Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Η Μεγάλη Σύνοδος και οι Προσυνοδικές διαδικασίες


Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ  και οι  ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

[περιοδικό Ό Όσιος Γρηγόριος, ετήσια έκδοδη
Ι. Μ. Οσ. Γρηγορίου Αγ. Όρους,   40(2015), 176-179]

Η πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας βαίνει προς το τέλος της. Την Πεντηκοστή του 2016, εκτός απρόοπτου.
Ελπίδα και αγωνία, ανάμεικτα συναισθήματα, για την έκβαση της συνόδου. Κάθε σύνοδος είναι μία διακινδύνευσις. Θα την αποδεχθεί άραγε το πλήρωμα της Εκκλησίας ή θα υπάρξουν σχίσματα;
Ένα είναι το αδιαφιλονίκητο κριτήριο: η ορθοδοξία των αποφάσεών της, η πιστότης στην διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων. Όπως το διατύπωσε ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Εκείνας οίδεν αγίας και εγκρίτους συνόδους ο ευσεβής της Εκκλησίας κανών, ας ορθότης δογμάτων έκρινεν» (PG 90, 148).

Αυτό εξαρτάται από τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες και τις αποφάσεις της. Προσευχόμαστε όλα να γίνουν αγιοπνευματικά και όχι με μεθόδους του κόσμου τούτου, οι οποίες δεν είναι δυστυχώς άγνωστες στην εκκλησιαστική ιστορία. Η εκκοσμίκευσης και ο ανθρωποκεντρισμός είναι κακές και επικίνδυνες προϋποθέσεις. Το «επομένοι τοις αγίοις πατράσι» και η εκζήτησις του θείου θελήματος είναι ασφαλείς προϋπόθεσης. «Ότε ωμίλουν εκ του νοός μου, συνέβαινον λάθη», έλεγε ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ.
Οι άγιοι Αρχιερείς έχουν την ευθύνη. Εμείς οι μοναχοί, μαζί με τον πιστό λαό της Εκκλησίας, μπορούμε να προσευχόμαστε με ταπεινοφροσύνη να τους φωτίσει το Άγιο Πνεύμα ώστε να ομιλήσουν με Πνεύμα Άγιον και «νουν Χριστού».
Παράλληλα με ταπεινό φρόνημα και με φόβο Θεού, μπορούμε να εκφράζουμε εκείνο που νιώθουμε ως αποστολική και αγιοπατερική παρακαταθήκη που πρέπει να διαφυλαχθή αναλλοίωτη.
Για το φλέγον θέμα «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμον», θεωρούμε ότι πρέπει να αποφευχθή μια συνοδική απόφανσις, ότι οι ετερόδοξες εκκλησίες έχουν «εκκλησιαστικό χαρακτήρα» (ecclesiality, δηλαδή ότι είναι εκκλησίες με τους χαρακτήρες της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας), εν όσω δεν υπάρχει μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων ενότης πίστεως, λατρείας, διοικήσεως, ήθους, και κυρίως ταυτότης εμπειρίας της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος «συν πάσι τοις αγίοις».
Για κάποια θέματα κοινωνικής φύσεως, που αφορούν την ειρήνη και την ευστάθεια των αγίων του Θεού τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών μας, προσευχόμαστε εμπόνως ως «μέλη» του αυτού αγίου Σώματος του Χριστού, «μέλη εκ μέρους» και «αλλήλων μέλη» (βλ. Α΄ Κορ. ιβ΄ 25-27, Ρωμ. ιβ΄ 5), να μη επιτρέψει ο Κύριος τριγμούς στην ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Θεωρούμε ότι σε ωρισμένα θέματα δεν πρέπει να παραβλεφθούν και οι θέσεις της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους και οι παρεμβάσεις της. Όσον αφορά π.χ. το ζήτημα του συνεορτασμού του Πάσχα μετά των ετεροδόξων, υπάρχει η παρέμβασις  της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους προς την Β΄ Προσυνοδική Διάσκεψι, με τη χαρακτηριστική φράσι: «διό και αποδοκιμάζομεν οιανδήποτε αλλαγή του Πασχαλίου». Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω και η αποδοχή της παρεμβάσεως αυτής από τον πρόεδρο της Β΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως με τα εξής λόγια: «Θεωρώ φυσικόν να εκφράσουν ούτοι προς ημάς ευλαβώς την άποψιν, το φρόνημα και την γνώμην των. Οφείλομεν να τους προσέξωμεν. Αποδίδομεν ιδιαιτέραν σημασίαν και προσοχήν εις την τάξιν των μοναχών, και ιδιαιτέρως των σεβασμίων Πατέρων του Άθω. Παρακαλώ υμάς όπως, εν τη εξετάσει των θεμάτων εν ταις επιτροπαίς, έχητε υπ’  όψιν και την ασκητικήν άποψιν των μοναχών» (βλ. Συνοδικά VIII, έκδ. Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζύ 1994, σελ. 119).

Όσον αφορά δε τα θέματα που άπτονται της μοναχικής ζωής και ιδιότητος η Ιερά Κοινότης του Αγ. Όρους έχει εκφράσει επίσημη τοποθέτηση, κατά την οποία ο μοναχός, ο οποίος  έχει καρεί με «ρασοευχή» και δεν έχει λάβει ακόμη το «μεγάλο Σχήμα», είναι μοναχός και η μοναχική ιδιότης του παραμένει ανεξίτηλη παρά την τυχόν έκπτωσή του από τον μοναχικό βίο (βλ. ΕΔIΣ ΡΚΘ΄, 20.8.1993). Θεωρούμε επ’  αυτού ότι  ιερολογούντες τον γάμο εκπεσόντος μοναχού υποβαθμίζουμε την δυνατότητα μετανοίας του - γνωστής από πάμπολλες διηγήσεις των συναξαρίων περί πρώην εκπεσόντων μοναχών -  και την προθυμία φιλοθέου επιστροφής του στις προς Θεόν μοναχικές υποσχέσεις».
Πηγή: "Ἀκτίνες"

Δημήτριος Τσελεγγίδης: «Eπιχειρείται θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την Μεγάλη Σύνοδο»

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης απέστειλε προς τους ορθοδόξους αρχιερείς τις πρώτες θεολογικές παρατηρήσεις του επί του κειμένου: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ».
ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ«ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ» (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ)
     Θεσσαλονίκη 3/2/2016
Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».

Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία... εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα... δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συν-ο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.
Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι


 πηγή:ΑΚΤΙΝΕΣ