Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΓΩΝΙΣΘΕΙΤΕ

Nα αφήσουμε την Εκκλησία του Χριστού στα χέρια των καθαρμάτων και των εκφύλων;

Πηγή: "Κατάνυξις

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΓΩΝΙΣΘΕΙΤΕ

Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου. Αθήνα 30-1-1962

«Ακούω φωνή· Εσείς δεν ακούτε; Από την Καισάρεια…ακούεται η βροντερά φωνή του Μεγάλου Βασιλείου· Ακούω την σάλπιγγα του ιερού Χρυσοστόμου. Ακούω την απαστράπτουσα φωνή του Γρηγορίου· Εσείς δεν ακούτε; Σάλπιγγες είναι. Τι μας λένε; «Αγωνισθείτε για την Εκκλησία του Χριστού μας. Αγωνιστείτε για να καθαριστεί η Εκκλησία από τα ανάξια στελέχη της, για να έρθει η Εκκλησία στο ύψος των Πατέρων… Γιατί τα λέω αυτά;…
Δυστυχώς υπάρχει μία εσφαλμένη γραμμη των πνευματικών πατέρων και εξομολόγων. Τί λέγουν; «Εμείς την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε. Τί κάνει ο διάκος στην εκκλησία, τι κάνει ο παπάς, τι κάνει ο δεσπότης; (κάνει με το χέρι σιωπή)
ΤΗΝ ΨΥΧΟΥΛΑ ΜΑΣ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΟΥΜΕ;
Το θεωρώ σατανικό το ρήμα τούτο.
Την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε και να αφήσουμε την Εκκλησία τουυ Χριστού στα χέρια των καθαρμάτων και των Γεροντίων και των εκφύλων; Ετσι λέτε; Πολύ καλά.
*Είναι σαν να λένε· Να καίγεται το σπίτι και την ψυχούλα σου κοιτάξε· να μην σβήσεις την φωτιά.
*Να μπούν στο κατάστημά σου κλέφται και διαρρήκται και να σου λέει· Μη κουνηθείς, να μη ειδοποιήσεις την αστυνομία, την ψυχούλα σου να κοιτάζεις.
*Σαν να λένε· Να έχεις μαντρί με πρόβατα και να μην ενδιαφέρεσαι να διώξεις τους λύκους.
*Σαν να λένε· Να έχεις ωραίο αμπέλι με σταφύλια και ν’αφήσεις τ” αγριογούρουνα να πάνε με τις μουτσούνες τους να το καταστρέψουν. Υπάρχει γεωργός που αδιαφορεί για το γεώργιό του; Υπάρχει αμπελουργός, που αδιαφορεί για την άμπελόν του; Υπάρχει ποιμήν που αδιαφορεί για τα πρόβατά του; Υπάρχει αξιωματικός, που αδιαφορεί για το στράτευμά του; Δεν μπορεί αδελφοί μου να γίνει αυτό.
Εάν είσαι χριστιανός και πονείς την Εκκλησία του Χριστού· πρέπει κοντά στον άλλο αγώνα που κάνεις για τον εαυτό σου, ν” αγωνιστείς για την Εκκλησία του Χριστού. Η ανοχή αυτή που δεικνύουμε για την Εκκλησία του Χριστού είναι ενοχή και έγκλημα, είναι αμαρτία…. Την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε και να αφήσουμε την Εκκλησία να περιέλθει στα καθάρματα και τα αποφώλια τέρατα και στους Γεροντίους και στην συνοματαξία αυτών; Την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε. Το βιολί αυτό των πνευματικών πατέρων που ευνούχισαν τον ευσεβήν Ελληνικόν λαόν.…..(τη συνέχεια ακούστέ την στο YouTube "ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ" ΜΗΤΡΟΠ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ)

β) «…Τιμώμεν τον επίσκοπο, τιμώμεν τον καλόν επίσκοπο, τιμώμεν τον καλόν Ποιμένα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος είναι ο Αρχιποίμην του λογικού Ποιμνίου· τιμώμεν, λέγω, τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή, ο οποίος είναι το πρότυπο παντώς καλού ποιμένος. Τιμώμεν τους επισκόπους, -τους αληθινούς επισκόπους-, υποκλινόμεθα, γονατίζουμε και φιλούμε τα κράσπεδά τους, δεν είμεθα άξιοι να φιλήσουμε ούτε τον ιμάντα των υποδημάτων τους… Αλλά ενώ αγαπητοί μου, υποκλινόμεθα ενώπιον παλαιών και νέων ιερών μορφών της σεπτής ιεραρχίας μας, δεν υποκλινόμεθα, δεν υποχρεούμεθα ούτε από το Ευαγγέλιο ούτε από τους Ιερούς Κανόνας, ούτε από την Ιστορία της Εκκλησίας να υποκλινόμεθα ενώπιον κακών επισκόπων· ενώπιον επισκόπων οι οποίοι αποτελούν την ανατροπήν του Ευαγγελικού κηρύγματος. Δεν υποκλινόμεθα ενώπιον σκανδαλοποιών ιεραρχών. Δεν υποκλινόμεθα ενώπιον ιεραρχών οι οποίοι εισήλθαν ανωμάλως εις την Εκκλησία του Χριστού μας. Η αγία μας Ορθοδοξία γνωρίζει μίαν μόνον θύραν, και πας ο εισερχόμενος δια αυτής είναι ποιμήν των προβάτων κανονικός….»

Από πού προήλθε η άρνηση του Αποστόλου Πέτρου;

 (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

ΜΕΛΕΤΗ ΚΗ΄

Στην αρνησι του Αποστόλου Πέτρου, που προήλθε
Α΄. Από την υπερηφάνεια.
Β΄. Από την αδιαφορία.
Γ΄. Από την έλλειψι τής προσευχής.

Α΄.
Σκέψου, αδελφέ, από πού προήλθε εκείνη η φοβερή πτώσις της αρνήσεως του αποστόλου Πέτρου, που ενώ προηγούμενος ήταν τόσο θερμός μαθητής του Ιησού Χριστού και κατόπιν έγινε επίορκος και αρνητής του διδασκάλου του, για να στηριχθής περισσότερο στο καλό μέσα από την πτώσι εκείνου. Η πρώτη αιτία της αρνήσεως του Πέτρου ήταν η υπερηφάνεια [Ο θείος Χρυσόστομος αναφέρει ότι τρία ήταν τα αίτια της αρνήσεως του Πέτρου· η αντιλογία στα λόγια του Κυρίου, η προτίμησις του εαυτού του από τους άλλους μαθητές και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στην δύναμί του. «Δυο ήταν τα εγκλήματα· και το ότι αντιμίλησε και το ότι προτίμησε τον εαυτό του από τους άλλους μαθητές· μάλλον και τρίτο· το ότι εξαρτούσε το παν από τον εαυτό του, δηλαδή είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του» (Σειρά εις το κατά Ματθαίον)], μέσα από την οποία έχοντας ιδιαίτερη εκτίμησι στον εαυτό του και στην προηγούμενή του θερμότητα, έφθασε στο σημείο να καταφρονή όλους τους αποστόλους και να προτιμά τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους λέγοντας ότι αν επρόκειτο όλοι οι άλλοι να αρνηθούν τον Χριστό, αυτός όμως ποτέ δεν επρόκειτο να τον αρνηθή· «Εάν όλοι κλονισθούν στην εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα, εγώ ποτέ δεν θα κλονισθώ» (Ματθ. 26, 33), και κατόπιν έφθασε σε τόση παραφροσύνη, ώστε ούτε τα λόγια του διδασκάλου του υπολόγισε που του προέλεγε την πτώσι του, αλλ’ αντιστεκόταν και νόμιζε, ότι είναι λόγια άχρηστα και που λέγονται στον αέρα· «Αλλ’ ο Πέτρος ακόμη περισσότερο έλεγε· Και αν χρειασθή να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ» (Μάρκ. 14, 31). Αυτή η ίδια η υπερηφάνεια τον έκανε να αυθαδιάση και να κινδυνεύση, όχι μόνον όταν μπήκε στην αυλή του αρχιερέα ανάμεσα σε τόσο πλήθος στρατιωτών, αλλά και όταν κάθισε αναπαυτικά μαζί με αυτούς στην φωτιά και ζεσταινόταν· και τόσο πολύ τον έκανε να υπερβή το θάρρος του, ώστε να έχη την γνώμη, ότι ο διάβολος πρέπει να φοβάται αυτόν και όχι αυτός τον διάβολο. Γι’ αυτό ποιο είναι το αξιοπερίεργο που με τέτοιον τρόπο αρνήθηκε τον Χριστό και έπεσε; Γιατί πώς μπορούσε να παραμείνη όρθιος, την στιγμή που τον έσπρωξε μία τόση μεγάλη υπερηφάνεια; «Πριν από την συντριβή προηγείται η υπερηφάνεια και πριν από την πτώσι η καταφρόνησις» (Παροιμ. 16, 18). Ναι, ακολουθούσε τον Ιησού και ο αγαπημένος του μαθητής και μπήκε στο παλάτι του Καϊάφα,

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ - Κοντάκιο - Στιχηρά Αἴνων


«Ὑπέρ τήν πόρνην, ἀγαθέ, ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα· ἀλλά σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθῳ ἀσπαζόμενος τούς ἀρχάντους σου πόδας, ὅπως μοι τήν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης, παράσχῃς τῶν ὀφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ· Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με».


 Ἀγαθέ Κύριε, ἄν καί ἁμάρτησα πιό πολύ ἀπό τήν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχή δακρύων μετανοίας ἀλλά πέφτω στά πόδια σου, σιωπηλά δεόμενος καί ἀσπαζόμενος τά ὁλοκάθαρα πόδια σου, νά μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτήρα μου: Λύτρωσέ με ἀπό τόν ἠθικό βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καί σῶσε με.
 Ὁ πιστός στό Κοντάκιο παραβάλλει τόν ἑαυτό του πρός τήν πόρνη γυναίκα, πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ἡ γυναίκα πληγωμένη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, στρέφεται μετανιωμένη στόν Κύριο καί ἐκφράζει τή μεγάλη ἀγάπη, πού ἄρχισε νά φεγγίζει στή σκοτισμένη της ψυχή, μέ τρόπο ἄκρως συγκινητικό· μύρισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἐκδήλωση τῆς μεγάλης τρυφερότητας πού ἔτρεφε στό Σωτήρα της, κλαίοντας συγχρόνως καί βρέχοντας μέ τά δάκρυά της τά ἄχραντα πόδια του. Ἐνῶ αὐτός (ὁ πιστός) ἄν καί πολύ ἁμαρτωλότερος, οὔτε ἕνα δάκρυ δέν ἔχυσε, ἐκφραστικό τῆς μετάνοιας τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι λιγοστός μπροστά στό πλάσμα ἐκεῖνο, πού τράπηκε ξαφνικά στήν ἀγάπηση Ἐκείνου!
 Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά σωπαίνει καί νά προσεύχεται. Στή σιγή τῆς ψυχῆς του νά νιώθει τόν ἄπειρο Θεό του. Τί χρειάζονται τάχα τά λόγια στό ἀχανές μυστήριο τῆς θείας ἀπειρίας, πού ὅλα τά περιλαμβάνει καί ὅλα τά γνωρίζει; Ὡς ἄνθρωπος ὅμως δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράζεται. Δέν ἔχει ἄλλη δυνατότητα. Στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ μόνο δέ θά ὑπάρξει ἀνάγκη προσευχῆς. Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ μάκαρες δέν προσεύχονται στό Θεό. Τόν ζοῦν καί τόν δοξάζουν. Ἡ προσευχή εἶναι ἀναφορά, πού προϋποθέτει ἀπόσταση. Εἶναι σχῆμα τοῦ κόσμου καί τῆς γῆς. Ὁ οὐρανός εἶναι βίωση, ἕνωση, ἀνάχυση πνευματική, ἄυλη ἀμεσότητα. Ἐκεῖ δέν προσευχόμαστε, ἀγαπᾶμε.
 Ὁ πιστός, λοιπόν, πέφτει νοερά στά ἄχραντα πόδια τοῦ Κυρίου καί τά ἀσπάζεται μέ πόθο, ζητῶντας ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί κράζοντας: Ἀπό τό βόρβορο τῶν ἔργων μου λύτρωσέ με, Κύριε.
 Ὁ Οἶκος.
«Ἡ πρῴην ἄσωτος γυνή ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τά ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας καί ἡδονάς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τήν αἰσχύνην τήν πολλήν καί κρίσιν τῆς κολάσεως, ἥν ὑποστῶσι πόρνοι καί ἄσωτοι· ὧν περ πρῶτος πέλω καί πτοοῦμαι, ἀλλ᾽ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων· ἡ πόρνη δέ γυνή, καί πτοηθεῖσα καί σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρός τόν λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε καί οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με».
 Ἡ γυναίκα, πού ἦταν προηγουμένως ἄσωτη, ξαφνικά φάνηκε συνετή, μισήσασα τά αἰσχρά ἔργα τῆς ἁμαρτίας καί τίς αἰσχρές ἡδονές τοῦ σώματος, ἐνθυμουμένη τήν πολλή αἰσχύνη καί τήν καταδίκη τῆς κολάσεως, τήν ὁποία θά ὑποστοῦν οἱ πόρνοι καί οἱ ἄσωτοι μεταξύ τῶν ὁποίων πρῶτος εἶμαι ἐγώ, ἀλλ᾽ ἐπιμένω στή φαύλη μου συνήθεια ὁ ἀνοήτος, ἐνῶ ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα καί φοβήθηκε καί ἦλθε γρήγορα, φωνάζουσα πρός τό Λυτρωτή: Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων μου, σῶσε με.
 Μιά ἐκ βαθέων ἐξομολόγηση τῆς πιστεύουσας ἁμαρτωλῆς καρδιᾶς. Μέ κατάνυξη καί ἀμηχανία φέρει νοερά μπροστά της τήν ἁμαρτωλή γυναίκα. Τή βλέπει ξαφνικά ν᾽ ἀλλάζει ὑπόσταση. Νά μισεῖ καί ν᾽ ἀποστρέφεται τά αἰσχρά ἔργα τῆς ἁμαρτίας, τά ὁποῖα σφράγιζαν τή ζωή της, μέχρι τή μεγάλη συνάντηση. Νά μισεῖ τίς ἐπαίσχυντες ἡδονές τοῦ σώματος, ἀπό τίς ὁποῖες ἔτρωγε τό μικρό ψωμί τῆς ζωῆς της, δουλεύοντας νύχτα-μέρα στήν πορνεία. Καί νά θυμᾶται τήν ντροπή τήν πολλή τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, πού ντρόπιαζε τό κορμί της, κάνοντας το σέ πρώτη ζήτηση σκεῦος ἡδονῆς. Καί συγχρόνως νά θυμᾶται μέ τρόμο τήν αἰώνια καταδίκη τῆς κολάσεως, τήν ὁποία θά ὑποστοῦν, ἄν δέ μετανοήσουν, οἱ πόρνοι καί οἱ ἄσωτοι, μεταξύ τῶν ὁποίων πρῶτος εἶναι αὐτός (ὁ ἐξομολογούμενος ἁμαρτωλός), ὁ ὁποῖος φοβᾶται τό ἴδιο τήν κόλαση, τρέμει τήν καταδίκη καί τήν ἀπόρριψη καί τά δεινά κολαστήρια, κι ὡστόσο δέν μπορεῖ ν᾽ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή φαύλη συνήθεια τῆς πορνείας.
Δεινό πράγματι ἡ συνήθεια καί δυσκαταγώνιστο. Γίνεται δεύτερη φύση στόν ἄνθρωπο. Συνήθως πεθαίνει μαζί του καί παύει μονάχα στά ψυχρά τοιχώματα τοῦ τάφου! Ἐκφράζει ὅμως καί κάποια ζήλεια πρός τήν ἁμαρτωλή γυναίκα. Ναί, αὐτό συμβαίνει μαζί μου, ταλαιπωροῦμαι καί κολάζομαι, κυλιέμαι στήν ἁμαρτωλή συνήθεια, ἐνῶ ἐκείνη καί φοβήθηκε, ἀλλά βρῆκε λύση τῆς δυστυχίας της τρέχοντας στόν Κύριο καί Λυτρωτή της. Μ᾽ ἐμένα θά συμβεῖ τό ἴδιο, ἤ μήπως πεθαίνοντας θά χαθῶ στήν ἄβυσσο τῆς ἀθλιότητάς μου;
 Στίχοι.
«Γυνή βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον· τήν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην». Ἀλλ᾽ ὁ τῷ νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστέ ὁ Θεός, τῶν ἐπιῤῥύτων παθῶν ἐλευθέρωσον καί ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἅγιος καί φιλάνθρωπος. Ἀμήν».
 Ἡ γυναίκα, πού ἄλειψε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο, πρόλαβε τό Νικόδημο, ὁ ὁποῖος ἄλειψε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ (κατά τόν ἐνταφιασμό του) μέ μίγμα σμύρνας καί ἀλόης. Ἀλλά σύ, Χριστέ ὁ Θεός μας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρώπινη φύση χρίστηκε μέ τό νοητό μύρο (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), λύτρωσέ μας ἀπό τά πολλά πάθη πού μᾶς κατακλύζουν, ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος. Ἀμήν.
Στιχηρά ἰδιόμελα τῶν Αἴνων.
Στίχ. «Αἰνεῖτε αὐτόν ἐπί ταῖς δυναστείας αὐτοῦ· αἰνεῖτε αὐτόν κατά τό πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ».
Αἰνεῖτε αὐτόν γιά τά θαυμαστά ἔργα τῆς ἐξουσίας του· αἰνεῖτε αὐτόν σύμφωνα μέ τό ἄπειρο μεγαλεῖο του.
 «Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; ἐάν γάρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τόν νυμφῶνα, ὁ χιτών μέ ἐλέγχει, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καί δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπό τῶν Ἀγγέλων· καθάρισον, Κύριε, τόν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου καί σῶσόν με ὡς φιλάνθρωπος».
 Μέσα στίς λαμπρότητες τῶν ἁγίων σου, Κύριε, πῶς θά εἰσέλθω ἐγώ ὁ ἀνάξιος; Γιατί, ἄν τολμήσω νά εἰσέλθω μαζί τους στό νυμφώνα, τό ἔνδυμά μου μέ ἐλέγχει ὅτι εἶναι ἀκατάλληλο καί ἀνάξιο τῆς καθαρότητας τοῦ γάμου, καί οἱ Ἄγγελοι (οἱ ταξιθέτες τοῦ νυμφώνα), ἀφοῦ μέ δέσουν, θά μέ πετάξουν ἔξω. Κύριε, καθάρισε τίς κηλίδες τῆς ψυχῆς μου καί σῶσε με ὡς φιλάνθρωπος.
 Ἡ περιπάθεια καί ἡ συγκίνηση τῆς ψυχῆς πρό τῆς λαμπρότητας τοῦ ἐπουράνιου νυμφώνα, συνεχίζεται. Σάν ἕνας πελώριος μαγνήτης ἡ ἑόρτια πανηγυρική χαρά τοῦ νυμφώνα τήν τραβᾶ ἀκατανίκητα πρός αὐτόν. Δέ θέλει νά ξεκολλήσει τό νοῦ της ἀπό τίς ἐράσμιες ἐκεῖνες χάρες καί χαρές. Ἀπό τήν ἄυλη μακαριότητα τῶν ἐκλεκτῶν στό σύλλογο τῶν σεσωσμένων. Διαισθάνεται πράγματα ἀνείπωτα καί ἀκαθόριστα. Φαντάζεται μυστικές γλυκύτητες καί ἐκστασιασμούς, γιορτινά ἐπιθαλάμια ἄσματα, τό τραγούδι τῶν Ἀγγέλων καί τό πανηγύρι τῶν δικαίων!
 Ὁ πιστός καρφώνει ξαφνικά τό βλέμμα του στό βάθος τῆς ψυχῆς του καί ὠχριᾶ. Αὐτά τά πράγματα δέν εἶναι γιά μένα. Ἐγώ εἶμαι βρόμικος καί ἀκάθαρτος, μιά σκέτη παραφωνία στήν ἔκπαγλη ἁρμονία τοῦ οὐρανοῦ. Τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου εἶναι λερωμένο καί σχισμένο. Μόνο μέ ἀνεύθυνη θρασύτητα μπορῶ νά δρασκελίσω τό κατώφλι τοῦ νυμφώνα καί νά βρεθῶ μαζί μέ τούς ἐκλεκτούς καί ἁγίους.
Καί τί θά συμβεῖ, ἄν προβῶ στό ἀπονενοημένο τόλμημα; Θά γίνω στόχος ἐπικρίσεως καί περίγελος τῶν συνδαιτυμόνων. Οἱ Ἄγγελοι, οἱ ὑπηρέτες τοῦ συμποσίου τῆς θείας βασιλείας, τά καθαρά καί ἀστραφτερά πνεύματα τοῦ Θεοῦ, θά μέ πλησιάσουν: Φίλε, πῶς μπῆκες ἀπρόσκλητος, χωρίς νά ἔχεις κατάλληλο ἔνδυμα παραστάσεως; Πῶς τόλμησες νά καθίσεις μέ τούς καθαρούς, ἐσύ ὁ αἰσχρός καί ἀκάθαρτος; Καί ἀφοῦ τόν δέσουν, ὅπως δένουν τούς ἐγκληματίες οἱ ἄνθρωποι, θά τόν πετάξουν ἔξω, στό σκοτάδι τό πυκνό τοῦ πόνου καί τῆς δυστυχίας!
 Νά μήν ὑπάρχει ἄραγε θεραπεία σ᾽ ἕνα τέτοιο τραγικό ἐνδεχόμενο; Ὑπάρχει βέβαια, ἀλλά μόνο ἀπό τή μεριά τοῦ πανάγαθου Θεοῦ. Μονάχα αὐτός μπορεῖ νά καθαρίσει τό ρυπωμένο χιτώνα τοῦ ἁμαρτωλοῦ μέ τήν καθαρτική χάρη του. Νά σώσει τήν ψυχή του ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά τόν ἐνσωματώσει στό σῶμα τῶν ἐκλεκτῶν καί ἁγίων του. Φτάνει νά μετανοήσει ὁ ἄνθρωπος γιά τά ἁμαρτωλά καί ἐπαίσχυντα ἔργα του. Ὁ Θεός προσφέρει τά πάντα, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τοῦ ζητήσει, μέ συντετριμμένη καρδιά, τό ἔλεος καί τή φιλανθρωπία του.
Πηγή:  http://www.imaik.gr