδειας, σφικτοχερις, γλισχρότητος, στοργίας, πιστίας, μισανθρωπίας, ρπαγς, δικίας, πλεονεξίας, τόκου, δόλου, ψεύδους, κα λων τν μοίων μ ατά. ξ ατίας τς φιλαργυρίας γίνονται εροσυλίες, λωποδυσίες κα κάθε εδος κλοπς· ξ ατίας τς φιλαργυρίας δν πάρχουν μόνο στος δρόμους κα στν ξηρ κα στ πελάγη ρπαγες κα ληστα κα πειραταί, λλ κα μέσα στν πόλι δικα σταθμ κα ζύγια κα διπλ μέτρα κα περίεργη κουρ κα παραχάραξις νομισμάτων, πέρβασις ρίων, πονηρο νταγωνισμο γειτόνων. Ατ φέρει θνη ναντίον θνν κα διαλύει δυνατς φιλίες κα μερικς φορς διασπ τ συγγένεια· ξ ατίας ατς προδίδει κανες κα τν πατρίδα, λλος στρατόπεδο μόφυλο, δικος δικαστς τ νόμο κα μάρτυς τν λήθεια, κα πρν π λα  καθένας τν ψυχή του. τσι κατ τν θεο πόστολο, « φιλαργυρία εναι μητέρα κα ρίζα λων τν κακν», ξ ατίας τς ποίας μερικο πού τν ρέγονται ποπλανήθηκαν π τν πίστι κα περιπλέχθηκαν σ πολλς δύνες.

11. λλ προσέξετε μ σύνεσι τ φων το ποστόλου· διότι δν επε σοι πλουτον ποπλανήθηκαν π τν πίστιλλ σοι ρέγονται τν πλοτοπως κα λλο λέγει τι «σοι πιθυμον ν πλουτήσουν πέφτουν σ πειρασμος κα παγίδες το Διαβόλου». Ν μ επτε λοιπόν, πτωχο εμαστε ο περισσότεροι δ· τί μιλες κατ τς φιλαργυρίας πρς νθρώπους πού δν χομε σχεδν χρήματα; Τ πράττω διότι χομε τ νόσο δι τς πιθυμίας στν ψυχ κα χρειαζόμαστε γι' ατν θεραπεία. Ἐὰν δ μο επς τι δν χεις τν νόσο, δεξε τι δν ζητες ν' παλλαγς π τν πτωχεία, λλ' τι τν θεωρες ποθεινότερη κα πολυτιμότερη π τν πλοτο κα χαίρεις κα εχαριστες τν Θε γι' ατήν, μ τν πεποίθησι τι σου καθιστ εκολώτερη τ σωτηρία. ν δ εναι κανες πλούσιος, ς κούη μν τι δύσκολα θ εσέλθη πλούσιος στ βασιλεία τν ορανν, λλ ς γνωρίζη πίσης τι κα  βραμ ταν πλούσιος, κα μως σώθηκε (διότι ταν φιλόξενος κα φιλόπτωχος, λλ' χι φιλάργυρος) κα  Ἰὼβ πού δοκιμάσθηκε δι πλούτου κα πτωχείας, ταν ταν πλούσιος λέγει γι τν αυτό του, «δν θεώρησα τ χρυσάφι δύναμί μου κα δν εφράνθηκα γι τν πολ πλοτο πού πέκτησα».

12.  πομένως  ρως πρς τν πλοτο εναι κακό, πού ν δν προσέχη, κα  πτωχς κα  πλούσιος τν παθαίνει ματαίως. πειδ δ  πονηρς πλοτος μερικς φορς προσλαμβάνει μαζί του κα συζυγία πονηρότερη, δηλαδ τν ψηλοφροσύνη κα τν πεποίθησι στν πλοτο, γι' ατ γράφοντας πρς τν Τιμόθεο  θεος Παλος λέγει, «στος πλουσίους του παρόντος αἰῶνος παράγγελλε ν μ ψηλοφρονον μήτε ν λπίζουν στν δηλότητα το πλούτου, λλ στν Θεό». Διότι  ταπείνωσις νάμεσα στος νθρώπους εναι πίγνωσις ληθείας· ποιος δ καυχται γι τν πλοτο πού εναι περισσότερα π λα τ πάρχοντά μας ληθιν γήινος κα λπίζει σ' ατόν, εναι πραγματικ φρων κα κατ τίποτε νόμοιος π τος πλουσίους πού προέβαλε  Κύριος σ παραβολή· π τος ποίους  μν νας χοντας στ πρόθυρά του τν Λάζαρο οτε τν κύτταζε π ψηλοφροσύνη,  δ λλος διαλεγόμενος μ τν ψυχ του περ τν γι πολλ τη θησαυρισμένων γαθν παρέστησε ποι εναι  λπίδα στν πλοτο· γι' ατ τν μν να δέχθηκε σβεστη φλόγα, τν δ λλο  ναπόφευκτη παίτησις τς ψυχς. Βλέπετε τ τέλος τν προσηλωμένων στν πλοτο; Γι' ατ λέγει  Δαβδ «ἐὰν ρέη πλοτος, μ προσκολλτε σ' ατν τν καρδιά»·  δ Σολομν λέγει, «ποιος χει πεποίθησι στν πλοτο, θ πέση», σ λλο δ σημεο πάλι παρομοιάζει σους χάσκουν στ κέρδη μ δη κα καταστροφ λέγοντας, «πως  δης κα  καταστροφ δν χορταίνουν, τσι κα ο φθαλμο τν φρόνων»·  δ Κύριος λέγει, «λλοίμονο στος πλουσίους, λλοίμονο στος χορτασμένους».

13. λλ μεςδελφοίς πλουτήσωμε σ γαθ ργα· ς γεμίσωμε μ σα χομε τ στομάχια τν πτωχνστε νξιωθομε τν πηγγελμένη φων κα ελογία κα ν κληρονομήσουμε τν οράνια βασιλείαΚα εθε λοι μας ν τν ποκτήσωμε μ τν χάρι κα φιλανθρωπία το Κυρίου μας ησο Χριστο, στν ποο πρέπει δόξα, κράτος, μεγαλοσύνη κα μεγαλοπρέπεια μαζ μ τν ναρχο Πατέρα του κα τ ζωοποι Πνεμα τώρα κα πάντοτε κα στος αἰῶνες τν αώνων. Γένοιτο.
  
(Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσ/νίκη 1986)

 (Πηγή ηλ. κειμένου: paterikakeimena.blogspot.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.