Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Ομολογία Πίστεως Αγιορειτών Πατέρων (Διακοπὴ Μνημοσύνου του αιρεσιάρχη Βαρθολομαίου)


ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ 
ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ



Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 8η Νοεμβρίου 2016

Πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους 
καί τούς Σεβαστούς ἁγίους Καθηγουμένους τῶν Ἱερῶν Μονῶν.

Σύναξις τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πασῶν τῶν ἀσωμάτων καὶ ἐπουρανίων Δυνάμεων. Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος.
“Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς” (Μτ. Ι, 32).

“Eὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί”, ὅπου κατεξοχὴν εἶναι καὶ λέγεται ὁ μοναχισμός, τὸ ἀκρότατον τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας, ἡ κλήση τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ κατὰ τὸ ἀποστολικὸν λόγιον: “περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρέσκειαν ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ”, “ ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ”, αὐτῆς τῆς γνώσεως διὰ τῆς φωτουργοῦ διδασκαλίας τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤλθαμε εἰς ἐπίγνωσιν τῶν κρισίμων δογματικῶν ζητημάτων πίστεως, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν παναίρεσιν τοῦ διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα διενεργοῦνται κατὰ τῆς ἁγίας καὶ ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως.

Ἐπὶ 114 συναπτὰ ἔτη, ἀρχῆς γενομένης τὸ 1902, ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως πρωτοστατεῖ, ἔργῳ καὶ λόγῳ, στὴν ἐπιβολὴ τῆς παναιρετικῆς καινοφανοῦς διδασκαλίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δυστυχῶς, παρατηρεῖται ἐντὸς τῶν περισσοτέρων μονῶν καθὼς καὶ κελλιωτικῶν συνοδειῶν ἡ καλλιέργεια ἑνὸς κλίματος ἀμεριμνίας καὶ ἀδιαφορίας, ἡ ὁποία ἐγγίζει τὰ ὅρια τῆς ἠθελημένης ἄγνοιας, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἐκεῖ μονάζοντες πατέρες νὰ ἀγνοοῦν ἕως καὶ τὰ βασικότερα περὶ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τούτων οὕτως ἐχόντων, κατόπιν πολλῆς καὶ ἐμπόνου προσευχῆς, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησεως μᾶς ὑπέδειξε νὰ ξεκινήσουμε ἀγῶνα ὁμολογιακὸ, θεμελιωμένο στὴν ἀντιαιρετικὴ στάση τῶν ὁσίων Πατέρων τοῦ παρελθόντος, ἐξαιρέτως τῶν Ἁγιορειτῶν.

Γιατί οἱ ἀποφάσεις τῆς λεγομένης Ἁγίας,
καί  Μεγάλης Συνόδου (ΑκΜΣ), εἶναι αἱρετικές.

Ἡ μελέτη τῶν ἀποφάσεων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (ΑκΜΣ), ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγιοπατερικῆς διδασκαλίας καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἑκάστου προσωπικὴ γνώμη, μᾶς ὡδήγησε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος ἀντὶ νὰ ὀρθοτομήσει τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ νὰ καταδικάσει ὡς ΑΙΡΕΣΗ τὸν Οἰκουμενισμό, ἀντιθέτως τὸν ἐπέβαλε προσδίδοντάς του πανορθόδοξον κῦρος, ἀποδεχομένη τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν πάλαι ποτὲ καταδεδικασμένων αἱρέσεων τοῦ παπισμοῦ καὶ τοῦ προτεσταντισμοῦ. Ἡ λήψη τῆς συγκεκριμένης ἀποφάσεως καὶ μόνον τὴν καθιστᾶ μία ἀντορθοδόξου πίστεως καὶ ὁμολογίας ψευδοσύνοδο.
1) Συγκεκριμένα στὸ τελικὸ κείμενο “Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον’’, στὴν παράγραφο 6 ἀναφέρεται: “Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾿ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν”. Ἐδῶ βλέπουμε τὸ παραπλανητικὸ παιχνίδι τῶν χρησιμοποιουμένων ἐκφράσεων...

Ἡ χρήση ἀφ’ ἑνὸς μέν τῆς ἐκφράσεως ὅτι ἡ Ἐκκλησία “ἀποδέχεται”, ἀφ’ ἑτέρου δέ, τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν αἱρετικῶν ὡς “ Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν”, καταφανῶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ΑκΜΣ (καὶ δι’ αὐτῆς πάντες οἱ ἀποδεχόμενοι αὐτήν), υἱοθέτησε καὶ ἀποδέχθηκε τὴν νέα ἐκκλησιολογία τῆς Β´ Βατικανῆς “συνόδου”, ὅπως ἐκφράστηκε στὰ ἐπίσημα κείμενά της (βλ. κυρίως Lumen Gentium 15, Unitatis Redintegratio 3, ὅπου γίνεται ἀναφορὰ στὴν ὕπαρξη “Ἐκκλησιῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Κοινοτήτων”), συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ “ἐκκλησία” διεσπάσθῃ ἐν χρόνῳ, πλὴν τὰ διασπασθέντα μέλη, ἐὰν μὲν διατηροῦν ἐπισκοπάτο καὶ μυστήρια (Βάπτισμα, Χρῖσμα, Εὐχαριστία), καλοῦνται “Ἐκκλησίες” καὶ θεωρεῖται ὅτι διακρατοῦν περισσότερα στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος, (οἱ Παπικοὶ ἀναφερόντουσαν στοὺς Ὀρθοδόξους, στοὺς Μονοφυσῖτες, καὶ σὲ τμήματα τοῦ Προτεσταντικοῦ κόσμου, ὅπως π.χ. οἱ Ἀγγλικανοί· στὸ δὲ κείμενο τῶν Σχέσεων, ἡ ἀναφορὰ καλύπτει Μονοφυσῖτες καὶ Προτεστάντες ὅπως ἀνωτέρω, μὲ τὴν προσθήκη τῶν Παπικῶν), ἂν δὲ δὲν διατηροῦν τὰ ἀνωτέρῳ, παρὰ μόνον τὸ Βάπτισμα, ὀνομάζονται “Ἐκκλησιαστικὲς Κοινότητες” (μ’ αὐτὸ τόσο οἱ Παπικοί, ὅσο καὶ ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, -ἁπλῶς ἀλλάζοντας τό “Κοινότητες” σέ “Ὁμολογίες”- ἐννοοῦν τοὺς καλβινίζοντες Προτεστάντες).

2) Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἰδικὰ στὶς παραγράφους 9-11, ἐπικυρώνεται συνοδικά, οὐσιαστικὰ, τὸ σύνολο τῶν ἀποφάσεων-κειμένων τοῦ συμβουλίου "Πίστις καὶ Τάξις" τοῦ Π.Σ.Ε, ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ ἔχουν παραχθεῖ ἀπὸ τὴ Μικτὴ Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ Παπικῶν καὶ "ὀρθοδόξων". Προσδίδεται ἔτσι σὲ ὅλα αὐτὰ πλέον συνοδικὴ ἔγκριση πανορθοδόξου κύρους. Ἀποδέχεται ἑπομένως καὶ ἀναγνωρίζει στὶς αἱρετικὲς κοινότητες ὅτι ἔχουν, καθὼς καὶ οἱ ὀρθόδοξοι, ἀποστολικὴ διαδοχή, ἱερωσύνη, βάπτισμα καὶ αὐθεντικὰ μυστήρια, (βλ. συμπεφωνημένα κείμενα Μονάχου 1981, Μπάρι 1987, Νέου Βάλαμο 1988, Μπαλαμάντ 1993, Ραββένας 2007). Ἐν ὀλίγοις ἀποδομεῖται ὁλόκληρη ἡ ἀποστολικοπαράδοτη, δογματικὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ΑκΜΣ ἀποδέχεται ὅτι ὁ Πάπας καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ δίχως νὰ ἀποκηρύξουν κανένα ἀπὸ τὰ αἱρετικὰ δόγματά τους εἶναι καὶ αὐτοὶ Ἐκκλησίες, ἐνῶ ἀντιθέτως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀναθεμάτιζαν καὶ ἀπέκοπταν τοὺς αἱρετικοὺς ὡς σάπια καὶ νεκρὰ μέλη, ὡς παντελῶς ξένα δηλαδὴ πρὸς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
3) Ὅσον ἀφορᾷ στὸ κείμενο περὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ Γάμου, παρατηρεῖται μία ἐσκεμμένα παραπλανητικὴ ἀμφισημία κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῶ ἀρχικῶς καταγράφεται ἡ σχετικὴ πατερικὴ διδασκαλία ἐπὶ τοῦ θέματος (παράγραφοι ἕως καὶ II,3), κατόπιν αὕτη ἀνατρέπεται πλήρως διὰ τῆς ἐπισήμου ἀποδοχῆς τῶν μικτῶν λεγομένων “γάμων”, μέσω τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς ψευδωνύμου “οἰκονομίας”, ἡ ὁποία καταστρατηγεῖ τόσο τὸ γράμμα, ὅσο καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 72ου κανόνος τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου (692), μιγνύοντας τὰ ἄμικτα: ὀρθόδοξους καὶ αἱρετικούς. Ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση ἀποτελεῖ τὸ δεύτερο σημεῖο ἀναγνωρίσεως ἐκκλησιαστικότητος τῶν ἀποκεκομμένων ἐκ τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικῶν κοινοτήτων, ἀφοῦ γίνεται ἀποδεκτὸ πλέον καὶ συνοδικῶς, τὸ ἔγκυρον τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος καὶ κατὰ συνέπειαν τῶν αἱρετικῶν “μυστηρίων” καὶ συνακόλουθα τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας: 

“Ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ᾿ ἑτεροδόξων κωλύεται κατὰ κανονικὴν ἀκρίβειαν (κανὼν 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλῳ Συνόδου). Ἡ δυνατότης ἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ὡς πρὸς τὰ κωλύματα γάμου δέον ὅπως ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἑκάστης αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας” (παράγραφοι II,5,i-ii).
4) Ἀναφορικῶς δὲ πρὸς τὸ κείμενο τῆς Νηστείας, ἰσχύει ὅ,τι ἐλέχθη καὶ γιὰ τὸ κείμενο τοῦ Γάμου: ἕως καὶ τὴν παράγραφο 7, παρουσιάζεται ἡ σχετικὴ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ νηστείας, ἀκολούθως ὅμως “ἐπιτρέπεται” ἡ κατάλυσίς της (Νηστεία 8), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραδίδεται τελεσιδίκως ἡ ἀσκητικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση στὸ ἐκκοσμικευμένο καὶ ἀντιασκητικὸ πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ ἐδῶ διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς «οἰκονομίας»: καταλύονται οἱ ἱεροὶ κανόνες περὶ τῆς νηστείας.
5) Στὴν σύνοδο τῆς Κρήτης δὲν ὑπῆρξε οὔτε κἂν ἡ ἐπίφασις συνοδικότητος ποὺ βλέπουμε στὴν Β΄ Βατικανὴ σύνοδο, στὴν ὁποία εἶχε κληθεῖ τὸ σύνολο τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη παπικῶν ἐπισκόπων, ἐνῶ στὴν ΑκΜΣ δὲν συμμετεῖχε τό σύνολο τῶν ἐπισκόπων παρὰ μόνον “ἀντιπροσωπεῖες”. Ἡ σύνοδος λειτούργησε σὰν νὰ ἦταν κάποιο πολιτικὸ σῶμα, ὅπου οἱ ἀντιπροσωπεῖες ψήφισαν κατ’ ἀρχὰς ἐσωτερικά, ὅπως καὶ οἱ κοινοβουλευτικὲς ὁμάδες τῶν κομμάτων, μὲ τελικὴ κατάληξη τὴν ψηφοφορία τῶν πρώτων, ὡς ἄλλων πολιτικῶν ἀρχηγῶν.

Μὰ οὔτε καὶ πανορθόδοξος ἦταν, ἐφόσον τελικῶς ἔλειψαν τέσσερεις Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. 
Ὄντως ἡ ΑκΜΣ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὶς προηγούμενες Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐξάλλου, ὅπως χαρακτηριστικὰ δήλωσε ὁ Ἀναστάσιος Ἀλβανίας, συνιστᾶ μία νέου εἴδους “σύνοδο”. Ἡ νέα πραγματικότητα ποὺ διαμορφώνεται μὲ “συνόδους” τύπου Κολυμπαρίου Κρήτης εἶναι ὅτι καταλύεται τὸ συνοδικὸ σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ εἰσάγεται ἡ ἐκκοσμίκευση ἐντὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ εὐωδία τοῦ λιβανιοῦ ἀλλὰ ἡ δυσωδία τῶν κοσμικῶν ἀρωμάτων. Ὄντως δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ ὁ αὐθεντικὸς δογματικὸς λόγος καὶ ἡ ἀκρίβεια ποὺ ἁρμόζει σὲ μία Ὀρθόδοξη Σύνοδο, ὥστε νὰ ἀποπνέει ἐμπιστοσύνη καὶ αὐθεντικότητα.

6) Κλείνοντας, παρατηροῦμε ὅτι σὲ ὅλα τὰ κείμενα τῆς Συνόδου δὲν ὑπάρχει ἡ εὐθύτης τοῦ λόγου, τὸ εὐαγγελικόν «ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ» (Ματθ. εʹ, 37), ἐκεῖνο μάλιστα ποὺ ἐντυπωσιάζει εἶναι ὅτι οἱ λέξεις ποὺ συστηματικὰ ἀποφεύγονται εἶναι: αἱρετικοί, αἵρεσις καὶ δόγμα. Σκοπὸς βεβαίως τοῦ παρόντος κειμένου δὲν εἶναι ἡ λεπτομερὴς θεολογικὴ ἀνάλυση ἐπὶ τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ, ἐπ’ αὐτοῦ παραπέμπουμε στὴ θεολογικὴ μελέτη τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἐπιφανίου Καψαλιώτου, καθὼς καὶ ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων καθηγητῶν. Στὶς ἐν λόγῳ ἐργασίες γίνεται σαφὲς ὅτι πέραν τοῦ κακοδόξου κειμένου τῶν Σχέσεων, καὶ τὰ ἄλλα συνοδικὰ κείμενα: τῆς Ἐγκυκλίου, τοῦ Μηνύματος, καὶ τῆς Ἀποστολῆς, βρίθουν ἀντορθοδόξων θέσεων περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἐν τῷ κόσμῳ.



                                                                               
Ἡ λεγομένη ΑκΜΣ ἀποκορύφωμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
Πάντως τὰ τελικῶς γενόμενα στὴν λεγομένη ΑκΜΣ δὲν προξενοῦν ἐντύπωση ὡς κάτι τὸ ἀπρόσμενο, ἀντιθέτως, ἀποτελοῦν τὴν φυσιολογικὴ κατάληξη μιᾶς ὁλοκλήρου πορείας αἱρετικῶν πράξεων καὶ λόγων τοῦ ἑκάστοτε πατριάρχου ἀπὸ τὸ 1902 καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ φοβερὸν εἶναι, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν ΑκΜΣ ὁ νῦν Πατριάρχης ἔδραμε σπουδαίως στὴ διαθρησκειακὴ σύναξη τῆς Ἀσσίζης γιὰ νὰ ἀνάψει καὶ αὐτὸς τὸ κεράκι του στὸν κοινὸ βωμὸ τοῦ Βάαλ τῆς Πανθρησκείας (Αὔγουστος 2016). Τοῦτο ἀποτέλεσε συνέχεια προηγουμένων συμπροσευχῶν μετὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅπως Ἑβραίων, Βουδιστῶν, Ἰνδουϊστῶν, Εἰδωλολατρῶν κ.ἄ. Ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι ἄρνηση Χριστοῦ, τότε τί εἶναι; Ὑπηρετεῖ, δυστυχῶς, πιστὰ τὴν Πανθρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου. Αὐτὰ οὐδεὶς αἱρετικός, διὰ μέσῳ τῶν αἰώνων δὲν τόλμησε οὔτε κἂν καὶ νὰ τὰ σκεφθεῖ!
Ἀναπόφευκτα τὸ ἑπόμενο καὶ τελικὸ στάδιο θὰ εἶναι ἡ ὑποταγὴ στὸ πρωτεῖο ἐξουσίας, στὸ ἀλάθητο τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα καὶ «τὸ κοινὸ ποτήριο», δηλαδὴ στὴ μετατροπὴ τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σὲ Οὐνιτικές.

Εἶναι γνωστὸ τοῖς πᾶσι ὅτι ὁ νῦν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τυγχάνει ὁ κύριος ἐμπνευστὴς ὅλων τῶν κακοδόξων ἀποφάσεων

Ο π. Αθανάσιος ΑΠΟΚΡΥΒΕΙ το ΘΕΛΗΜΑ του Θεού, ελέγχοντας αυτούς που ομοίως το ΑΠΟΚΡΥΒΟΥΝ!

Ἀρχιμ. Αθανάσιου Αναστασίου, Προηγουμένου Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου

Ἕνας πρῶτος σχολιασμός
τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας
τῆς 23ης – 24ης Νοεμβρίου 2016

Στίς 23 καί 24 Νοεμβρίου 2016 συνεδρίασε ἐκτάκτως ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ἀποκλειστικό θέμα τήν ἀποτίμηση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Τήν συνεδρία αὐτή τῆς Ἱεραρχίας ἀνέμενε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον καί ἀγωνία ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, πού εἶχε ἐναποθέσει σέ αὐτή τίς ἔσχατες ἐλπίδες του γιά ἕναν ἐπαναπροσδιορισμό τῶν θέσεων τῆς Ἱεραρχίας, πού θά ὁδηγοῦσε στόν ἐντοπισμό τῶν ἐσφαλμένων ἐπιλογῶν καί ἀποφάσεων τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης.
Δυστυχῶς, ὅμως, οἱ προσδοκίες αὐτές διαψεύστηκαν, γεγονός πού μᾶς προκάλεσε βαθύτατο πόνο καί μεγάλη ἀπογοήτευση. Αἰσθανόμαστε τήν ἱερατική καί μοναχική μας συνείδηση νά ἀντιδρᾶ ἔντονα καί νά ἀνθίσταται, ἀδυνατώντας νά κατανοήσει καί νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀποφάσεις πού ἐλήφθησαν. Αἰσθανόμαστε ἐπιτακτικά τήν εὐαγγελική ἐντολή νά μᾶς ὁδηγεῖ, ὥστε νά ὁμολογήσουμε ὑπέρ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αἰσθανόμαστε νά μᾶς ἐπιτάσσει νά μήν σιωπήσουμε, ἀλλά νά καταθέσουμε, ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας, τήν καλογερική δογματική μας συνείδηση μέ εὐθύτητα καί εἰλικρίνεια, χωρίς κατακριτική διάθεση, ἀλλά μέ ἔμπονη ἀγάπη πρός τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία καί τήν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας. [σ.σ.: Αὐτὸ ΜΟΝΟ δὲν κάνατε τόσες δεκαετίες, π. Ἀθανάσιε; Πάλι αὐτὸ ΜΟΝΟ θὰ κάνετε; Θέλετε, δηλαδή, νὰ ἐμπεδώσουμε τὸν ὁρισμὸ τοῦ χαρτοπόλεμου;].  
Μᾶς παρακινεῖ σέ αὐτό, τό φωτεινό παράδειγμα τῶν Ἁγίων μας, παλαιῶν καί συγχρόνων, καθώς καί ἡ προτροπή τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: «Εἶ­ναι ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου νά μή σι­ω­πᾶ­με, ὅ­ταν κιν­δυ­νεύ­ει ἡ Πί­στη.­.. Ὅ­ταν

Οικουμενιστές -και κυρίως οι ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ- αφαίρεσαν ΟΧΙ μια κεραία, αλλά ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΚΑΝΟΝΑ Ι. ΣΥΝΟΔΟΥ!

ΚΑΝΩΝ 15ος ΑΒ΄  ΣΥΝΟΔΟΥ

Του Γεωργίου Φλώρου


ΔΙ’ ΑΙΡΕΣΙΝ ΤΙΝΑ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΖΟΝΤΕΣ
ΠΡΕΠΟΥΣΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙΣ ΑΞΙΩΘΗΣΟΝΤΑΙ!

Μάθετε τον 15ο κανόνα
που καίει τους αντι-ΧΡΙΣΤΟΥΣ!!!


«Στην 1η και 2αν εντολήν κρέμεται όλος ο ΝΟΜΟΣ».
Ως πηγή αναβλύζουσα  Άγιον Πνεύμα και αιώνιον  ζωήν αντλήθηκαν τα πάντα εκ του ΛΟΓΟΥ.
Ο ΛΟΓΟΣ του ΘΕΟΥ.
«Στον 15ο κανόνα κρέμεται η προστασία της ΕΚΚΛΗΣΙΑ μας από τους ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ».
Μας έλεγαν ότι ο ΝΟΜΟΣ λέγει: «Ούτε μία κεραία, ούτε ένα ιώτα δεν αλλάζουμε».
Τώρα οι ίδιοι απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από τον Θεό που αφαίρεσαν ΟΧΙ μια κεραία, αλλά ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΚΑΝΟΝΑ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.
Δεν θέλουν να υπάρχει ο ΚΑΝΟΝΑΣ αυτός που διακρίνει τους ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ και επαινεί τους διακόπτοντες σχέσιν με αυτούς,

Η επιβράβευση της αίρεσης είναι ευτελισμός της Ορθόδοξης Θεολογίας και δείγμα μηδενικής ομολογιακής συνειδήσεως, κ. Κουρουμπελέ.


Ο Πάπας βράβευσε Έλληνα θεολόγο που «γεφυρώνει» την παπική σκέψη με την ορθόδοξη θεολογία!

Όπως είχε αποκαλύψει το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ πριν από ενάμισι μήνα, Έλληνας καθηγητής θεολογίας -και μάλιστα δογματικής- στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είναι ο ένας εκ των νικητών του φετινού βραβείου Ράιζινγκερ, του επίτιμου Πάπα Βενέδικτου δηλαδή.
Ο Πάπας Φραγκίσκος, λοιπόν, το πρωί του Σαββάτου στο πλαίσιο της απονομής στους νικητές του Βραβείου Ράτσινγκερ 2016, μονσινιόρ Inos Biffi και κ.Ιωάννη Κουρουμπελέ, δήλωσε πως το βραβείο Ράτσινγκερ δίνεται «ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης της Εκκλησίας σε μελετητές και καθηγητές

Άγιο Σαρανταήμερο

Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε…

img005
   «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ἐν εὐφροσύνη, ἀνυμνήσατε λαοί, ὅτι δεδόξασται».
   Μὲ τὴν ἔναρξι τῆς Τεσσαρακοστῆς στὶς 15 Νοεμβρίου καὶ τὴν εὐφρόσυνη ψαλμωδία σὲ Α΄ ἦχο τοῦ «Χριστὸς γεννᾶται…» ἀπὸ τὴν 21η Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς προετοιμάζει σταδιακά, ψυχολογικὰ καὶ πνευματικὰ ὥστε νὰ ἑορτάσωμε, τὸ κατὰ δύναμιν, ἐπαξίως, τὴν ἀναμενόμενη μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων.

   
Ζώντας ἤδη αὐτὴ τὴν προχριστουγεννιάτικη λειτουργικὴ περίοδο, μᾶς δίδεται ἡ ἀφορμή καὶ ἡ εὐκαιρία γιὰ ἕνα ἐπίκαιρο θεολογικὸ σχολιασμὸ τοῦ περιεχομένου τοῦ χαρακτηριστικοῦ αὐτοῦ προεξαγγελτικοῦ καὶ εἰσαγωγικοῦ -στὸ πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων- ὕμνου τῆς προμετωπίδος τοῦ παρόντος ἄρθρου. Ἂς σημειωθῆ ὅτι αὐτὴ ἡ παιδαγωγικὴ ἀρχή τῆς προεξαγγελίας κάποιου γεγονότος δημιουργεῖ εὐχάριστα αἰσθήματα ὑπομονῆς, χαρᾶς κι ἐλπίδος καὶ δημιουργικὴ διάθεσι προετοιμασίας, προβληματισμοῦ καὶ περισυλλογῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀρχή αὐτὴ ἐφαρμόζεται πάντοτε ἀπό τούς Ὑμνωδοὺς καὶ Ὑμνογράφους στοὺς ὕμνους, κυρίως, τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν.
  Τὸ ἀνωτέρω ὑμνολογικό κείμενο ἀνήκει στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν

Οι "Γαϊδουριές" του κ. Τελεβάντου, σύμφωνα με ...μαθητή του και πνευματικό του παιδί!!!

      κόμα και οἱ φίλοι του κατάλαβαν τὴν ἐμπάθεια πρὸς διάφορα πρόσωπα καὶ τὶς ἄδικες ἐπιθέσεις τοῦ κ. Τελεβάντου, γι' αὐτὸ καὶ τὸ καταγγέλλουν, ὑπενθυμίζοντάς του μάλιστα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶ ὅτι καταδικάστηκε σὲ φυλάκιση, γι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο!
   Πρόκειται γιὰ τὸν κ. Π. Νούνη, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλε σχετικὴ δημοσίευση, ἀπόσπασμα τῆς ὁποίας δημοσιεύμε.
   Δὲν θὰ δημοσιεύαμε αὐτὴν τὴν ἐπίθεση κατὰ Τελεβάντου ἀπὸ τὸν κ. Νούνη,  ἐὰν ὁ κ. Τελεβάντος μὲ τοὺς Κύπριους συνεργάτες του, δὲν ἐργαζόταν ἔργο ἀλάθητου Πάπα, καὶ δὲν διέστρεφε -παπικῷ τῷ τρόπῳ-  ὁλόκληρη τὴν ἁγιοπατερικὴ Παράδοση γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν πιστῶν ἀπὸ τοὺς Παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές.
   Καὶ φέρεται ὁ κ. Τελεβάντος ἔτσι, γιατὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι -ΚΑΤΑ ΚΑΝΟΝΑ- ἡ διακοπὴ μνημοσύνου πραγματοποιεῖται ἀπὸ μεμονωμένους πιστούς, εἴτε αὐτοὶ εἶναι λαϊκοί (ὅπως συνέβη στὴν περίπτωση τοῦ αἱρετικοῦ κηρύγματος τοῦ Νεστορίου ἐπ' ἐκκλησίᾳ), εἴτε αὐτοὶ εἶναι μοναχοί (ὅπως συνέβη μὲ τὸν μοναχὸ Μάξιμο), εἴτε αὐτοὶ ἦσαν ἱερωμένοι (ὅπως συνέβη στὴν περίπτωση τῶν Ἁγίων Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Γρηγορίου Παλαμᾶ, Μάρκου Εὐγενικοῦ κ.λπ.), καὶ τοὺς ὁποίους ΜΙΜΗΘΗΚΑΝ καὶ ἀκολούθησαν στὴν συνέχεια καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
   Ἡ σχεδιασμένη, ὀργανωμένη καὶ συντεταγμένη διακοπὴ μνημοσύνου μὲ μπροστάρηδες κάποιους στρατηγούς -κατὰ τὶς φαντασιώσεις τοῦ Τελεβάντου- εἶναι ἄγνωστη στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ὑπάρχει θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς τὴν εἶχε παρουσιάσει. Ἀλλλὰ καὶ ἂν σὲ κάποια περίπτωση -ποὺ δὲν γνωρίζουμε καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς τὴν γνωρίσει- συνέβη, αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ τὸν ΚΑΝΟΝΑ, ποὺ εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς τῶν πιστῶν κατὰ τὶς Ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τῶν Ἁγίων Πατέρων. Καὶ σκοπὸς αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης ἦταν (καὶ εἶναι) γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὸν μολυσμὸ ἐκ τῆς συναναστροφῆς μὲ τοὺς αἱρετικούς (ποὺ στὴν συγκεκριμένη περίπτωση (τῆς μὴ καταδικασμένης αἱρέσεως) ἀποτελοῦν -ἂν καὶ ψευδεπίσκοποι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι- τοὺς ...Ποιμένες(!) τῶν πιστῶν!!!
   Τὰ παραδείγματα καὶ τὰ κείμενα τὰ ἔχουμε ἑκατοντάδες φορὲς παρουσιάσει, ἐνῶ ὁ κ. Τελεβάντος καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες του δὲν ἔχουν παρουσιάσει κανένα κείμενο Ἁγίου ποὺ νὰ διδάσκει τὸ ...ἀντίθετο!!! Τὸ μόνο ποὺ παραθέτει ὁ Τελεβάντος, εἶναι ἡ δική του ἰσχυρογνωμοσύνη, συνοδευόμενη ἀπὸ ὕβρεις, συκοφαντίες καὶ ἐμπαθεῖς καὶ κακόβουλες γνῶμες χαρακτηρισμοὺς καὶ ἐνέργειες, σὰν αὐτοὺς ποὺ καταδικάζει στὸ ἱστολόγιό του "Ἀπολογητικὰ" ὁ κ. Νούνης! 



Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Νούνης:
   Ἡ προσωπική μου ἔρευνα θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἐν δυνάμει ἀντικειμενική, διότι, ΟΥΔΕΠΟΤΕ ἐγνώρισα προσωπικῶς τόν π. Βασίλειον Βολουδάκην (ἐνῷ ὁ Τελεβάντος, ἄν δέν ἀπατώμαι, τόν ἐγνώρισεν!). Δέν εἶμαι πνευματικόν παιδί τοῦ πατρός Βασίλειου. Ἐνῶ ἤμουν λ.χ. «πνευματικόν παιδί» καί μαθητής τοῦ Τελεβάντου. Οὔτε κἄν ἔτυχεν νά συναντήσω προσωπικά τά κατά σάρκαν ἤ καί πνευματικά παιδιά τοῦ π. Βασιλείου. Πολλῷ μᾶλλον ΔΕΝ συνδέομαι προσωπικά μέ κανέναν τους, ὥστε νά δέχομαι ἔμμεσα κάποιον φυσιολογικόν ἐπηρεασμόν. Ἀλλά ΟΥΤΕ κἄν εἶμαι ἐγεγγραμένος στήν Πολιτική Παράταξην «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» διότι διαχρονικά λόγῳ καταγωγῆς τοῦ κατά σάρκαν πατέρα μου, ἀπό την Πρώτη Σερρῶν, ἐψήφιζον δυστηχῶς, ὡς ἄλογον πρόβατον, σταθερά τήν μασσωνίζουσα «χριστιανική Δεξιά» τήν καί «Νέα Δημοκρατίαν» τήν ὁποῖαν καί ὁ Τελεβάντος τοποθετεῖ ὅλως παραδόξως στο βαθύ ἀπυρόβλητον τῆς Πολιτικῆς Θεολογίας του.