Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Ο 15ος Κανών και ο Μέγας Φώτιος (π. Ευθυμίου Τρικαμηνά)


Πολλὰ θὰ μποροῦσε νὰ παρουσιάσει κανεὶς ἀπὸ τὸν πραγματικὰ Μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἅγιο Φώτιο. Προτιμήσαμε, ὅμως, νὰ προβάλουμε τὴν πτυχὴ ἐκείνη ἀπὸ τὸ ἔργο του (ἔργο ζωῆς) ποὺ ἀναφέρεται στὴν αἵρεση, στὴν στάση του ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς, μιᾶς (κι ὅπως ὅλο καὶ περισσότεροι Πατέρες διαπιστώνουν) βιώνουμε ἐσχατολογικὲς καταστάσεις στὰ ἐκκλησιαστικά μας πράγματα ἀντιμετωπίζοντας τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ἡ τελευταία μεγάλη αἵρεση τῆς ἱστορίας.
Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἐπιλογὲς ἀπὸ μελέτες τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ.


Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ Συνόδου
ἐν σχέσει μέ τήν Ἁγία  Γραφή
καί τόν Μέγα Φώτιο



Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ, ἀφήνοντας τόν Χρυσορρήμονα, εἰς τόν Μ. Φώτιο, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν προήδρευσε τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐξέδωσε τόν περί ἀποτειχίσεως Κανόνα.
Ὁ Μ. Φώτιος λοιπόν εἰς τόν λόγον του «Περί τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας» ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Καί οὐδέ τῶν τοῦ θεσπεσίου Παύλου φρίττουσι φωνήν, ἥν αὐτοί κατά τῶν Πατέρων αὐτῶν μετά πολλῆς ἀπορρίπτουσι τῆς κακουργίας. Καί γάρ οὗτος ὁ τήν ἐξουσίαν λαβών δεσμεῖν καί λύειν καί τοῦ δεσμοῦ φοβερόν ἅμα καί κραταιόν (μέχρι γάρ αὐτῆς ἀναφέρεται τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν), οὗτος δή μεγάλη καί διαπρυσΐῳ κέκραγε τῇ φωνῇ∙ “Κἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐαγγελιζόμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω”.
»Παῦλος ἡ ἀσίγητος τῆς Ἐκκλησίας σάλπιξ ὁ τοσοῦτος καί τηλικοῦτος τούς παρά τό Εὐαγγέλιον ἕτερόν τι τολμῶντας φρόνημα λαβεῖν καί παρεισάγειν τῷ ἀναθέματι παραπέμπει, καί οὐ τούς ἄλλους μόνον, οἵτινες τοῦτο τολμήσειαν, ἀραῖς ἀνυπερβλήτοις ὑπάγει, ἀλλά καί ἑαυτόν, ἔνοχος εἰ ὀφθείη, πρός τήν ἴσην συνωθεῖ δίκην. Καί οὐδέ μέχρι τούτου τό φοβερόν τῆς ἀποφάσεως περιγράφει, ἀλλά καί τόν οὐρανόν αὐτόν ἐρευνᾷ∙ κἄν ἄγγελον εὕρῃ τοῖς ἐπί γῆς ἐκεῖθεν ἐπιστάντα καί ἕτερόν τι παρά τό εὐαγγελικόν εὐαγγελιζόμενον κήρυγμα, τοῖς ὁμοίοις δεσμοῖς ὑποβάλλει καί τῷ διαβόλῳ παραπέμπει» (ΕΠΕ 4, 396,30).
Ἐδῶ, ὁμολογεῖ κατ’ ἀρχάς ὁ Μ. Φώτιος ὅτι ὁ Παῦλος ἔλαβε τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν καί ὄχι, ὅπως κάποιοι ἀναφέρουν, τήν ἐξουσία τοῦ νά παραπέμπη στήν Σύνοδο τούς αἱρετικούς. Μάλιστα ἀναφέρει ὁ Ἅγιος, ἡ ἐξουσία του ἐπεκτάθηκε καί στόν οὐρανό, ἐφ’ ὅσον δηλαδή ἀναθεματίζει καί ἀγγέλους, ἄν κηρύττουν κάτι ἀντίθετο στό εὐαγγελικό κήρυγμα. Ἀναφέροντας ἐν συνεχείᾳ τό χωρίον τοῦ Παύλου (Γαλατ. 1,8) τό ἑρμηνεύει λέγοντας ὅτι «τούς παρά τό Εὐαγγέλιον ἕτερον τι τολμῶντας φρόνημα λαβεῖν καί παρεισάγειν τῷ ἀναθέματι παραπέμπει».
Ἄρα λοιπόν, ὅλους αὐτούς, ὁ Παῦλος τούς παραπέμπει εἰς τό ἀνάθεμα, σύμφωνα μέ τόν Μ. Φώτιο καί ὄχι στήν Σύνοδο. Τά λόγια τοῦ ἀπ. Παύλου, ὁ Φώτιος, τά ἀναφέρει ὡς καταδικαστική ἀπόφασι: «Καί οὐδέ μέχρι τούτου τό φοβερόν τῆς ἀποφάσεως περιγράφει». Ἐν συνεχείᾳ ἐπεκτείνει τήν ἐξουσία τοῦ Παύλου στόν οὐρανό: «ἀλλά καί τόν οὐρανόν αὐτόν ἐρευνᾷ». Στήν ἔρευνα τοῦ οὐρανοῦ ἐξετάζει τό φρόνημα τῶν  ἀγγέλων: «κἄν ἄγγελον εὕρη τοῖς ἐπί γῆς ἐκεῖθεν ἐπιστάντα καί ἕτερόν τι παρά τό εὐαγγελικόν εὐαγγελιζόμενον κήρυγμα...». Αὐτούς τούς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι θά ἔχουν ἄλλο φρόνημα ἀπό τό εὐαγγελικό «τοῖς ὁμοῖοις δεσμοῖς ὑποβάλλει καί τῷ διαβόλῳ παραπέμπει».
Ἀπ’ ὅτι φαίνεται λοιπόν, κάποιοι πατέρες, περιωρίζουν τήν ἐξουσία τοῦ Παύλου, ἤ μᾶλλον τήν καταργοῦν καί τήν ἀποδίδουν στήν Σύνοδο, πρᾶγμα τό ὁποῖον σημαίνει γιά τίς ἡμέρες μας, ὅτι τήν ἐξουσία τοῦ Παύλου τήν ἀποδίδουν στούς ἴδιους τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τους, πρέπει νά καταδικάσουν πρῶτα τήν αἵρεσί των καί ἔπειτα τούς ἑαυτούς των.
Ἄν δέν ἔχουν, αὐτοί οἱ πατέρες, κατανοήσει τό πόσο ἀπέχουν ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί μάλιστα αὐτήν πού ἑρμηνεύει τήν ἁγ. Γραφή, τουλάχιστον ἄς τοὺς πείση ἡ κατάστασις στήν ὁποία ἔχει ὁδηγηθῆ ἡ Ὀρθοδοξία, διότι οἱ ἀντιοικουμενιστές ἐνστερνίστηκαν τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί μέ βάσι αὐτήν πολεμοῦν μέ χαρτοπόλεμο τούς αἱρετικούς.
Καί κάτι ἀκόμη, τό ὁποῖο ἀνίχνευσα εἰς τόν Μ. Φώτιο, ὑπάρχει ὅμως καί εἰς τό Συνοδικό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς. Πρόκειται γιά τό ἔργο τοῦ Φωτίου «Σύνταγμα τῶν Κανόνων» (Τίτλος Α΄ Κεφαλ. 2) καί ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων καινοτομηθέντα καί πραχθέντα ἤ μετά τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα» (ΕΠΕ 10,30).
Ἐδῶ θέλω νά προβληματισθῆτε, πατέρες, εἰς τό ἑξῆς. Πῶς εἶναι δυνατόν οἱ Πατέρες αὐτοί, συνοδικῶς διασκεψάμενοι, νά ἀναθεματίζουν –πέραν τῶν ἄλλων– καί κάθε μελλοντική καινοτομία καί νά μήν ἔχη αὐτήν τήν ἐξουσία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Διότι ἐσεῖς διδάσκετε ὅτι, διά νά ἔχη ἰσχύ ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Παύλου, πρέπει νά ἐπιληφθῆ ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία θά κρίνη καί θά καταδικάση τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε πολύ περισσότερο δέν ἰσχύει ὁ μελλοντικός ἀναθεματισμός τῶν Πατέρων αὐτῶν καί, μάλιστα, γιά καινοτομίες πού ἀφοροῦν τήν διδασκαλία τῶν ἁγ. Πατέρων καί τήν ἐκκλησιαστική Παράδοσι. Στήν περίπτωσι ὅμως αὐτή, τό Συνοδικό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, εἰς τό ὁποῖο ἀναφέρεται αὐτός ὁ ἀναθεματισμός, εἶναι λάθος καί συνεπῶς κακῶς τό ἐδιάβασε ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς προσφάτως κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Εἰς ὅλα αὐτά τά ἀδιέξοδα καί τά ἀσυμβίβαστα θά ὁδηγοῦνται διαρκῶς, ὅσοι δέχονται τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος μέχρις ὅτου τὴν ἀπορρίψουν. Διότι καί ὁ ἀπ. Παῦλος ἔχει αὐτήν τήν ἐξουσία νά ἀναθεματίζη τούς αἱρετικούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, καί οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς ἔχουν τήν ἐξουσία νά ἀναθεματίζουν τούς μελλοντικούς αἱρετικούς, καί ἀκόμη καί μεμονωμένοι Πατέρες.
…Ὁ μέγας Φώτιος λοιπόν, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν προήδρευσε καί τῆς Συνόδου πού ἐξέδωσε τόν Κανόνα, ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τά ἑξῆς:
«Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ·  φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους» (ΕΠΕ 12, 400, 31).
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης διά τό ἴδιο θέμα μᾶς διδάσκει τά ἑξῆς: «Πῶς οὖν ὁ Παῦλός φησι· Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε; Ἀνωτέρω εἰπών, Ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν, τότε εἶπε, Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρὸς ᾖ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρός, πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών» (P.G. 63, 231A).
Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐπίσης, κατ’ ἀπολύτως παρόμοιον τρόπον  καί χρησιμοποιῶν τίς ἴδιες εἰκόνες μέ τόν μέγα Φώτιο, λέγει ἐπί τοῦ θέματος τούτου τά ἑξῆς: «Φύγωμεν οὖν τούς τάς πατρικάς ἐξηγήσεις μή παραδεχομένους, ἀλλά παρ’ ἑαυτῶν πειρωμένους εἰσάγειν τά ἐναντία, καί τάς μέν ἐν τῷ γράμματι λέξεις περιέπειν ὑποκρινομένους, τήν δέ εὐσεβῆ διάνοιαν ἀπωθουμένους· καί φύγωμεν μᾶλλον ἤ φεύγει τις ἀπό ὄφεως. Ὁ μέν γάρ ἐνδακών τό σῶμα θανατοῖ πρόσκαιρα, τῆς ἀθανάτου ψυχῆς χωρίσας· οἱ δέ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὀδοῦσι χωρίζουσιν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει, καί προσφεύγωμεν τοῖς ὑποτιθεμένοις τά εὐσεβῆ καί σωτήρια, ὡς συνάδοντα ταῖς πατρικαῖς παραδόσεσι» (ΕΠΕ 10, 356).
Τέλος, γιά νά μή μακρυγορῶ γιά κάτι πασιφανές, θά ἀναφέρω καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ὁ ὁποῖος λέγει: «Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σελ. 304, και Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Τόμ. Α΄, σελ. 424).
Και ἐπίσης σε ἄλλη ἐπιστολή: «Ἀλλά τί, φησί, δράσωμεν πρός τούς μέσους τούτους Γραικολατίνους, οἵ τήν μεσότητα περιέποντες, τά μέν ἐπαινοῦσι τῶν λατινικῶν ἐθῶν καί δογμάτων ἀναφανδόν, τά δ' ἐπαινοῦσι μέν, ἀλλ' οὐκ ἄν ἕλοιντο, τά δ' οὐδ' ἐπαινοῦσιν ὅλως; -Φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τις ἀπό ὄφεως, ὡς αὐτούς ἐκείνους, ἤ κακείνων πολλῷ δήπου χείρονας, τούς χριστοκαπήλους καί χριστεμπόρους·  ...Φεύγετε οὖν αὐτούς, ἀδελφοί, καί τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν· οἱ γάρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ (“Τοῖς Ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς, Μρκος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφεσίων Μητροπόλεως ἐν Κυρίῳ χαίρειν”, Patrologia Orientalis, Τοme XV Αu Concile de Florence, σελ. 318-320 καί  Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Τόμ. Α’, σελ. 258, 266).

[Ὁ Μ. Φώτιος πάλι διδάσκει τὴν «ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχιση»] Αὐτήν λοιπόν, τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι ποὺ κάποιοι ἀπορρίπτουν, τήν διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος, ὁ ὁποῖος ἦταν καί πρόεδρος τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐθέσπισε τόν ὑπό ἐξέτασιν Κανόνα. Λέγει λοιπόν ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί·φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν» (ΕΠΕ 12, 400,31).

Ἐδῶ ὁ ἅγιος, προκειμένου γιά τήν φυγή ἀπό τόν αἱρετικό ποιμένα, χρησιμοποιεῖ τήν λέξι «ἀποπηδῶ». Ἡ λέξις αὐτή στό λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἔχει τίς ἑξῆς ἔννοιες: «πηδῶ ἀπό τινός, καταλείπω, ἀποσκιρτῶ, ἐξέρχομαι ἀπό τῆς φυσικῆς μου θέσεως, τρέχω πηδῶν, τινάσσομαι ἐπάνω ἤ ὀπίσω». Στό οὐσιαστικό, ἐπίσης, «ἀποπήδησις» ἔχει τίς ἔννοιες: «τίναγμα πρός τά ὀπίσω ἤ πρός τά ἄνω, ὡς ὅταν ρίψῃς σφαίραν μεθ’ ὁρμῆς ἐπί τοῦ ἐδάφους ἤ ὡς ὅταν δύο σώματα συγκρουόμενα τινάσσονται ὀπίσω». Ἡ λέξις αὐτή λοιπόν, πατέρες, καθώς καί ἡ παρομοίωσις τοῦ αἱρετικοῦ ποιμένος μέ τόν λύκο, ποῦ ἄραγε ὁδηγοῦν; Ἤ μήπως δίδουν περιθώρια ἄλλης ἑρμηνείας πέραν τῆς ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.