Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Ενώ το Π.Σ.Ε. ουσιαστικά είναι Υπερ-Εκκλησία, οι «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές συνεχώς διαψεύδουν, απατώντας τους πιστούς!

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΣΕ ΕΤΕΡΟΔΟΞΕΣ “ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ’’ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΣΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΤΟΠΩΝ ΤΗΣ “ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ’’

    «Οι εκκλησίες (τοῦ Π.Σ.Ε., στὶς ὁποῖες ἀνήκει Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία) αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος  μέλος της εκκλησίας του Χριστού (δηλ. τοῦ Π.Σ.Ε.) είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί  μέλος της ίδιας του της εκκλησίας»!!!

Πηγή: «Τελεβάντος"

     Σε κείμενο του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Καρπασίας κ. Χριστοφόρου, που δημοσιεύτηκε στις 11 Ιουλίου 2016 στο Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων romfea.gr και που τιτλοφορείται ‘‘Η Εκκλησιολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου’’, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Πρώτον, οι επικριτές του κειμένου αυτού, συνήθως, δεν επιχειρηματολογούν πάνω στο κείμενο, αλλά εκφράζουν γενικές απόψεις που αναφέρονται στο κατά πόσον οι ετερόδοξες ομολογίες είναι εκκλησίες ή όχι».

    Οι φέροντες θεολογικές ενστάσεις δεν “εκφράζουν γενικές απόψεις’’, αλλά επί της ουσίας τοποθετούνται. Αν προστρέξει κανείς στις θεολογικές ενστάσεις των Ιεραρχών και των άλλων Ιερωμένων, των θέσεων των Αγιορείτικων Μονών, των Πανεπιστημιακών και άλλων λαϊκών θεολόγων, θα παρατηρήσει ότι δεν “εκφράζουν γενικές απόψεις’’ αλλά επί της ουσίας τοποθετούνται. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η άποψη αυτή του Επισκόπου Καρπασίας.

       Επιπρόσθετα με αυτό δεν μπορεί να παραθεωρηθεί επίσης, αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 19 του τελικού κειμένου “Σχέσεις της Ορθοδόξου

Διατί δεν επεμείνατε εις την απόσυρσιν του κειμένου έως τέλους ακόμη και με προσωπικήν σας θυσίαν;

Ερωτήματα προς τον
.
Σεβ/τον Ναυπάκτου

ἀπὸ τὸν "Ὀρθόδοξον Τύπον"
 
 Παραθέτομεν κείμενον του Σεβ. Ναυπάκτου με τίτλον: “Διατί δεν υπέγραψα το κείµενον «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον»” (δημοσιεύεται στὸ τέλος) καί ...βαθυσεβάστως υποβάλλομεν προς τον Σεβασμιώτατον σκέψεις και ερωτήματα

       Σεβασμιώτατε,
       το ...κείμενόν σας  προκαλεί νέα ερωτηματικά. Είναι αξιέπαινον ότι δεν υπεγράψατε το κείμενον δια τας διαχριστιανικάς σχέσεις, αλλά όχι ουσιαστικόν. Το πρώτον και κύριον είναι το γεγονός ότι παρευρέθητε εις την Σύνοδον της Κρήτης και το δεύτερον ότι ευθύς όταν αντελήφθητε τι συνέβη δεν απεχωρήσατε.
    Βεβαίως, η στάσις σας ήτο αναμενομένη καθώς εξ αρχής παρά τα όσα εγράφησαν από αξιολόγους αρθρογράφους εις διάφορα μέσα σχετικά με την αντικανονικήν μεθόδευσιν της Συνόδου αυτής δεν εγείρατε αντιρρήσεις δια την σύνθεσιν και σύγκλησιν της Συνόδου παρά μόνον δια επιμέρους διορθώσεις εις τα κείμενα. Επιστεύσατε ότι αι διορθώσεις θα καθιστούσαν τα κείμενα «Ορθόδοξα» παρά το γεγονός ότι η Σύνοδος αυτή τόσον εκ του κανονισμού της όσον και εκ του γεγονότος ότι τελικώς απείχαν Εκκλησίαι που εκπροσωπούν το ήμισυ των Ορθοδόξων ήτο μη Ορθόδοξος. Παρ’ όλα αυτά αδυνατούμε να αντιληφθούμε πως εσείς πολύπειρος Ιεράρχης και οξυδερκής ενομίσατε ότι θα ήτο

π. Αθ. Μυτιληναίος: «Ανήκουμε στο Λαό του Θεού;» Και περι ενότητος των αντι-Οικουμενιστῶν.

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος:


«Ἀνήκουμε στὸ Λαὸ
τοῦ Θεοῦ;»

Καὶ περὶ ἑνότητος τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν


   Ἡ αἵρεσις τοῦ Ἀρειανισμοῦ διέσπασε τὸ ἕνα φρόνημα τοῦ Λαοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὁ Κύριος ἐζήτησε στὴν Ἀρχιερατική Του προσευχὴ «ἵνα ὦσι ἕν». Νὰ εἶναι ἕνα οἱ μαθηταί Του, ὅσοι θὰ πίστευαν εἰς Αὐτόν. Δηλαδή, ἐζήτησε τὴν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. [σ.σ.: Τὸ ἴδιο κάνει σήμερα καὶ ὁ Οἰκουμενισμός. Διασπᾶ τὸ ἕνα ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Λαοῦ]. Στὴν Εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ (Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων) γίνεται προσπάθεια ἀνασυγκροτήσεως τῆς ἑνότητος τοῦ Λαοῦ, κάτω ἀπὸ τὸ αὐτὸ φρόνημα τῆς Πίστεως.
   Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαρκῶς ὑπενθυμίζει στὶς ἐπιστολές του: «τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες», ὅλοι νὰ ἔχουμε τὸ ἴδιο φρόνημα, τὴν ἴδια πίστη. Τὸ αὐτὸ φρόνημα στὴν πίστη, λοιπόν, καθορίζει τὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ κοινὸ φρόνημα δὲν συνιστᾶ τὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ αἵρεσις, ἐκεῖ εἶναι ἡ διάσπασις. Ἡ ἑνότης τῆς πίστεως ἐξασφαλίζει τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρᾶγμα ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται κατὰ τὴν Θ. Λειτουργία «τὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
  Αὐτὸ τὸ αἴτημα, δηλ. «τὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», περικλείει ὅλη τὴν ποιμαντικὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλες οἱ ἄλλες φροντίδες ἀποτελοῦν περιθώριο. Τί εἶναι τὸ πρωτεῦον; Ἡ ἑνότης τῆς Πίστεως, δηλ. νὰ φροντίσει ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι νὰ πιστεύουν τὸ ἴδιο καὶ νὰ ἔχουν ὅλοι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ποιμαντικὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας. [σ.σ.: Πόσοι Ἐπίσκοποι σήμερα καὶ πόσοι ἱερεῖς φροντίζουν αὐτό; Ἐλαχιστότατοι. Ἀντίθετα, ἔχει καταγγελθεῖ ὅτι πολλοὶ Ἐπίσκοποι ἀπαγορεύουν στοὺς ἱερεῖς τους νὰ μιλήσουν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! Ἐναντίον δὲ τοῦ αἱρεσιάρχη Πατριάρχη, οὔτε ποὺ τὸ διανοοῦνται νὰ ἐκφρασθοῦν].

  Ἀλλὰ τότε, ποιά γνωρίσματα συνιστοῦν τὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ; Αὐτὰ τὰ γνωρίσματα θὰ παρακαλέσω νὰ τὰ προσέξετε, γιατὶ θὰ ἀποτελέσουν ἕνα κριτήριο στὸν καθένα μας, γιὰ νὰ δοῦμε ἂν ἀνήκουμε εἰς τὸν Λαὸν τοῦ Θεοῦ. Μήπως δὲν ἀνήκω εἰς τὸν Λαὸν τοῦ Θεοῦ;
  [σ.σ.: Πρῶτοι οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς ποὺ ἀκολουθοῦν πάνδημα τοὺς Οἰκουμενιστὲςκοινωνοῦν μαζί τους –καὶ οἱ πιστοὶ ποὺ ἄκριτα τοὺς ἀκολουθοῦν– ἂς κάνουν στὸν ἑαυτό τους αὐτὸ τὸ ἐρώτημα: Ἀκολουθώντας αὐτοὺς ποὺ προάγουν ἢ ἀνέχονται τὸν Οἰκουμενισμό, ἀκολουθῶ ταυτόχρονα τὸν Κύριο καὶ τοὺς Ἁγίους ποὺ ἐντέλλονται: «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε»;].
    Τὸ πρῶτο γνώρισμα, ὅπως τὸ ὁριοθετεῖ ὁ Κύριος, εἶναι ἡ διάκρισις τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἀκοῦστε τί λέγει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ», δηλ. γιὰ τὸ δικό Μου τὸ Λαὸ παρακαλῶ· «οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι ὅτι σοί εἰσι», δὲν παρακαλῶ γιὰ τὸν κόσμο, τὸ ὑπογραμμίζω, δὲν παρακαλῶ γιὰ τὸν κόσμο! ―Σκληρό, φοβερό! Ναί.―  Ἀλλὰ παρακαλῶ μόνο γιὰ τὸν Λαὸ ποὺ Μοῦ ἔδωσες. «Ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου, καὶ ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου».
   Εἴδατε, ἀμέσως ἐμφιλοχωρεῖ ἀνάμεσα στὰ δύο μέλη αὐτά, τὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν κόσμο, ἐμφιλοχωρεῖ τὸ μῖσος, καὶ ἐφ’ ὅσον  δὲν εἶναι ὁ Λαὸς ὁ δικός Μου ἀπὸ τὸν κόσμο, ὁ κόσμος μισεῖ τὸν Λαό Μου. Ἀκόμη: «Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ᾿ ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ». Δὲν σὲ παρακαλῶ, τὸ Λαό μου νὰ τὸν πάρεις ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τοὺς φυλάξεις ἀπὸ τὸν Διάβολο. «Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί». Ὁ Λαός Μου δὲν εἶναι ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅπως κι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν.
  Καὶ φυσικὰ Λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ παρέμενε μόνο ἡ γενεὰ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ μιὰ διαχρονικὴ γενεά, ἕως τὸ τέλος τῆς ἱστορίας. Οἱ πιστοὶ ἕως τὸ τέλος τῆς ἱστορίας δὲν θὰ κάμπτουν γόνυ τῷ  Βάαλ, δὲν θὰ κάμπτουν γόνυ στὸν Ἀντίχριστο [σ.σ.: δὲν θὰ κάμπτουν γόνυ στοὺς Οἰκουμενιστές, οὔτε θὰ κοινωνοῦν μαζί τους]! Θὰ διωχθοῦν, ὅταν οἱ ἄλλοι –δυστυχῶς καὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί– θὰ ἔχουν προσκυνήσει τὸν Ἀντίχριστο.
   Προσέξατέ το· ὑπάρχει διαφορὰ καὶ πρέπει νὰ διαφέρουμε. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς κατηγοροῦν καὶ μᾶς λένε· τί δηλαδή, ἀποτελεῖς κάτι τὸ ξεχωριστό; Ναί, κάτι τὸ ξεχωριστό! Μά; Τίποτα. Ἄλλο εἶναι ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ κι ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος.
  Λέγει ὁ Κύριος: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ». Δὲν παρακαλῶ μόνο γι’ αὐτούς, τοὺς μαθητάς Μου, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ θὰ πίστευαν ἀπὸ τὸν δικό τους λόγο σὲ μένα.
   Συνεπῶς, τὸ γνώρισμα  διαχωρισμοῦ  τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο –τὸν ἀντιλαμβανόμεθα– εἶναι βασικοτάτης σημασίας, γιατὶ ἀλλοιώτικα ἔχουμε τὴν ἐκκοσμίκευση τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἐκκοσμικευθεῖ, παύει αὐτομάτως νὰ εἶναι Λαὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ συνεπῶς ματαιώνεται ἡ σωτηρία. [σ.σ.: Τί νὰ ποῦμε σήμερα, ποὺ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει μόνο ἐκκοσμικευθεῖ, ἀλλὰ καὶ οἰκουμενιστικοποιηθεῖ;].

   Ἕνα δεύτερο γνώρισμα τοῦ Λαοῦ εἶναι ἡ βαθειά γνῶσις τοῦ ἀληθινοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὅπως ὁ Κύριος ἐτόνισε «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα (ὄχι εἰς τὰ ὀνόματα, εἰς τὸ ὄνομα, γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ Θεός) τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος». Ὁ Κύριος τονίζει εἰς τὴν Ἀρχιερατική Του προσευχή, «ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου». Ἔκανα φανερό, λέγει, τὸ ὄνομά Σου, στοὺς ἀνθρώπους, δηλ. στὸ Λαό Μου, ποὺ ἦσαν ἐκ τοῦ κόσμου, (ἀλλά) πίστεψαν καὶ ἀπετέλεσαν, βέβαια, τώρα τὸ δικό Μου Λαό.
  Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί, εἶναι θεμελιώδους σημασίας, διότι καθορίζει τὴν αὐτοτέλεια τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς πρὸς κάθε ἄλλη ψευδῆ ἢ κατ’ ἐπινόησιν θρησκεία.
   [σ.σ.: Τοῦτο ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερα μὲ τὸν Χριστιανισμὸ ἀπ’ τὴν μία μεριά (δηλ. τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἀνήκει ὁ ὅρος Χριστιανισμός, ἀφοῦ οἱ αἱρέσεις δὲν εἶναι Χριστιανισμός), καὶ μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ τὴν ἐπερχόμενη Πανθρησκεία ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, μὲ Μία Πίστη καὶ Ἕνα Βάπτισμα, συγκεκριμένα Δόγματα καὶ Ἱεροὺς Κανόνες, πράγματα ποὺ σχετικοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ἐκ κακοδόξου διαθέσεως· ταυτόχρονα ὅμως, οἱ Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ Ἱεροὶ κανόνες παραποιοῦνται ἀναπολόγητα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντι-Οἰκουμενιστὲς ἐκ δειλίας, συμφέροντος ἢ ἀδιαφορίας].
    Μὴν τὸ ξεχνᾶμε αὐτό, διότι πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἢ τὸ περὶ Θεοῦ θέμα, καθορίζει τὴν κάθε Θρησκεία. Τί θὰ πεῖ εἶμαι Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος; Πιστεύω εἰς τὸν Ἅγιον Τριαδικὸν Θεόν. Μπορῶ νὰ καθήσω σὲ συμπόσιο εἴτε διαλογικό, εἴτε ὁποιοδήποτε ἄλλο, μὲ ἕνα Μουσουλμᾶνο; Αὐτὸς τί πιστεύει; Βλέπετε, λοιπόν, ὁ Θεός, δηλ. ποιός εἶναι ὁ Θεός, καθορίζει ποιά εἶναι ἡ Θρησκεία. Θεμελειώδης, θεμελειωδεστάτης σημασίας. Ἐγὼ ὁ Χριστιανὸς πιστεύω εἰς τὸν Ἅγιον Τριαδικὸν Θεόν.
    Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ βρίσκομαι ἐδῶ εἰς τὴν Λάρισαν σᾶς τονίζω καὶ λέγω, «ὁ Ἅγιος Τριαδικὸς Θεός», «Ὁ Ἅγιος Τριαδικὸς Θεός», ὥστε νὰ σᾶς γίνει οὐσία σας. Γιατί; Διότι μὲ  ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα συμβαίνουν μὲ τὸν λεγόμενο Οἰκουμενισμό, τὴν μίξιν  τῶν Θρησκειῶν, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνακατεύουν. παγκοσμιοποίηση θὰ φέρει καὶ τὴν μίξιν ὅλων τῶν Θρησκειῶν.

     Ἕνα τρίτο γνώρισμα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι τηρεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Λέγει ὁ Κύριος: «σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι». Πῶς τὸν λόγον Σου τήρησαν, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος; «Τῷ ἐμοὶ πιστεῦσαι καὶ μὴ προσέχειν τοῖς Ἰουδαῖοις». Τὸ νὰ πιστεύουν σὲ μένα καὶ νὰ μὴ πιστεύουν πλέον εἰς τοὺς Ἰουδαίους. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, κι ἐδῶ, ταυτίζεται μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐτήρησαν λοιπόν, τὸν ἀποκαλυφθέντα Εὐαγγελικὸ Νόμο.
  Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνήκει στὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν ἐφαρμόζει ὁλόκληρη, χωρὶς ἐπιλογές, τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ξέρετε, πάρα πολλοὶ Χριστιανοί μας, ἔχουν μιὰ ἐπιλογικὴ προτίμηση. Δέχονται αὐτὸ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν δέχονται, ὅμως, κάτι ἄλλο παραπέρα… Ἔτσι, αὐτοί δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ λέγουν ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸν Λαὸν τοῦ Θεοῦ.
          Ἀνήκουμε πράγματι εἰς τὸν Λαὸν τοῦ Θεοῦ;
     «Ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ». Μία ἀπόδειξις εἶναι ἡ τήρησις τῶν Ἐντολῶν. Ἡ πίστις εἰς τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ τήρησις ὅλων τῶν Εὐαγγελικῶν Ἐντολῶν.
    [σ.σ.: Ἐδῶ –κι ὄχι σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, ἀφοῦ ἐκεῖ πταίομεν ἅπαντες– ἔγκειται ἡ μεγάλη πτῶσις τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν, τὴν ὁποία κρύπτουν καὶ ἀρνοῦνται νὰ συζητήσουν, ὑποτιμώντας καὶ ἐλεεινολογώντας ὅσους τοὺς τὸ ὑποδεικνύουν: Ἀρνοῦνται τὴν Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ  γιὰ  ἀπομάκρυνση  ἐκ τῶν Οἰκουμενιστῶν,  οἱ ὁποῖοι πλέον ἐπίσημα καὶ συνοδικὰ ἀπέδειξαν τὰ αἱρετικά τους φρονήματα. Καὶ νά, μερικὲς ἀπὸ τὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς ποὺ παραβαίνουν: Εἶναι τό: «Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθαι»· ἄλλη εἶναι τό: «καὶ  χαίρειν αὐτοῖς μὴ λέγητε»· ἄλλη εἶναι τό: «μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους».
    Ἂς σκεφτοῦμε, λοιπόν, ἁγιοπατερικά: Ὅποιος κοινωνεῖ μὲ τοὺς ὑπογράψαντες τὴν ἐκκλησιαστικοποίηση τῶν αἱρέσεων στὴν Κολυμπάριο Σύνοδο, ὅποιος ἀποδέχεται ὡς Ὀρθόδοξο τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τὸν Ἰωάννη Ζηζιούλα κ.λπ. δὲν «ἅπτεται ἀκαθάρτων» αἱρετικῶν, δὲν λέγει μετ’ αὐτῶν τὸ «χαίρειν», δὲν «συγ-κοινωνεῖ» μαζί τους; Συλλειτουργώντας ὡς Ἐπίσκοποι καὶ ἐπαινώντας τους, ἔμπλεοι μάλιστα χαρᾶς, διότι ἔλαβαν μέρος στὴν Σύνοδο δὲν τοὺς ἀναγνωρίζουν ὡς ὀρθοδοξότατους ποιμένες;].
    Ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ πιστεύει στὴν θεανθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν θεωρεῖ τὸν Χριστὸν “ψιλὸν” ἄνθρωπον ἢ ὅ,τι ἄλλο φλυάρησαν καὶ φλυαροῦν αὐτοὶ ποὺ δὲν δέχονται τὸν Ἰησοῦν ὡς Θεάνθρωπον.
   [σ.σ.: Νά, λοιπόν, καὶ ἡ βλασφημία τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀνάλογη μὲ αὐτὴ τῶν Νεστοριανῶν, τῶν Μονοφυσιτῶν, τῶν Μονοθελητῶν. Ἢ μήπως εἶναι μικρότερης σημασίας καὶ μικροτέρη βλασφημία, ἡ ἄρνηση τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ παραδοχὴ ὅτι καὶ οἱ αἱρέσεις προσφέρουν σωτηρία; Ἡ παραδοχὴ ὅτι βάπτισμα ὑπάρχει καὶ ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ὅτι τελικὰ ὑπάρχουν πολλοὶ Χριστοί, πολλὰ Ἅγια Πνεύματα, αὐτὰ τῆς Μίας Ἐκκλησίας, καὶ ἐκεῖνα τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν»;
    Οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πιστοὶ δὲν ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τὸν Ἄρειο, μὲ τὸν Νεστόριο κ.λπ. ἐπειδὴ ἀποκάλεσαν τὴν Θεοτόκο Χριστοτόκο! Καὶ ἐνῶ δὲν εἶχε ἐπισημοποιήσει Νεστόριος τὴν κακοδοξία του καὶ βλασφημία του σὲ κάποια Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, οὔτε εἶχε ὁ Νεστόριος καταδικαστεῖ ἀπὸ κάποια Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅμως οἱ πιστοί, ποὺ ἦταν πράγματι Λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνθηκαν ἀπ’ αὐτόν. Σήμερα, οἱ αἱρετικοὶ ἔχουν δείξει τὶς προθέσεις τους (τὸ ὁμολογοῦν αὐτὸ ὅλοι οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές), τὶς ἔχουν ἐπισημοποιήσει. Κι ὅμως οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς φιλοσοφοῦν ὑπεροπτικὰ καὶ «φωτισμένα» καὶ διδάσκουν κακόδοξα ἄλλη πρακτική, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν Ἁγίων: ἐμεῖς, λένε, δὲν δεχόμαστε ΟΛΟ τὸ Εὐαγγέλιο, ΟΛΗ τὴν Παράδοση, δὲν δεχόμαστε τὴν πρακτικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ «μὴ κοινωνίας μὲ τοὺς ἀκοινώνητους», περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπ’ αὐτούς! Ἐμεῖς θὰ κοινωνοῦμε μαζί τους, ἀλλὰ θὰ διατεινόμαστε ὅτι δὲν δεχόμαστε τὶς κακοδοξίες τους!!!
    Σὲ ποιοῦ Ἁγίου τὴν διδασκαλία, ὅμως, στηρίζουν αὐτὲς τὶς κακοδοξίες τους; Ἂν θέλουν προσωπικὰ νὰ κοινωνοῦν, εἶναι δικαίωμά τους, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὸ κάνουν, εἴτε διότι δὲν ἔχουν καλὴ πληροφόρηση γιὰ τὶς θεῖες Ἐντολές, εἴτε διότι δὲν ἀντέχουν τὴν ἀπομόνωση, εἴτε διότι φοβοῦνται τὸν διωγμό. Τοῦτο τὸ τελευταῖο, τὸν διωγμό, φοβᾶται κάθε ἄνθρωπος, ἂν θὰ τὸν ἀντέξει· καὶ κάποιος ποὺ ἔχει διακόψει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς (ὁμιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου). Ἄλλο ὅμως τὸ τί θὰ πράξει ὁ καθένας προσωπικὰ τώρα ἢ τὴν δεδομένη στιγμὴ τοῦ διωγμοῦ, κι ἄλλο αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀποφασίσει γιὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ θέλει νὰ τὸ ἐπιβάλλει καὶ στοὺς ἄλλους. Δὲν πρέπει νὰ διδάσκουμε, ἐκεῖνο ποὺ μποροῦμε νὰ πραγματοποιήσουμε, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία· τὸ ὁποῖο ὁ καθένας (ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις του καὶ τὴν προαίρεσή του) θὰ τὸ προσεγγίσει ἢ θὰ τὸ πραγματοποιήσει.
    Ὅσοι, λοιπόν, αὐτὴ τὴν κακόδοξη πρακτικὴ τῆς συνέχισης ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς, θέλουν νὰ τὴν ἐπιβάλλουν καὶ στὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ αἱρετίζουν· αὐτὸ ἀποτελεῖ αἵρεση καὶ πνευματικὸ ἔγκλημα, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν προσωπικὴ σωτηρία μας ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν προώθηση τῆς αἱρέσεως ἀφ’ ἑτέρου, ἀφοῦ οἱ αἱρετικοὶ Οἰκουμενιστὲς δὲν φοβοῦνται τίποτ’ ἄλλο πλέον, παρὰ τὴν Διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου τους. Τοῦτο φάνηκε πολλὲς φορὲς στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Φάνηκε δὲ καθαρά, ὁλοκάθαρα καὶ στὴν περίπτωση τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου  τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα (τὴν ὁποία παρότρυνεἅγιος Παΐσιος τὴν δεκαετία τοῦ 1970) καὶ ἡ ὁποία κατεστάλη μὲ σκληρὰ μέτρα καὶ ὑπόγειες μεθοδεύσεις ἀπὸ τὸ Φανάρι, ἀλλὰ καὶ στὴν προχθεσινὴ Διακοπὴ Μνημοσύνου μοναχῶν τῆς Ἱ. Μ. Χιλανδαρίου, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος].
     (Μετὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ σχόλιο συνεχίζεται ἡ ὁμιλία τοῦ π. Ἀθανασίου): Ὁ Ἄρειος ἠρνήθη τὴν θείαν φύση τοῦ Χριστοῦ. Χάριν δὲ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως ἔγινε ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Καὶ θὰ ὑποβόσκει ἕως τὴ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ

Με τον Χριστό και τους Αγίους Πατέρες ή με τους Μεταπατερικούς;

   πὸ τὴν στιγμὴ ποὺ Χριστιανοὶ τόλμησαν να ἀκολουθήσουν τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς Ἱερούς Κανόνες, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς μεταδίδοντας τὸν μολυσματικὸ ἰὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἄρχισε ὁ κανονιοβολισμός  τους μὲ χαρακτηρισμοὺς ὅπως ʺεἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἀκραῖοι, ταλιμπάν, ἐγωκεντρικοί, φανατικοί, ἀνυπάκοοι, κρίμαʺ κλπ. Τὸ λυπηρὸ εἶναι, ὅτι αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ δὲν προέρχονται μόνο ἀπὸ ὀπαδοὺς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λεγόμενους ʺἈντιοικουμενιστέςʺ.
   Ἐπειδὴ τὰ μέχρι τώρα ἐπιχειρήματα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν Πίστη δὲν τυγχάνουν σοβαρῆς ἀντιμετώπισης, μιὰ καὶ τὴν ἰδιότητα τῆς αὐθεντίας ἔχουν οἰκειοποιηθεῖ καὶ καταχρασθεῖ οἱ προαναφερθέντες, ἂς ἀφήσουμε λοιπὸν τοὺς Ἅγιους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νὰ τοὺς ἀπαντήσουν, τί πρέπει νὰ κάνουμε ὅταν ὑπάρχει αἵρεση (καταδικασμένη ἀπὸ Σύνοδο ἢ μὴ καταδικασμένη· ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς ὀνόμασε τὸν Οἰκουμενισμὸ παναίρεση, χωρίς νὰ περιμένει κάποια Σύνοδο), καὶ ποιοί παραμένουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετίζοντες ἢ ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπ’ αὐτούς;
    Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὁρίζουν: «...Ὁμοίως καὶ οἱ λαϊκοί, τοῖς τῇ γνώμῃ τοῦ Θεοῦ ἐναντία δογματίσασι μὴ πλησιάζετε μηδὲ κοινωνοὶ τῆς ἀσεβείας αὐτῶν γίνεσθε, λέγει γὰρ καὶ Θεός... Ἀποσχίσθητε ἐκ μέσου αὐτῶν, ἵνα μὴ συναπολῆσθε αὐτοῖς ...ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν, καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς» (Διατ. Ἁγ. Ἀποστ. βιβλ. ΣΤ΄§Δ΄ καὶ Ε΄).
   Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει:  «Ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. ὡς προειρήκαμεν, καί ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1, 8-9).
   Ἡ Τρίτη Οἰκουμενικὴ σύνοδος:  «Τοῖς δὲ ἀποστατήσασιν, ἡ ἀφισταμένοις Ἐπισκόποις, μηδόλως ὑποκεῖσθαι κατὰ μηδένα τρόπον» (3ος Κανών).
  «Οἱ γὰρ δι᾿ αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι» (15ος Κανὼν τῆς ΑΒ' Συνόδου). Ἐδῶ πρέπει ὡς πρὸς τὸ «αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην» νὰ τονισθεῖ, ὅτι Ἅγιοι καὶ ἀναγνωρισμένοι Γέροντες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἤδη ἀποφανθεῖ καὶ καταδικάσει τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς αἵρεση καὶ μάλιστα παναίρεση.
   Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: «ἡ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεσιν μολυσμὸν ἔχει ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτούς, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὀρθόδοξος ὁ ἀναφέρων» (Ρ.G. 99, 1669).
  «Φυλάξατε ἑαυτοὺς τῆς ψυχοφθόρου αἱρέσεως, τῆς ὁποίας ἡ κοινωνία εἶναι ἀλλοτρίωσις Χριστοῦ» (Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὅ.π. σελ. 1216) καὶ  «οἶδεν ἡμῖν ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ διὰ τῶν ἐναντίων καὶ θλιπτικῶν οἰκονομεῖν τὰ συμφέροντα, μετὰ δὲ πάντα ἔργον τὸ φυγεῖν τὴν κοινωνίαν τῆς χριστομάχου αἱρέσεως, ἧς ἡ μέθεξις μελαίνει τὴν ψυχὴν καὶ ἀπόλλυσιν». (Σεργίῳ ὑπάτῳ καὶ ἐξαδέλφῳ) καὶ πρὸς ἄλλον λαϊκόν: «Διὸ παρακαλῶ σου τὴν θεοφιλίαν φυλάττεσθαι τῆς ἀθέου κοινωνίας τῶν αἱρετιζόντων… ὅτι περὶ ψυχῆς ἀθανάτου τὸ κινδυνευόμενον» (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ). Ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐδῶ ὁ Ἅγιος ὁμιλεῖ περὶ τῆς μοιχειανῆς αἱρέσεως, ποὺ ὄχι μόνον δὲν εἶχε καταδικαστεῖ, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἐθεωρεῖτο αἵρεση.
  Γράφει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γιὰ τὴν κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη, ὅταν ἀπεδείχθη ὅτι ὁ μὴ ἀκόμη καταδικασμένος Πατριάρχης Νεστόριος (ὅπως ἀκριβῶς ὁ Βαρθολομαῖος στὶς μέρες μας) ἦταν λύκος καὶ ψευδοποιμένας: «ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινούπολης δὲν πηγαίνει πιὰ στὶς ἐκκλησίες του (τοῦ Νεστορίου), ἐκτὸς ἀπὸ λίγους ἀνόητους καὶ κόλακες...» και συμβουλεύει «μήτε μὴν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες (αὐτῷ), εἰ μένει λύκος ἀντὶ ποιμένος. Τοῖς δὲ ...διὰ τὴν ὀρθὴν πίστιν κεχωρισμένοις ἢ καθαιρεθεῖσι παρ᾿ αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς... ἐπαινοῦντες δὲ μᾶλλον τοὺς πεπονθότας κἀκεῖνο λέγοντες αὐτοῖς· εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Κυρίῳ, μακάριοι, ὅτι τὸ τῆς καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς ἀναπέπαυται» (ἐπιστ. πρὸς τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως).
     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾶ στὴν ἐρώτηση· τί νὰ κάνουμε μὲ αὐτούς, ποὺ κηρύττουν θέσεις διαφορετικὲς ἀπὸ αὐτὲς τῶν Ἀποστόλων: «Ἐκκλίνατε ἀπὸ αὐτῶν καὶ ἀποπηδᾶτε... Διὸ παρακαλῶ φεύγειν καὶ ἀποπηδᾶν αὐτῶν τοὺς συλλόγους» ( ΕΠΕ 17, 718). «Κρεῖττον γὰρ ὑπὸ μηδενός ἄγεσθαι ἢ ὑπὸ κακοῦ ἄγεσθαι» (Κατὰ Ἰουδαίων λόγος πρῶτος).
    Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει στὸν λόγο Δ΄: «Ὅσα ἐναντιοῦνται φανερὰ τοῖς θείοις προστάγμασι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐρωτῶμεν, μήτε νὰ λαμβὰνωμεν περὶ αὐτῶν συμβουλήν, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγωμεν ὅλαις ἡμῶν ταῖς δυνάμεις» ( Κλίμ. Λόγος Δ΄, περὶ ὑπακοῆς ρδ΄).
    Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Ευγενικός στὴν ἀπολογία του γράφει: «πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι (ὅσο ἀπομακρύνομαι) τούτου καί τῶν τοιούτων (τοῦ ἑνωτικοῦ πατριάρχου Μητροφάνους καί τῶν λατινοφρόνων γενικῶς), ἐγγίζω τῷ Θεῷ καί πᾶσι τοῖς ἁγίοις, καί ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καί τοῖς ἁγίοις πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας» (PG 160, 536BC-536CD), καὶ «Οὐδέποτε μὲ τὶς μέσες καταστάσεις, ἄνθρωπε μου, διορθώθηκαν τὰ ἐκκλησιαστικά. Δὲν ὑπάρχει μέση κατάσταση μεταξύ ἀληθείας καὶ ψεύδους…αὐτός ποὺ παρεκκλίνει λίγο ἀπό τὴν ἀλήθεια, στὸ ψεῦδος ἀνήκει» (ἐπιστολὴ πρὸς Γεώργιον Σχολάριον. P.G.160, 1082-1096).
  Ὁ Μέγας Φώτιος μᾶς συμβουλεύει: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστίˑ φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀποπηδᾶν δεήσει... φῦγε τὴν κοινωνία αὐτοῦ καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὁμιλίαν ὡς ἰὸν ὄφεως…» (ΕΠΕ 12, 400, 31). Καὶ πάλι παρατηρητέον, ὅτι δὲν ὁμιλεῖ γιὰ καταδικασμένη αἵρεση ὁ Ἅγιος Φώτιος, ἀλλὰ γενικὰ γιὰ κάθε ἕνα ποὺ διαπιστωμένα αἱρετίζει.
   Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐπίσης, κατ’ ἀπολύτως παρόμοιο τρόπον  καὶ χρησιμοποιῶν τὶς ἴδιες εἰκόνες μὲ τὸν μέγα Φώτιο, λέγει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὰ ἑξῆς: «Φύγωμεν οὖν τοὺς τὰς πατρικὰς ἐξηγήσεις μὴ παραδεχομένους, ἀλλὰ παρ’ ἑαυτῶν πειρωμένους εἰσάγειν τὰ ἐναντία, καὶ τὰς μὲν ἐν τῷ γράμματι λέξεις περιέπειν ὑποκρινομένους, τὴν δὲ εὐσεβῆ διάνοιαν ἀπωθουμένους· καὶ φύγωμεν μᾶλλον ἢ φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως. Ὁ μὲν γὰρ ἐνδακών τὸ σῶμα θανατοῖ πρόσκαιρα, τῆς ἀθανάτου ψυχῆς χωρίσας· οἱ δὲ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὀδοῦσι χωρίζουσιν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει, καὶ προσφεύγωμεν τοῖς ὑποτιθεμένοις τὰ εὐσεβῆ καὶ σωτήρια, ὡς συνάδοντα ταῖς πατρικαῖς παραδόσεσι» (ΕΠΕ 10, 356).
  Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός» (P.G. 35, 33-ΒΕΠΕΣ 33, 199) καί «γιατὶ αὐτῶν ποὺ τὸ φρόνημα ἀρνούμαστε πρέπει καὶ τῆς κοινωνίας νὰ ἀπέχουμε» (P.G. 26, 1188 BC).
   Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς ἐξηγώντας τὸ Κατὰ Μάρκον η΄ 38, γράφει: «Ὅποιος ντρέπεται γιὰ τοὺς λόγους Μου, ὅποιος ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ εὐαγγέλιο ἢ ἀρνιέται τὴν διδασκαλία Μου, ὅποιος διαστρέφει τοὺς λόγους Μου καὶ μὲ τὴν αἵρεση προκαλεῖ σύγχυση ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὅποιος φέρεται ἀλαζονικά στὴν ἀποκάλυψη καὶ τὴν διδασκαλία Μου καὶ τὴν ἀντικαθιστᾶ μὲ ἄλλες, δικές του διδαχές ἢ ὅποιος κρύβεται σκόπιμα καὶ δὲν ὁμολογεῖ τὰ λόγια Μου μπροστὰ στοὺς ἰσχυρούς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτός θὰ νιώσει καὶ τὴν δική Μου ντροπή, καὶ τὸν δικό του φόβο» («Καιρός Μετανοίας» Ὁμιλίες Β΄, Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς).
   Θὰ χρειαζόμασταν ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο γιὰ νὰ ἀναφέρουμε  ὅλες τὶς πατερικὲς περικοπὲς ποὺ ὁρίζουν τὴν διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς κακόδοξους καὶ αἱρετίζοντες. Πόσο μᾶλλον ἂν ἀναφέρουμε καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν Ἁγίων γιὰ τοὺς αἱρετικούς, ὅπως «ὄφεις, μιξοθῆρες (μισοὶ ἄνθρωποι μισοὶ θηρία), ἀλητήριοι, συμμορία, τέρατα, διάβολοι, μισάνθρωποι, ὄργανα τοῦ σατανᾶ, κῦνες, βδελλύγματα, υἱοὶ τῆς ἀπωλείας κλπ.». Ἂς φαντασθοῦμε, ἂν ζοῦσαν σήμερα οἱ Ἅγιοι καὶ ἔλεγαν αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς, τί θα ἄκουγαν ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς σύγχρονους ἀνθρώπους, τοὺς ὑποστηρικτές τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας!  
   Ἂς ἀναλογισθοῦμε λοιπὸν ὁ καθένας μας, ποιοί ἔχουν δίκιο; Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἢ οἱ Μεταπατερικοί;
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Tsakiroglou.a@gmail.com

Το θέµα του οικουµενισµού διαιρεί. Δεν ήταν ευκαιρία να δοθεί Ορθόδοξη λύση;

Ποῖον ἔπρεπε νὰ ἦτο
τὸ ἔργον τῆς Μ. Συνόδου;






   Τόσον οἱ Οἰκουµενικὲς ὅσον καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι γίνονταν κυρίως γιὰ θέµατα σχισµάτων καὶ αἱρέσεων. Γιὰ ποιὸ σχίσµα καὶ ποιὰ αἵρεση συζήτησαν κατὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ διατυµπανίζουν σὲ ἀνατολὴ καὶ δύση; 

➢ Οὐνία δὲν ἔπρεπε νὰ καταδικαστεῖ ὡς ὁ ∆ούρειος Ἵππος τοῦ παπισµοῦ καὶ δόλιον κατασκεύασµα προσηλυτισµοῦ εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων; 
➢ ∆ὲν ἔπρεπε νὰ δοθεῖ ἐξήγηση γιὰ τὸ πῶς, πότε καὶ µὲ ποιὰ κριτήριααἵρεση τῶν παπικῶν ἔγινε αὐτοµάτως καὶ πραξικοπηµατικῶς «ἀδελφὴ Ἐκκλησία»; 
Ἀπὸ ποῦ ξεφύτρωσαν τόσες καὶ τόσες ἄλλες, κυρίως προτεσταντικές, «ἀδελφὲς ἐκκλησίες»; Ποιὸς ὁ σκοπὸς τῆς συµµετοχῆς τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ Παγκόσµιο Συµβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) τὴ στιγµὴ ποὺ δίνοντας τὴν ὀρθόδοξη µαρτυρία, γιὰ νὰ µετανιώσουν καὶ µεταστραφοῦν πρὸς τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν» αὐτοὶ ἀνθίστανται σθεναρῶς καὶ µὲ ἀντίθετα µάλιστα ἀποτελέσµατα; 
Οἱ δοξασίες τῶν Ἰεχωβάδων καὶ τῶν διαφόρων σεκτῶν δὲν ἔπρεπε νὰ καταδικαστοῦν ὡς ξεθεµελιωτὲς τῶν Ἁγίων Γραφῶν; 
Τί νὰ ποῦµε γιὰ τοὺς Κανόνες, ποὺ ἀποδεικνύουν τοὺς οἰκουµενιστὲς παραβάτες καὶ προδότες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως πρώτου µεγέθους, γιατί ἐµποδίζουν νὰ ἐφαρµόσουν τὴν Ἕνωση σὲ µία ὄχι µόνο Χριστιανικὴ Ἐκκλησία µὲ ὅλους τούς σχισµατικοὺς καὶ αἱρετικοὺς καὶ µὲ ὅλες τὶς δοξασίες (δεχόµενες ὡς ἑτερότητα, ἰδιαιτερότητα, διαφορετικότητα κτλ.), ἀλλὰ νὰ δηµιουργήσουν τὴν πανθρησκεία µὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσµου!... ∆ὲν χαρακτηρίστηκαν ὡς «τείχη τοῦ αἴσχους»; Οἱ κανόνες δὲν ἀπαγορεύουν τὶς συµπροσευχὲς καὶ συναναστροφὲς µὲ σχισµατικοὺς καὶ ὁµοθρήσκους αἱρετικοὺς καὶ ἑτεροθρήσκους; 
∆ὲν ἑορτάζονται σὲ διαφορετικὲς ἡµεροµηνίες µὲ ἐξαίρεση τὸ Πάσχα καὶ τὶς κινητὲς ἑορτές του; Στὴν Φιλανδία δὲν ἀκολουθοῦν τὸ παπικὸ Πάσχα; Μὲ τὴν Σύνοδο αὐτὴ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δοθεῖ µία ξεκάθαρη καὶ ὁριστικὴ λύση; 
Τὸ θέµα τοῦ οἰκουµενισµοῦ δὲν διαιρεῖ σήµερα κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς σὲ δύο πνευµατικῶς καὶ ἰδεολογικῶς ἀντίθετα στρατόπεδα; Ὅταν µασωνία καὶ οἰκουµενισµὸς ἔχουν τοὺς ἴδιους κόπους καὶ ἐπιδιώξεις σὲ τί διαφέρουν µεταξύ τους; ∆ὲν εἶναι κραυγαλέα ἄρνηση Χριστοῦ µὲ διαφορετικὰ ὀνόµατα; Τί Γιάννης, τί Γιαννάκης; Ταιριάζουν αὐτὰ σὲ ὑψηλόβαθµους κληρικοὺς καὶ µάλιστα σὲ Πατριάρχες; ὲν ἦταν εὐκαιρία νὰ δοθεῖ Ὀρθόδοξη λύση; 
    Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἔχει ἀπόλυτη ἐµπιστοσύνη στοὺς κληρικούς, στοὺς ὁποίους ὀφείλονται ὄχι µόνο τά σχίσµατα, ἀλλὰ καὶ οἱ αἱρέσεις. 
   Οἱ φόβοι µας εἶναι ὅτι ἐπίκειται Νέο Σχίσµα ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Θεὸς γνωρίζει τοὺς πραγµατικοὺς σκοποὺς καὶ εὐχόµεθα ὅπως ἐπέµβη δυναµικὰ πρὸς τὸ συµφέρον τῆς Ἐκκλησίας του. 


Ορθόδοξος Τύπος, 01/07/2016

Σχόλιο: Τὸ σχίσμα οὐσιαστικά (καὶ δυστυχῶς) κ. Ράπτη, εἶναι ὑπαρκτό, χάρη στὴν ἀνοχὴ τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν. Οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι ἀμετακίνητοι στὶς θέσεις τους καὶ μάλιστα τὶς "πέρασαν" εὐσχήμως -ἀλλὰ Συνοδικὰ καὶ ἐπίσημα- καὶ στὴν "Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο"! Ἄρα, δημιουργοῦν μιὰ ἄλλη πίστη, μιὰ ἄλλη ἀλήθεια, μιὰ -νέα- Ἐκκλησία! Οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς πορεύονται παράλληλη ὁδό, ἀφοῦ συνεργάζονται καὶ συγκοινωνοῦν μὲ τοὺς "οἰκουµενιστὲς παραβάτες καὶ προδότες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως", ὅπως κι ἐσεῖς τοὺς ὀνομάζετε, καὶ μάλιστα κοινωνοῦν μετ' αὐτῶν στὰ Μυστήρια, ἀρνούμενοι νὰ ἐφαρμόσουν τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ποὺ ἐντέλλονται νὰ μὴν κοινωνοῦμε μὲ τοὺς ἀκοινώνητους. ἐπὶ πλέον, θεωροῦν ὅσους ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἐφαρμόζουν δηλαδὴ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Καὶ τέλος, ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ δεχθοῦν τοὺς ἀδελφούς τους ποὺ ἔχουν ἀποτειχισθεῖ σὲ διάλογο,  γιατὶ δὲν ἔχουν ἐπιχειρήματα πατερικά, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς θέσεις τους! (Ὁποία συγκατάβαση καὶ πατρικὴ ἀγάπη πρὸς αὐτοὺς ποὺ τοὺς θεωροῦν -καλῶς ἢ κακῶς- πλανεμένους, καὶ στὴν παράκλησή τους γιὰ συνάντηση καὶ ἐξέταση τοῦ ποιά εἶναι ἡ πλάνη τους, ἡ ἀπάντηση εἶναι ἡ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ!).
     Τί λέτε, λοιπόν, εἶναι ἁπλὸς φόβος ὅτι "ἐπίκειται Νέο Σχίσµα" ἢ -δυστυχῶς- κάτι περισσότερο!
Π.Σ.