Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Τραγικές ομοιότητες αιρετικών: Καλέκας-Ακίνδυνος, Βαρθολομαίος-Ζηζιούλας!

ἱερὸς Ἰωσὴφ Καλόθετος ἦταν μαθητὴς καὶ συναγωνιστὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατὰ τῆς αἱρέσεως τῆς ἐποχῆς τους. Ἡ ἐπιστολή, τῆς ὁποίας ἕνα μικρὸ τμῆμα παρουσιάζουμε καὶ σχολιάζουμε, ἐγράφη τὸ 1344 (περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου κατὰ τὸν Δημ. Τσάμη στὸ Σύγγραμμα «Ἰωσήφ Καλόθετος», σελ. 352). Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατηγορεῖται ὡς αἱρετικὸς ἀπὸ τὸν νόμιμο καὶ κανονικὸ Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα. Ὁ Π. Χρήστου μᾶς πληροφορεῖ σχετικά:
«Το 1344 ενδημούσα σύνοδος της Κωνσταντινούπολης έθεσε (τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ) εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας επειδή παρερμήνευσε τον Τόμο του 1341 και επειδή δεν μνημόνευσε τον Πατριάρχη». Καὶ ὅπως γράφει ὁ Jean Meyendorff: «Ο Πατριάρχης (σ.σ.: Ἰωάννης Καλέκας) διέταξε τη σύλληψη του Γρηγορίου Παλαμά, με πρόσχημα καθαρά πολιτικό. Αλλά, για να νομιμοποιήσει τη σύλληψη, αποφάσισε να κατευθύνει εναντίον του μια δίκη για αίρεση. Ο Ακίνδυνος, με απαίτηση του αρχιερέα, δημοσίευσε τις αναιρέσεις εναντίον του Παλαμά, κι ο Παλαμάς, απ' το βάθος της φυλακής του, δεν παρέλειψε ν’ απαντήσει» (Jean Meyendorff, “Γρηγόριος Παλαμάς, Ο Θεολόγος του Ησυχασμού” -ἐδῶ). 
Ἐκείνη λοιπόν, τὴν περίοδο, ποὺ ὁ Ἱερομόναχος Γρηγόριος Παλαμᾶς βρίσκεται στὴ φυλακὴ κατηγορούμενος γιὰ αἵρεση, ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Καλόθετος γράφει αὐτὴ τὴν ἐπιστολή, στὴν ὁποία τονίζει ὅτι «αἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ πολεμοῦν ποικιλοτρόπως τὴν ἀλήθειαν. Αἱ αἱρέσεις εἶναι ὅπλον των κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως διὰ τῶν Ἁγίων της περιορίζει τὴν ἔκτασιν τῆς ἀποστασίας».
Ὁ Ἀκίνδυνος τώρα (σύμμαχος τοῦ Κελέκα), εἶχε ἤδη καταδικαστεῖ γιὰ τὶς θέσεις του ἀπὸ Σύνοδο τοῦ 1341, ἀλλὰ δέχτηκε «να υπογράψει μια θολή δήλωση μεταμέλειας, και απέφυγε τη μνημόνευση του ονόματος του μέσα στις συνοδικές αποφάσεις». Ἔτσι, μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ πατριάρχη Καλέκα, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἔγγραφη-ἐπίσημη καταδικαστικὴ ἀπόφαση, διαδίδει «τὰς κακοδόξους διδασκαλίας του, ὡς βραβεῖον δὲ τοῦ ἀπονέμονται Μοναί»! (Δ. Τσάμη, ὅπ. παρ.).
Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἁγίου, βέβαια, δὲν ἀποδέχονται αὐτὲς τὶς «δραστηριότητες» τοῦ Ἀκίνδυνου (καὶ Καλέκα), ἀφοῦ μὲ αὐτές, κατὰ τὸν ἱ. Ἰωσὴφ Καλόθετο
ὁ Ἀκίνδυνος «ἀπεκόπη οὐσιαστικῶς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἵδρυσε μετὰ τοῦ Πατριάρχου (Καλέκα) ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν» (Δ. Τσάμη, ὅπ. παρ.).
Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ὁ ἱερὸς Ἰωσήφ, χωρὶς κάποια Σύνοδος νὰ ἔχει ἀφορήσει τὸν Καλέκα, μεταφέροντάς μας τὴν ἐπικρατοῦσα πεποίθηση-πράξη τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ συνειδητὰ αἱρετίζων ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὡς ἀποκεκομμένος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Στὸ τμῆμα τῆς 2ας Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωσὴφ Καλόθετου ποὺ παραθέτουμε, ὁ ἱερὸς συγγραφεὺς ἀνατρέχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ ἐρωτᾶ: 

§9. Εἶναι δυνατόν, ἀφ’ ὅτου ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος ἀποκόπηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κατόπιν, κάποιοι ἐκκλησιαστικοὶ προϊστάμενοι (Πατριάρχες, Ἐπίσκοποι κ.λπ.) νὰ ἐπιχειροῦν νὰ φέρουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία; Νὰ ἐπαναφέρουν δηλαδή, τοὺς αἱρεσιάρχες, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὸ ἴδιο πνευματικὸ νόσημα τῆς αἱρέσεως, στὴν ἀμώμητο νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καὶ νὰ τοὺς συγκαταλέξουν μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐνόσῳ οἱ αἱρετικοὶ συνεχίζουν νὰ φρονοῦν καὶ νὰ παραμένουν ἀμετανόητοι στὴν αἵρεση;
Ὁ ἅγιος Κύριλλος π.χ., ποὺ ὑπερασπίστηκε τὴν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀντιπαρατέθηκε σὲ ὑψηλοὺς τόνους μετὰ τοῦ Νεστορίου, ἦταν δυνατόν, λέγει ὁ ἱ. Ἰωσήφ, ἀφότου καταδικάστηκε ὁ Νεστόριος κι ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κατόπιν ὁ ἴδιος νὰ τὸν «εἰσαγάγει» καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ συναναμείγνυται μὲ τοὺς πιστούς, ἐνῶ παρέμενε ἀμετανόητος; (Ἡ ἀπάντηση, βέβαια, εἶναι ὄχι, γιατὶ αὐτὴ ἡ συναναστροφὴ θὰ προκαλοῦσε μολυσμὸ καὶ βλάβη στοὺς πιστούς). Ἂν ἔφτανε, ὅμως, σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, συνεχίζει, νὰ τὸν ξαναφέρει δηλ. στὴν Ἐκκλησία ἀμετανόητο, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κατεδικαστεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ καταδικάστηκε κι ὁ Νεστόριος; («…οὐν ἂν συνεξώσθη αὐτῷ καὶ αὐτός;»).
Κι ἂν τότε ἔτσι ἔγινε (σημειώνει) καὶ «ἐξώσθησαν» τῆς Ἐκκλησίας, ὅσοι ἀνῆκαν στὴν «πονηρὰ φατρία» τῶν αἱρετικῶν, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνει καὶ σήμερα, καὶ νὰ ἀπομακρυνθεῖ τῆς Ἐκκλησίας ὁ αἱρετικὸς καὶ μὴ καταδικασμένος Ἀκίνδυνος, «ἅρπαγμα γενόμενος τοῖς κακοδόξοις καὶ πάντα τρόπον ἐκείνοις συνηγορῶν καὶ προμαχῶν;».
Ἂς ἀναλογιστοῦμε ὅλοι, ἰδιαίτερα οἱ Ποιμένες) τὶς ὁμοιότητες τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Καλέκα μὲ τοὺς Βαρθολομαῖο, Ζηζιούλα, καὶ ὅσον ἀναφορὰ τὶς σχέσεις τους μὲ τοὺς συγχρόνους αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τὶς κακόδοξες θεωρίες ποὺ οἱ ἴδιοι διδάσκουν!
Δὲν ἔχουν, λοιπόν, θέση στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οἱ αἱρετικοί, (σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας), ὅπως οἱ Βαρθολομαῖος καὶ Ζηζιούλας (ὁ ζηλώσας θέση Καρδιναλίου τοῦ Πάπα), οἱ ὁποῖοι μάλιστα, κατὰ τὸν Ἰωσήφ Καλόθετο, φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ χρησιμοποιοῦν τυραννία καὶ ἀπειλές. Γι’ αὐτὸ ἐμεῖς, πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦμε, νὰ ἀποτειχιστοῦμε ἀπὸ αὐτόν, λέγει, νὰ διακόψουμε τὴν κοινωνία μαζί του, νὰ διακόψουμε τὸ Μνημόσυνό του: «ἀποκοπτέον ἡμᾶς αὐτοὺς τῆς ἐκείνου κοινωνίας».

§10. Ἀλλ’ ἂν κάποιος μᾶς ἀντείπει (συνεχίζει στὴν ἑπομένη παράγραφο ὁ ἱερὸς Ἰωσήφ) ὅτι, ὄχι, δὲν πρέπει νὰ ἀποτειχιστοῦμε πρὶν ἀποφασίσει τοῦτο κάποια Σύνοδος (δηλ. «πρὸ συνοδικῆς διαγνώμης»), τότε ἂς ἀκούσει αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ περιέχει «καὶ τὸ ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ». (Κι αὐτὸς ὁ Κανόνας ποὺ τὸ περιέχει, σημειώνει ὁ Δημ. Τσάμης –ὅπ. παρ. σελ. 374– εἶναι ὁ 2ος Κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ποὺ λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: «μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις… ὁ τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον»[1]. Στὸ ἴδιο ἔργο του ὁ Δημ. Τσάμης παραθέτει καὶ τὸν 33ο  Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι», ὅπως ἐπίσης καὶ τοὺς Κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 45 καὶ 46[2]).
Πρέπει ἐδῶ νὰ θυμίσουμε καὶ πάλι (ἀφοῦ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀποτελεῖ σημεῖο προστριβὴς καὶ προβληματισμοῦ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων, ἂν δηλαδὴ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸν αἱρετίζοντα, πρὶν αὐτὸς καταδικαστεῖ ἀπὸ Σύνοδο) ὅτι ὁ πατριάρχης Ἰωάννης Καλέκας ἦταν τότε ὁ κανονικὸς Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μετὰ 3 περίπου χρόνια «καθῃρέθη παρὰ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῷ 1347».
 Ἂς ἀκούσει-θυμηθεῖ, ἐπίσης (συνεχίζει ὁ Καλόθετος), αὐτὸς ποὺ θέλει -καὶ ἐπιμένει- ἕναν τέτοιο αἱρετικὸ νὰ προσκαλέσει καὶ εἰσαγάγει στὴν Ἐκκλησία, ὅτι τὸν αἱρετικὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἔχει συνοδικῶς καὶ ἐγγράφως καταδικάσει καὶ ἀποκηρύξει ὡς κακόδοξον, καὶ ὅσον χρόνον παραμένει στὴν κακία καὶ στὴν ἀθεΐα του, ἐκεῖνος ποὺ θὰ κοινωνήσει μὲ τὸν κακόδοξον, ἀποδεικνύει καὶ πιστοποιεῖ ὅτι συμφωνεῖ κατὰ πάντα μὲ τὸν αἱρετικόν. [Ἐδῶ, πάλι ὁ Δημ. Τσάμης μᾶς ὑπενθυμίζει τοὺς σχετικοὺς κανόνες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[3], (ὅπ. παρ. σελ. 375) στὴν ὁποία θεσμοθετεῖται καὶ δηλώνεται ὅτι, ὄχι μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἔχει προστεθεῖ στὴν παράταξη τῶν αἱρετικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ στὸ μέλλον θὰ προστεθεῖ στὴν παράταξή του φρονῶν τὰ ἴδια («ἐφρόνησεν, ἢ φρονήσει»), ποὺ δηλαδὴ θὰ ἀποδεχτεῖ τὶς κακοδοξίες ποὺ κατεδίκασε ἡ Σύνοδος (κάθε Σύνοδος), αὐτὸς ἀπὸ τώρα κανονίζουμε, ὅτι χωρὶς σύγκληση ἄλλης Συνοδου, εἶναι ἐκβεβλημένος τῆς Ἐκκλησίας! («πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπὸ τῆς συνόδου ἐκβεβλημένος, καὶ ἀνενέργητος ὑπάρχων»).
Καὶ αὐτὸ ὁ ἱ. Καλόθετος τὸ ἀναφέρει γιὰ τὸν Ἀκίνδυνον καὶ τὸν Καλέκα· τὰ κακόδοξα φρονήματα τοῦ πρώτου, ἀποδέχεται πλέον καὶ ὁ δεύτερος, ὁ Πατριάρχης Καλέκας, ὁ ὁποῖος τότε καὶ διηύθυνε «τὸ μέγα σκάφος τῆς Ἐκκλησίας». Καὶ ὅσα πιστεύματα τῆς Ἐκκλησίας ὁ Ἀκίνδυνος ἔχει ἐγκαταλείψει, τὰ αὐτὰ ἔχει ἐγκαταλείψει καὶ ὁ Καλέκας. Κι αὐτὰ ποὺ εἶχαν ἐγκαταλείψει, ἦσαν τὰ δόγματα τῆς Πίστεως ποὺ ἀποδέχονται οἱ Ἅγιοι· αὐτὰ δὲ ποὺ ἀποδέχονταν ἦσαν οἱ κακοδοξίες τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τοῦ Ἀκίνδυνου. Ἂρα ὁ Καλέκας κοινωνεῖ μὲ ἀκοινώνητο! Μάλιστα ἔχει φτάσει στὸ σημεῖο νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπειθεῖς στὴν Ἐκκλησία, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι  κακοδοξοῦν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιδροῦν καὶ δὲν δέχονται τὶς κακοδοξίες τους, δηλαδὴ ἐμεῖς, λέγει ὁ Ἰωσήφ! (Σᾶς θυμίζει αὐτὸ κάτι ἀκόμα ἀπὸ τὴν σύγχρονη πραγματικότητα;).
Ἐπειδή, λοιπόν, ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει πηγὲς δακρύων γιὰ νὰ κλαύσουμε τὸ «σύντριμμα τῆς Ἐκκλησίας», ἀφοῦ, ὄχι μόνον τὰ μέλη της ἐναντιώνονται ἀλλήλοις, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ὑπάρχει καινοτομία τῆς Πίστεως, κι ὄχι μόνον μία-δυὸ αἱρέσεις, ἀλλὰ πολλές.
Παρόμοιες «πηγὲς δακρύων» θὰ ἔπρεπε νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ κι ἐμεῖς σήμερα, γιὰ τὸ «σύντριμμα τῆς Ἐκκλησίας», ποὺ ἐπιτελεῖται ἀπὸ τὴν φατρία τοῦ Φαναρίου, συγκοινωνούντων μετ’ αὐτοῦ τῶν συγχρόνων Ποιμένων καὶ δὴ ἐκ τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν!
Σημάτης Παναγιώτης

Τὸ κείμενο:
 

[1] Ὁ 2ος Κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ποὺ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πάντας τοὺς εἰσιόντας εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τῶν ἱερῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ κοινωνοῦντας δὲ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ, ἢ ἀποστρεφομένους τὴν ἁγίαν μετάληψιν τῆς εὐχαριστίας κατά τινα ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς ἐκκλησίας, ἕως ἂν ἐξομολογησάμενοι, καὶ δείξαντες καρποὺς μετανοίας, καὶ παρακαλέσαντες, τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης· μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδὲ κατ᾽ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ συνευχομένοις, μηδὲ ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τοὺς ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ μὴ συναγομένους. Εἰ δὲ φανείῃ τις τῶν ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς ἐκκλησίας». Στὸ ἴδιο ἔργο του ὁ Δημ. Τσάμης παραθέτει καὶ τὸν 33ο  Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι». Ἐπίσης οἱ Κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 45 καὶ 46: «Κανὼν ΜΕ´ «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω». Κανὼν ΜΣΤ´ «Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».
[2] «Κανὼν ΜΕ´ «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω». Κανὼν ΜΣΤ´ «Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;»
[3] Κανὼν Α΄ και Δ΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Α΄. «Ἐπειδὴ ἐχρῆν καὶ τοὺς ἀπολειφθέντας τῆς ἁγίας συνόδου, καὶ μείναντας κατὰ χώραν, ἢ πόλιν, διά τινα αἰτίαν, ἢ ἐκκλησιαστικήν, ἢ σωματικήν, μὴ ἀγνοῆσαι τὰ ἐν αὐτῇ τετυπωμένα, γνωρίζομεν τῇ ὑμετέρᾳ ἁγιότητι καὶ ἀγάπη, ὅτι περ, εἴ τις μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας, ἀποστατήσας τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου, προσέθετο τῷ τῆς ἀποστασίας συνεδρίῳ, ἢ μετὰ τοῦτο προστεθείη, ἢ τὰ Κελεστίου ἐφρόνησεν, ἢ φρονήσει, οὗτος κατὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων διαπράττεσθαί τι οὐδαμῶς δύναται, πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπὸ τῆς συνόδου ἐκβεβλημένος, καὶ ἀνενέργητος ὑπάρχων. Ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόποις, καὶ τοῖς πέριξ μητροπολίταις, τοῖς τὰ τῆς ὀρθοδοξίας φρονοῦσιν, ὑποκείσεται εἰς τὸ πάντη καὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπισκοπῆς ἐκβληθῆναι». Κανὼν Δ΄ «Εἰ δέ τινες ἀποστατήσαιεν τῶν κληρικῶν, καὶ τολμήσαιεν ἢ κατ᾿ ἰδίαν, ἢ δημοσίᾳ, τὰ Νεστορίου, ἢ τὰ Κελεστίου φρονῆσαι, καὶ τούτους εἶναι καθῃρημένους ὑπὸ τῆς ἁγίας συνόδου δεδικαίωται».

Βιαστήκαμε να χαρούμε...! Μητροπολίτης ελέγχει και ...δικαιώνει τὸν κ. Ζηζιούλα!

Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομος:


Κατὰ μητροπ. Περγάμου (κ. Ζηζιούλα)
ὁ μητροπ. Ἐλευθερουπόλεως Χρυσόστομος

μὲ ἀφορμὴ τὴ Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν Κων/πολη
 
Ὁ Περγάμου κ. Ζηζιούλας ἀσπάζεται τὴν δεξιὰν τοῦ Πάπα!
Βιαστήκαμε νὰ  χαροῦμε, διαβάζοντας τὸν ἤπιο ἔλεγχο τοῦ μητροπολίτη Ἐλευθερουπόλεως Χρυσοστόμου γιὰ τὸν σύγχρονο μεγάλο αἱρετικὸ τῆς Ἐκκλησίας μητροπ. Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος ἐκ τούτου ἐξεμάνη καὶ ἀνταπάντησε!
Ἀλλὰ ἡ χαρὰ ἔμεινε μισή, καθὼς διαπιστώσαμε ὅτι ἡ ἀντιπαράθεση ἡμι-ακυρώνεται μὲ ὅσα ἄλλα γράφει στὸ πρῶτο του ἄρθρο, ἀλλὰ καὶ στὸ δεύτερο ὁ κ. Χρυσόστομος! Διότι ναὶ μὲν παραμένει πιστὸς στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση περὶ ἡσυχασμοῦ καὶ Συνόδων ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Παράδοση τὴν ὁποία ἀμφισβητεῖ ριζικὰ ὁ Περγάμου, ἐπαναλαμβάνοντας οὐσιαστικὰ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τὶς συγκεκριμένες κακοδοξίες του! Ἀλλὰ ταυτόχρονα ὁ Ἐλευθερουπόλεως διὰ τῆς ὅλης ἐπιστολῆς του ἀποδεικνύεται πιστὸς ὀπαδὸς τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ Φαναρίου καὶ ἰδιαίτερα τοῦ ἀρχηγέτη τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τοῦ ὁποίου πλέκει τὸ ἐγκώμιο! Ναὶ μὲν θίγει τὸ θέμα τοῦ «παραπικρασμοῦ» τῆς Ἐκκλησίας της Ἑλλάδος ἐκ τῆς προσφάτου ἐπαναλήψεως τῶν ἐξουσιαστικῶν ἐμμονῶν τοῦ Φαναρίου περὶ τοῦ ἰδικοῦ του «Πρωτείου», ἀλλ’ ὅμως ἀποδέχεται ὡς φυσιολογικὸ γεγονὸς τὴν Μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρεσιάρχη Βαρθολομαίου! Ὡσαύτως οὐδεμία ἀντίρρηση ἔχει γιὰ τὸ «ἐπιτελούμενο ἔργο» Βαρθολομαίου-Ζηζιούλα διὰ τῶν κατεδαφιστικῶν τῆς Πίστεως Διαλόγων μετὰ τῶν αἱρετικῶν!
Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ τὰ κάνει θάλασσα ὁ κ. Χρυσόστομος εἶναι στὸ δεύτερο ἄρθρο του, μὲ τὸ ὁποῖο (εὐτυχῶς ἐμμένει τουλάχιστον στὶς θέσεις του περὶ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ -τί ἄλλο μποροῦσε νὰ κάνει;) ἀποδίδει δίκιο(!) στὸν Περγάμου κ. Ζηζιούλα! Καὶ πῶς τὸν δικαιολογεῖ; Διότι, λέγει, ὁ «Ἅγιος Περγάμου»  θεώρησε ὅτι ἐθίγει σὲ θέμα ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν Πίστη! Καὶ ἔκανε ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐρήμου! (Νά, ποὺ θὰ μᾶς βγάλει καὶ Ὁμολογητὴ τὸν κ. Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος ἐθίγει ὄχι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, ἀλλὰ γιὰ τοῦ ἔθιξαν τὴν Οἰκουμενιστικὴ του κακοδοξία»!). Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δηλαδή, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἐλευθερουπόλεως, ὅταν κατηγοροῦνται γιὰ θέμα ποὺ «ἔχει σχέση μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη των, χάνουν τὴν ἠρεμία των καὶ μὲ ὀργὴ ἀνθίστανται στὸν κατήγορό των». Ἐνόμισε, δηλαδή, λανθασμένως ὁ κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας (καὶ γιὰ τοῦτο ἔχασε τὴν ἠρεμία του), ὅτι «ὁ ὑποφαινόμενος ἐσκόπευε νὰ τὸν θίξει στὸ σπουδαῖο κεφάλαιο τῆς πίστεως»!
Παραθέτουμε τὰ τρία αὐτὰ ἄρθρα, καὶ βγάλτε τὰ συμπεράσματά σας γιὰ τὴν σοβαρότητα καὶ ποιότητα τῶν πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐξ «ἡμισείας ὀρθοδόξων» Ἐπισκόπων, ποὺ κοινωνοῦν μὲ αὐτούς!



Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομος:


Ἡ Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Θρόνου στήν Κωνσταντινούπολη
(29 Αγούστου 2 Σεπτεμβρίου 2015)

Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τοῦ αὐτοκεφάλου της Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Μητροπολῖτες τῶν λεγομένων ἀκόμη Νέων Χωρῶν συνῆλθαν μαζὶ μὲ τοὺς ἁπανταχοῦ της γῆς ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου σὲ κοινὴ σύναξη στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ 29η Αὐγούστου ἕως 2α Σεπτεμβρίου 2015. Οἱ Ἕλληνες Μητροπολῖτες προσεκλήθησαν προσωπικὰ μὲ τὸ ἀπὸ 13ης Ἰουλίου 2015 ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. -635- ἔγγραφο τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου, ὅπου ἀναγραφόταν ὡς σκοπὸς τῆς Συνάξεως, «τοῦτο μὲν πρὸς ἀδελφικὴν ἐπικοινωνίαν καί ἐν κοιναῖς δεήσεσι καὶ προσευχαῖς ἐγκαινιασμὸν τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καὶ τῆς ἀρχομένης νέας Θ΄ Ἰνδικτιῶνος, τοῦτο δὲ ἵνα ἀνταλλάξωμεν ἀπόψεις ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων…». Ἀπὸ μέρους δὲ τῆς ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἐπακολούθησε οἱασδήποτε φύσεως σχετικὸ ἔγγραφο. 

Μόνο ὅταν ἐπλησίαζε ἡ ἡμερομηνία τῆς Συνάξεως ἀπὸ τὸν διαδικτυακὸ τύπο ἔγινε γνωστὸ τὸ γεγονὸς κάποιας ἰσχνῆς ἀντιδράσεως ἐκ μέρους τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ συγκεκριμένα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ σὰν ἕνα εἶδος διαμαρτυρίας, διότι ἐπισήμως δὲν ἐνημερώθηκε ἡ Ἀθήνα γιὰ τὴν ἐν λόγω Σύναξη τοῦ Φαναρίου. Ἡ ἐπίσημη ἀπάντηση ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν ἔνσταση αὐτή, στὸν «παραπικρασμὸ» αὐτὸ τῆς ἡγεσίας τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸ Φανάρι, ἦταν ὅτι τὸ ἔγγραφο τῆς προσκλήσεως τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν ἐνημέρωνε ταὐτόχρονα, ἐννοεῖται, καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἄρα, σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν λογική, ἰδιαίτερο ἔγγραφο δὲν ἀπαιτεῖτο. Ἐδῶ ἔληξε τὸ θέμα τῆς ἀσθενοῦς διαμαρτυρίας – ἐνστάσεως καὶ τῆς ἄμεσης ἀπαντήσεως μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Φαναρίου.
Ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων οἱ ἐξ Ἑλλάδος προσκληθέντες Μητροπολῖτες ἀνταποκρίθηκαν οἱ περισσότεροι καὶ βρέθηκαν μὲ τοὺς συνεργάτες των ἔγκαιρα στὴν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νὰ συμμετάσχουν στὴν πρώτη αὐτὴ καθολικὴ σύναξη τῶν ἀρχιερέων πού μνημονεύουν «ἐν πρώτοις» στὴ Θεία Εὐχαριστία τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Ἡ ἱερὰ αὐτὴ Σύναξη μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο πραγματοποιήθηκε στὸν μεγαλοπρεπῆ καὶ καλῶς διατηρημένο ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν περιοχὴ τοῦ Ταξίμ. Ὅλοι οἱ σύνεδροι, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς, Μητροπολῖτες καὶ Ἐπίσκοποι, καθήμενοι σὲ τρεῖς σειρὲς καθισμάτων ἦσαν συνολικὰ 136.
Ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνάξεως ἄρχισε μὲ ἐπιβλητικὴ Ἀκολουθία προεξάρχοντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Βοηθούμενος ἀπὸ τοὺς πατριαρχικοὺς διακόνους καὶ τοὺς χοροὺς τῶν ἀναλογίων τοῦ πατριαρχικοῦ Ναοῦ ἀνέπεμψε δεήσεις καὶ ἱκεσίες ὑπὲρ εὐοδώσεως τῶν σκοπῶν τῆς ἱερᾶς Συνάξεως.
Ἀκολούθησαν μακροσκελεῖς προσφωνήσεις ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου καὶ τοῦ συμπροεδρεύοντος ἁγίου Περγάμου. Τόσο στὶς προσεγμένες αὐτὲς ὁμιλίες ὅσο καὶ στὶς ὑπόλοιπες, πού ἀκολούθησαν τὶς ἑπόμενες ἡμέρες τοῦ συνεδρίου, ἐμφανὴς ἦταν ἡ προσπάθεια τῶν ὁμιλητῶν νὰ ἐξαρθῆ ἡ ἐξαιρετικὴ σημασία, ὁ κομβικός, βασικὸς ρόλος, οἱ πρωτοβουλίες καὶ ἡ σπουδαιότητα ἐν γένει τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ σχετικὰ μὲ τοὺς χριστιανοὺς τῶν ἄλλων δογμάτων σὲ ἐπίπεδο κυρίως διαλόγων καὶ γενικότερα μέσα στὴν καταπληκτικὴ ροὴ τοῦ παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Ἡ πρωτοφανὴς αὐτή, ἐξ ἐπόψεως προσκεκλημένων, ἐπισκοπικὴ Σύναξη τοῦ Φαναρίου εἶχε ἀξιόλογα θετικὰ καὶ πολλαπλῶς ὠφέλιμα ἀπὸ ἄποψη ἐκκλησιολογικὴ στοιχεῖα. Κατ’ ἀρχὰς τὸ θέαμα ἦταν συναρπαστικό, ἀνακαλώντας ἀρχαῖες ἡμέρες εὔκλειας καὶ δόξης, καθὼς ἦταν συναγμένοι ἐπὶ τὸ αὐτό, ἐκ περάτων γῆς, δεκάδες Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ὑπὸ τοὺς φωτεινοὺς θόλους τοῦ μεγαλοπρεποῦς Ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴ σεπτὴ Κορυφή των, στὴν καρδιὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀκόμη, καὶ στὶς ἡμέρες μας, παρὰ τὴν πείσμονα καὶ ἀλλόκοτη (τερατώδη) παραμόρφωση τῆς ἱστορικῆς της μορφῆς διατηρεῖ ζωηρὰ ἴχνη τῆς ἀρχαίας, ἀνεπανάληπτης καλλονῆς της καὶ προκαλεῖ αἰσθήματα γλυκύτατης νοσταλγίας καὶ ὑπερηφάνειας στὴν καρδιά μας. Σήμερα μάλιστα πού οἱ ἀπειροπληθεῖς κάτοικοί της δὲν διαφέρουν σὲ εὐγένεια καὶ φιλόξενη διάθεση ἀπὸ τοὺς κατοίκους ἄλλων εὐρωπαικῶν κρατῶν.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ τὸ εὐάρεστο αἴσθημα πού μετέδιδε ἡ σύναξη ἐπὶ τὸ αὐτὸ μεγάλου τμήματος τοῦ Ὀρθοδόξου ἐπισκοπικοῦ σώματος, ἡ ἐν λόγω πρωτοφανὴς Σύναξη τοῦ Φαναρίου μὲ τὶς ὑψηλοῦ θεολογικοῦ ἐπιπέδου εἰσηγήσεις καὶ τὶς ἐπιτυχεῖς παρεμβάσεις τῶν συνέδρων ἔδωσε ἀρκετὰ πειστικὰ πολλὲς ὄψεις, ἄγνωστες σὲ πολλούς, τῶν ἑκάστοτε διαλόγων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ὅπως καὶ τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν προβλημάτων πού ἀναφύονται κατὰ τρόπο ὀδυνηρό, κάποτε μεταξὺ ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν. Ὅπως ἐπίσης ἄκουσαν πολλοὶ σύνεδροι ἀπὸ τὸ στόμα κοσμογυρισμένων ὀρθοδόξων ἐπισκόπων γιὰ σκοτεινὰ παρασκήνια, κοσμικὰ διαβούλια καὶ περίπλοκα στὶς ἀναγκαστικὲς κάποτε σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου τούτου. Πράγματα φυσικὰ ἄγνωστα, ἀνυποψίαστα, ἀπροσπέλαστα σὲ μᾶς πού ζοῦμε στὴ μακαριότητα καὶ τὴν αὐτάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ «ἐπαρχιωτισμοῦ» (Ἐλέχθη καὶ αὐτὸ μετριοφρόνως μὲ δόση εὐσεβάστου οἴκτου…).
Ἐντύπωση βέβαια ὄχι τόσο εὐχάριστη προκάλεσε ἡ ὑποστηριζόμενη, μᾶλλον μὲ ἀρκετὴ εὐκρίνεια διαφαινόμενη, ἀπ’ ὅσα σπουδαῖα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνάξεως ἄποψη, ὅτι τὰ ἴδια τά πράγματα, ἡ σύγχρονη πολιτική, πολιτιστικὴ καὶ ἠθικὴ κατάσταση τοῦ κόσμου τούτου, ἀπαιτοῦν ἐξάπαντος κάποια ὑποχωρητικότητα καὶ κάποια εὐκαμψία καὶ εὐλυγισία διπλωματικὴ στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους χριστιανούς.
Ἐπίσης ἐξένισε πολλούς καὶ ἡ ἐπίμονη ἄποψη ὅτι σοβαρότατο ἐμπόδιο στὴν καλὴ καὶ εὔρυθμη πορεία τῶν διαλόγων ἀποτελεῖ ἡ ἐπίμεμπτη, διαρκής ὑστεροβουλία τῶν ἐκπροσώπων τῆς πολυπληθοῦς Ἐκκλησίας τοῦ Βορρᾶ.
Καὶ ἐὰν μὲν κάπως ἀορίστως ἐτονίζετο αὐτὴ ἡ ἀπαραίτητη «ἐκ τῶν πραγμάτων» διπλωματικὴ εὐλυγισία τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρὴ καὶ ἀνεπαίσθητη θὰ προκαλοῦσε ἐντύπωση. Ὅμως τοῦτο ἔγινε ὀδυνηρὰ ἀντιληπτό, ὅταν ἐθίγη τὸ θέμα τῶν συμπροσευχῶν, κάτι ποὺ ἀπασχόλησε, ὄχι ἁπλῶς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ αὐτοὺς τοὺς θεοπνεύστους ἱεροὺς κανόνες κάποτε ἢ ὅταν παρελήφθη ἐπίμονα στὰ κείμενα, πού ἐκφωνοῦντο, ἡ γνωστή μας γενικὴ ἀπὸ τὴ λέξη πρωτεῖον τοῦ Ρώμης, δηλαδὴ ἡ γενικὴ τιμῆς ἢ ἐξουσίας ἢ τὸ ἐπαχθέστερο, ὅταν διεφάνη στὰ λόγια τοῦ συμπροεδρεύοντος κάποια ὑποτίμηση ἀρχαίου καὶ ἐπιφανοῦς ἐκκλησιαστικοῦ διδασκάλου. Ποίου; Τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ γενικώτερα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κινήματος τοῦ Ἡσυχασμοῦ.
Βέβαια ὅλα αὐτά, ἔστω καὶ σὰν ἀμυδρὲς σκιές, δὲν ἀμαυρώνουν τὴν σπουδαιότητα τῆς Συνάξεως αὐτῆς, οὔτε βέβαια δίνουν τὸ δικαίωμα σὲ εὔκολους, ἄκριτους, βιαστικούς, πικρόχολους, μικρόψυχους καὶ ἀδιάκριτους σχολιασμοὺς ἐκ μέρους γνωστῶν τιμητῶν τῆς πατρίδος μας ἐναντίον τῆς ἐργώδους, ἀκατάπαυστης προσπάθειας τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου νὰ ἐκπληρώση τὸν μοναδικὸ ἱστορικό του ρόλο μέσα στὸν σύγχρονο ἀνήσυχο καὶ εἰκονοκλαστικὸ κόσμο μας. Τιμητών στρεφομένων ἐναντίον τῆς σεβασμίας ἱερᾶς Καθέδρας, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τὴν συγκινητικότατη ἔκφραση τοῦ Παναγιωτάτου, μοιάζει μὲ σταγόνα μέσα στὸν ὠκεανὸ τῶν ἀλλοθρήσκων. Πάντως λίγη προσοχὴ καὶ σύνεση, ὅπως καὶ διάκριση, ὅλα ἀπόρροια εἰλικρινοῦς πίστεως καὶ ἀδελφικῆς ἀγάπης, δὲν ἀποτελοῦν πολυτέλεια γιὰ τὰ «ἀντιμαχόμενα», ὡς μὴ ὤφειλε, ἰδεολογικὰ στρατόπεδα.
Ἐλευθερουπόλεως Χρυσόστομος

Κύριο Άρθρο περιοδικού: «Άμβων Παγγαίου» Ι.Μ. Ελευθερουπόλεως, 
Τεύχος 48ο – Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2015 http://imelef.gr



 Επιστολή Μητρ. Περγάμου Ιωάννη με αφορμή το άρθρο του Μητρ. Ελευθερουπόλεως Χρυσοστόμου «Ἡ Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν Κωνσταντινούπολη» (29 Αὐγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2015).

Με αφορμή το άρθρο «Ἡ Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν Κωνσταντινούπολη (29 Αὐγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2015)» του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Χρυσοστόμου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης απέστειλε επιστολή απάντηση προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως .
Ακολουθεί η επιστολή του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα:



Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομος:

« Ἄραγε τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων μιᾶς ἁγίας ἐκκλησιαστικῆς συνόδου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν γνώμη ἑνὸς πανεπιστημιακοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας;»


Ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομος απαντά στο  Μητροπολίτη Περγάμου  Ιωάννη

Τὸ ὀργίλον ὕφος τοῦ ἐπιστολογράφου ἁγίου Περγάμου κ. Ἰωάννου, δικαιολογεῖται, ἐὰν ἔχουμε διαβάσει χάριν πνευματικῆς οἰκοδομῆς ἱστορίες ἀπὸ τὴν ἀφελεστάτη, ἀλλὰ τόσο γοητευτικὴ καὶ διδακτικὴ φιλολογία τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου. Ἐκεῖ συναντοῦμε ἄνδρας ὁσίους κατὰ πάντα νὰ δέχωνται ἀπαθῶς τὶς χειρότερες κατηγορίες ἀπὸ κακοήθεις ἀνθρώπους. Μόλις ὅμως φθάνει στὴν ἀκοὴ των κατηγορία, πού ἔχει σχέση μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη των, χάνουν τὴν ἠρεμία των καὶ μὲ ὀργὴ ἀνθίστανται στὸν κατήγορό των.
Ἔτσι ἑρμηνεύομε καὶ τὸ ἐκτάκτως δριμὺ καὶ ὀξυβελὲς ὕφος τῆς ἐπιστολῆς τοῦ διαπρεποῦς ἀκαδημαικοῦ διδασκάλου τῶν ἡμερῶν μας. Διότι ἐνόμισε ὅτι ὁ ὑποφαινόμενος ἐσκόπευε νὰ τὸν θίξει στὸ σπουδαῖο κεφάλαιο τῆς πίστεως. Ἀλλὰ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου τίποτε ἄλλο δὲν περιέλαβε παρὰ μόνο ὅ,τι «ἐξ ἀντικειμένου» εἶδε καὶ ἄκουσε, ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς μετασχόντες στὴν γνωστὴ Σύναξη τοῦ Φαναρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Καὶ θὰ παρέλειπε τὸ σημεῖο ἐκεῖνο, πού ἀφοροῦσε τὸν ἅγιο Περγάμου, ἐὰν δὲν ἐνεθυμεῖτο, ὅτι «ἀντέστη» εὐθαρσῶς στὶς διατυπωθεῖσες ἀπόψεις του περὶ τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πρωταγωνιστοῦ του ὄχι τυχαῖο μέλος τῆς Συνάξεως τῶν ἀρχιερέων, ἀλλὰ νέος ἀρχιερεὺς, ἐπίσης ἀκαδημαϊκὸς διδάσκαλος καὶ μάλιστα τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Τί, λοιπόν, ὁ ὑποφαινόμενος καὶ ἄλλοι ἴσως, πού ἔγιναν ἀκουσίως μάρτυρες τῆς διχογνωμίας τῶν δύο ἀκαδημαϊκῶν διδασκάλων, ἑνὸς παλαιοῦ καὶ ἑνὸς νεωτέρου, λογικὰ περίμεναν; Ὡς σοφὸς καὶ ἐπιστήμων, ὁ Σεβασμιώτατος, καταστέλλων τὸν θόρυβον τῆς ψυχῆς, ἀπὸ τὴν ἀπρεπῆ ἀναφορὰ τοῦ τιμίου ὀνόματός του σὲ ἕνα ἄρθρο ἀσήμαντου θρησκευτικοῦ περιοδικοῦ, «ἐν πραύτητι σοφίας», ὡς ὀφειλέτης «σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις» κατὰ τὸν Ἀπόστολο, νὰ γράψει, ὅτι τιμᾶ καὶ σέβεται, ὅπως ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, αἰῶνες τώρα, τὸν ἐπιφανέστατο Πατέρα καὶ Διδάσκαλό μας, Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ.
Ἀντὶ ὅμως τούτου ἐπέμεινε στὴν ἀρχική του θέση, ὅτι, δηλαδή, ἀνήκει στοὺς ὀλίγους, οἱ ὁποῖοι δὲν δίνουν τόση βαρύνουσα σημασία στὶς συνόδους τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, οἱ ὁποῖες στὸ πλαίσιο τῶν Ἡσυχαστικῶν ἐρίδων τοῦ 14ου αἰῶνος, τράβηξαν (ἂς ἐπιτραπεῖ μία γνωστὴ ἔκφραση τῶν ἡμερῶν μας) τὶς κόκκινες γραμμὲς ἀνάμεσα στὴν ἁγία Ὀρθοδοξία μας καὶ τὸν Ρωμαιοκαθολικισμό. Καὶ ὡς σύμμαχο μάλιστα γενναῖο τῶν ἀπόψεών του ἔφερε τὸν μακαρίτη Καθηγητὴ Ι. Καρμίρη, πού ἀποφαίνεται ὄχι τόσο θετικὰ γιὰ τὶς συνόδους ἐκεῖνες, ἀφοῦ τοὺς δίνει τὸν ὄχι κολακευτικὸ χαρακτηρισμὸ τῆς «σχετικῆς, καὶ ἐπικουρικῆς καὶ δευτερεύουσας» πηγῆς τῆς πίστεώς μας.
Ἀλλὰ εὐλαβῶς ἂς ἐρωτήσουμε στὸ σημεῖο αὐτό. Ἐκτός τοῦ ὅτι ἡ προηγούμενη παρατήρηση τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ προσφέρεται γιὰ πολλὴ διερεύνηση καὶ προσεκτικὴ ἐξέταση, κυρίως στὸ ζήτημα, τί προσέφεραν στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ δόγμα της ἐκεῖνες οἱ σύνοδοι, ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Ἁγίου Πατρὸς μας Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μπορεῖ νὰ ἐρωτήσει κάποιος: ἄραγε τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων μιᾶς ἁγίας ἐκκλησιαστικῆς συνόδου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν γνώμη ἑνὸς πανεπιστημιακοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας; Περισσότερη μάλιστα ἐμπιστοσύνη θὰ εἴχαμε γιὰ τὶς ὅποιες ἀπόψεις του, ἐὰν μπροστὰ μας εἴχαμε τὴν προσεκτική, προσωπικὴ ἔρευνά του αὐτῶν τῶν συνόδων καὶ τὰ πειστικά του ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν ἐνδελεχῆ καὶ σοβαρὴ μελέτη τους. Κάτι τέτοιο ὅμως δὲν ἔχομε ἐκτὸς ἀπὸ μία ἀφοριστική του καὶ γενικώτατη παρατήρηση.
Ἔπειτα λίγες φορὲς θεράποντες τῆς ἱερᾶς Ἐπιστήμης ἀστόχησαν θλιβερῶς στὰ συμπεράσματά τους καὶ δέχθηκαν κατόπιν δικαίως τὶς παρατηρήσεις τῆς Ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας; Τοιοῦτος δὲν ἦταν ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος καθηγητὴς τῆς Θεολογίας Γεώργιος Δέρβος, (1854-1925) ὁ ὁποῖος κατέληξε μετὰ ἀπὸ ἔρευνες ὄχι ἁπλῶς γιὰ τήν ὑποτίμηση, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀνυπαρξία τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, πρώτου ἐπισκόπου Ἀθηνῶν; Μήπως μετὰ τὴν γνωμάτευση τοῦ σοφοῦ πατρολόγου ἔπαυσαν οἱ εὐσεβεῖς Ἀθηναῖοι νὰ τιμοῦν τὸν ἀνύπαρκτο γιὰ τὸν καθηγητὴ Ἅγιο Ἱερόθεο;
Δεύτερον μποροῦμε νὰ ἀντιτάξουμε στὸν Ἅγιο Περγάμου, πού ἀνήκει στοὺς λίγους πού δὲν δίνουν τὴ σημασία, ὅπως δίνουμε ἐμεῖς οἱ πολλοί, στὶς συνόδους τοῦ 1341 καὶ 1351, οἱ ὁποῖες νομοθετοῦν καθοδηγούμενες ἀπὸ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καὶ ἄλλους διαπρεπεῖς σύγχρονους ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι δίνουν ὡς ἐπιστήμονες τὴ σημασία τῶν πολλῶν γιὰ ἐκεῖνες τὶς συνόδους καὶ ἐπιδεικνύουν ἀμέριστο σεβασμὸ στὶς ἀποφάσεις των. Τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μας ἐκλεκτοὶ Ἱεράρχες, λόγιοι καὶ ἐπιστήμονες, (π.χ. ὁ Ἅγιος Πειραιῶς, ὁ Ἅγιος Γόρτυνος) ὅταν ἦλθε στὴν ἐπικαιρότητα ἡ πνευματικὴ ἀξία τῶν ἐν λόγω συνόδων, ἀπαρίθμησαν τὰ ὀνόματα ἀρκετῶν ἐπιστημόνων, πού ἀντιτίθενται στὴ γνώμη τῶν λίγων, ὅπως τοῦ ἁγίου Περγάμου, στὸ θέμα μας.
Καὶ πρὶν λίγο σὲ σοβαρὸ θρησκευτικὸ ἔντυπο διαβάσαμε ἔκπληκτοι τὴν ἑξῆς πληροφορία: «Ὁ Πατριάρχης Σερβίας Εἰρηναῖος ζήτησε ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴ προετοιμασίας τῆς μεγάλης Πανορθόδοξης Συνόδου τοῦ 2016 νὰ προστεθεῖ στὴ θεματολογία της, ὡς βασικὴ προυπόθεση γιὰ τὴν πραγματοποίησή της, ἡ ἀναγνώριση ὡς Οἰκουμενικῶν τῶν Συνόδων τοῦ Μ. φωτίου καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ…» (Ἀπολύτρωσις–Φεβρουάριος 2016).
Εἴθε ὁ καλόπιστος ἀναγνώστης νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ σωστὰ συμπεράσματα, ὁ δέ ἅγιος Περγάμου, μιμητὴς τοῦ ἀκάκου Ἀρχιερέως Χριστοῦ, νὰ παράσχει τὴν συγγνώμη του γιὰ τὴν ἀκούσια ἐνόχληση ἀπὸ τὸν συντάκτη τοῦ ἄρθρου, καί τέλος ὁ μέγας Πατὴρ καὶ σοφὸς Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς νὰ μὴ παύσει νὰ δέεται ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τῶν ἐργατῶν της.

Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Περιοδικό: «Άμβων Παγγαίου» Ι.Μ. Ελευθερουπόλεως,
Τεύχος 49ο – Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 2016 http://imelef.gr/

Πηγή: "Ἀκτίνες"



ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ΠΕΡΙ EΓΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ΠΕΡΙ EΓΚΡΑΤΕΙΑΣ


ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤHΣ OΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ AΓΙΩΝ ΕIΚΟΝΩΝ

Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου

Ἀδελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν. Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ′ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει.
Ἐμεῖς ὅμως ἀδελφοί ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀκράτεια καί σ᾽ αὐτά ἀκόμη πού μᾶς ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἡ ἀκράτεια εἶναι μητέρα τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή βέβαια καί ὁ προπάτωρ μας Ἀδάμ, ὅσο ἐγκρατευόταν ἀπό τήν ἀπηγορευμένη βρῶσι στόν Παράδεισο, χαιρόταν καί εὐφραινόταν τρεφόμενος ἀπό τήν παρουσία καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μύησι στά μυστήριά Του. Ὅταν ὅμως νικήθηκε ἀπό τήν ἀκράτεια καί γεύθηκε τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς, ἀμέσως ἐξορίσθηκε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου κι ἔγινε σ᾽ αὐτόν ἡ ἀκράτεια γεννήτρια τοῦ θανάτου.
Ἔτσι καί οἱ Σοδομίτες, πού ἀπό τήν πολυφαγία ζοῦσαν μέ ἀσέλγεια, ἐπέσυραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω τους, γι᾽ αὐτό καί τούς κατέκαυσε μέ φωτιά καί θειάφι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἠσαῦ, πού δελεάσθηκε ἀπό τά λαίμαργα μάτια του, ἀντί ἑνός γεύματος παρέδωσε τά πρωτοτόκιά του καί μισήθηκε καί ἀποδιώχθηκε. Ἀλλά καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε φαγεῖν καί πιεῖν καί ἀνέστησαν παίζειν (Ἔξ. λβ’ 6).
Τέτοια εἶναι κι αὐτά πού γίνονται αὐτές τίς ἡμέρες· διασκεδάσεις δηλαδή καί μέθες, κραυγές καί πηδήματα δαιμονικά, πού διαρκοῦν ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα ἀλλά καί κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι λοιπόν ἡ ἀκράτεια καί ἀπό αὐτήν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος.
Ἐμεῖς ὅμως, ἀδελφοί ἀγαπημένοι ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τέτοια μάταια πολιτεία καί διαγωγή καί μᾶς ἔφερε σ᾽ αὐτήν τήν μακαρία ζωή, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀκράτεια ἀλλά συμμετρία· οὔτε μέθη ἀλλά νῆψις· οὔτε ταραχή ἀλλά εἰρήνη· οὔτε θόρυβος ἀλλά ἡσυχία· οὔτε αἰσχρολογία ἀλλά εὐχαριστία· οὔτε ἀσέλγεια ἀλλά ἁγνότητα καί ἁγιασμός καί σωφροσύνη.
Ἀπό αὐτήν τήν ζωή λοιπόν ἀνέτειλαν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κατεπάτησαν τά πάθη, ἔδιωξαν δαίμονες, συναγωνίσθηκαν μέ τούς ἀγγέλους, ἔκαναν θαύματα, ἐπέτυχαν οὐράνιο δόξα, ἔγιναν θαυμαστοί στόν κόσμο· ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος, τοῦ ὁποίου τόν βίο ἀναγνώσαμε καί μάθαμε πόσο ὁ Θεός τόν δόξασε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε καί οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς νά θεωροῦν μεγάλο πρᾶγμα τό νά γράφουν σ᾽ αὐτόν καί νά λαμβάνουν ἀπ᾽ αὐτόν πάλι ἐπιστολές του.
Τήν πολιτεία αὐτῶν τῶν μακαρίων κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί ἀκολουθοῦμε· καί τό ὅτι θέλουμε νά τούς μιμηθοῦμε τό μαρτυρεῖ ἡ μοναχική μας τελείωσις, ἡ ἄρνησις τοῦ κόσμου, ἡ ἀποξένωσίς μας ἀπό τήν πατρίδα μας, τούς συγγενεῖς μας, τούς φίλους μας, τά ὑπάρχοντά μας. Τό μαρτυρεῖ ἐπίσης ἡ ὑποταγή μας, ἡ ὑπακοή, ἀλλά καί αὐτή ἡ ὁμολογία μας τώρα (ὑπέρ τῶν ἁγίων εἰκόνων), γιά τήν ὁποία ἔχουμε διωχθῆ. Λοιπόν νά χαιρώμαστε καί νά συγχαίρουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον πού μᾶς χαρίσθηκαν ὅλα αὐτά ἀπό τόν Θεό καί πού διανύουμε πνευματική ζωή, κατά τήν ὁποία ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νά ἑορτάζουμε, ἄν θέλουμε, κάθε ἡμέρα καί νά χαιρώμαστε ἀτελεύτητη χαρά.
Γι᾽ αὐτό, παρακαλῶ, μέ ἀκόμη περισσότερο ζῆλο νά ἀγωνιζώμαστε καί νά συνεχίζουμε τήν ὁμολογία μας αὐτή, ἐπειδή μάλιστα ἀκούστηκε ὅτι ὁ βασιλεύς ἐξαγγέλει διαταγές ἐναντίον μας καί ἴσως νά ἔλθη ξαφνικά κανείς ἀπεσταλμένος του. Ἀλλά ἄς μή θορυβηθοῦμε μέ αὐτά πού ἀκούγονται. Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν (Ρωμ. η’ 31); Καί ἀφοῦ καί προηγουμένως μᾶς βοήθησε, δέν θά μᾶς βοηθήση καί στό ἑξῆς;
Μόνο ἄς ἔχουμε γενναῖο φρόνημα, μόνο νά προσέχουμε καλά, καί αὐτός θά μᾶς δώση δύναμι σέ ὅλα νά Τόν εὐαρεστήσουμε μέ τήν ζωή μας μέχρι τέλους καί νά ἐπιτύχουμε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μετάφρασις Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου.