Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Σημαντικες λεπτομερειες

ΤΟ κατὰ ᾿Ιωάννην Εὐαγγέλιο γράφει· «Τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων Μα­ρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρ­­χεται πρωὶ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖ­ον…» (᾿Ιωάν. 20,1 κ.ἑ.). Στὴν περικοπὴ αὐτὴ ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, μερικὲς χαρακτηριστι­κὲς λεπτομέρειες, ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐκεῖνες λεπτομέρειες ποὺ βεβαιώνουν τὴν ἀ­λήθεια τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ὁποία ἑορτάζουμε.

* * *

«Τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων», λέει. Εἶχε κλείσει τὸ Σάββατο καὶ ξημέρωνε ἡ ἑπόμενη μέρα. Γιὰ τοὺς Ἑβραίους αὐτὴ ἦταν «ἡ μία τῶν σαβ­βάτων» – ἔτσι τὴν ἔλεγαν, τὴν ὁποία Ἐκκλησία ὠνόμασε πλέον «Κυριακή» (Ἀπ. 1,10).
«Πρωὶ σκοτίας ἔτι οὔσης». Ἦταν σκο­τάδι, δὲν εἶχε φέξει ἀκόμα. Στοὺς δρόμους ἐπικρατοῦσε ἡσυχία, κανείς δὲν περπατοῦσε. Ποιός νὰ τολμήσῃ νὰ βγῇ; Οἱ μαθηταὶ ἦταν κρυμμένοι. ῾Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦ­σαν. Ποιός νὰ πλησιάσῃ στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ; Ἐκεῖ ἦταν κουστωδία, φρουρὰ μὲ τὰ ὅπλα της. Κανείς δὲν ξεμυτοῦσε. Ἐν τούτοις στὰ καλντερίμια ἀκούστηκαν πατήματα. Ποιός ἦ­ταν; Δὲν ἦταν ἄντρας· γυναίκα ἦταν. Ποιά;
«Μα­ρία ἡ Μαγδαληνή». Ἦταν ἐκείνη ποὺ ἔ­τρεφε ἀπέραντη καὶ αἰωνία εὐγνωμοσύνη στὸν Κύριο, διότι ὁ Χριστὸς τὴν ἀπήλλαξε ἀ­πὸ ἑπτὰ δαιμόνια. Ὁ πονηρὸς κόσμος σήμερα τὴν ἔχει διαβάλει,

Δεν γνωρίζεις, Μακαριώτατε, τι είπε για τον Πάπα -που έσύ προσκάλεσες- ο άγιος Κοσμάς ο Αἰτωλός;

Ιωάννης Κοντοπός

Μακαριώτατε ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


      Μακαριώτατε ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ…
Κατά τη  διάρκεια της Αγίας και Μεγάλης τεσσαρακοστής παρακολουθήσαμε θεατρικό  έργο χειρίστου σεναρίου, αλλά καλοστημένης σκηνοθεσίας με πρωταγωνιστάς κακούς αλλά πειθήνιους στις προσταγές των σεναριογράφων, οι οποίοι δεν είναι άλλοι παρά οι διάφοροι παγκοσμιολάτρες, μασώνοι, οικουμενιστές και όλο αυτό "συνάφι" των απανταχού πολεμίων τόσον της πατρίδας μας όσον και της Ορθοδοξίας...

Το σκηνικό ήταν πλούσιο, με θάλασσα, ήλιο, βαρκούλες, αεροπλάνα,

″ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ″ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς


imagesCAG6A4LXΟἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς.διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας.διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένος.διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ