Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Διευκρινήσεις σε ενστάσεις Αντι-Οικουμενιστών, π. Ευθ. Τρικαμηνά

ναφορά στὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων ποὺ προσπαθοῦν νά ἀποτρέψουν τούς κληρικούς καί τούς λαϊκούς ἀπό τήν μόνη καί μοναδική ἐν καιρῷ αἱρέσεως ὁδό τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀποτείχισις καί ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσις ἀπό τούς αἱρετικούς καί τούς κοινωνούντας μέ αὐτούς.


Εἶναι βέβαια λυπηρό σήμερα νά παρουσιαζώμαστε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι χωρίς νά γνωρίζωμε (ἤ δῆθεν νά ἀγνοοῦμε) τό τί πρέπει νά κάνουμε, ὅταν, π.χ. κάποιος μέσα στό σπίτι μας, γίνη προδότης καί πρεσβεύει καί φιλιάζει μέ τούς ἐχθρούς τῆς οἰκίας, ἤ ἄν ἀλλάξουν πορεία στό πλοῖο αὐτοί πού τό ὁδηγοῦν καί αὐτό πορεύεται σύμφωνα μέ τά θελήματα ὄχι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ἤ τέλος πάντων νά μήν γνωρίζωμε τί πρέπει νά κάνουμε, ἄν μέσα στήν Ἐκκλησία ἀνάψη αἱρετική πυρκαϊά, ἡ ὁποία μάλιστα ὑποθάλπεται καί συντηρεῖται ἀπό τούς ἴδιους τούς προστάτας καί ποιμένας τῶν πιστῶν.
Τό λυπηρώτερο βέβαια καί ἄκρως ἀπογοητευτικό δέν εἶναι ἄγνοια πού ἐκδηλώνουμε γιαὐτά τά τόσο σημαντικά ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ὁποία ἅπτονται τῆς πίστεως, ἀλλά τὸ ὅτι διδάσκουμε ἀντίθετα ἀπό τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, δηλαδή νά ἀκολουθοῦμε τούς προδότες τῆς πίστεως, νά τούς ἀναγνωρίζωμε εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, νά τούς μνημονεύουμε κ.λπ. Ἔτσι ἀποκλείουμε μόνοι μας κάθε ἐλπίδα διορθώσεως τῶν πραγμάτων, ἐφὅσον αἵρεσις ἑδραιώνεται καί ἐπεκτείνεται καί ἐφὅσον προαίρεσί μας εἶναι συμβιβαστική καί μάλιστα σέ σημεῖο νά μήν θέλουμε νά ὑποστοῦμε τό ἐλάχιστο χάριν τῆς πίστεως.
Ἔρχομαι μετά ἀπό αὐτά τά εἰσαγωγικά νά ἀναφερθῶ σέ κάποιες ἐνστάσεις ποὺ ἀκούγονται ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν... Ὑπαρχούσης τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά νομιμοποιήσουμε ἄλλη ὁδό, χάριν τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος.
πρώτη λοιπόν ἔνστασις τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν εἶναι ἑξῆς.
Ὁ κάθε Ὀρθόδοξος καί εἰδικά ὁ κληρικός πρέπει κάπου νά ἀνήκει. Δέν εἶναι ὡς ἐκ τούτου δυνατόν νά ἀποτειχιστῆ ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ἐπειδή αὐτός εἶναι Οἰκουμενιστής. Κι ὄχι μόνο ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ἀλλά συγχρόνως, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτειχιστῆ καί ἀπό ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἀπό τά Πατριαρχεῖα καί τίς τοπικές Ἐκκλησίες, διότι ἔτσι ἐξέρχεται ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Μάλιστα σ’ αὐτό τό ἐπιχείρημα προσαγάγουν σάν σύγχρονα παραδείγματα τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ἀπό τούς τρεῖς Ἐπισκόπους τῶν λεγομένων νέων Χωρῶν, δηλαδή τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, τοῦ Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβροσίου καί τοῦ Παραμυθίας Παύλου, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ διέκοψαν τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχη, εἶχαν συγχρόνως ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ὅλους τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, τίς τοπικές Ἐκκλησίες κ.λπ.
Ἐπίσης ἀναφέρουν καί τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀθηναγόρα πάλι, ἐκ μέρους τῶν Ἁγιορειτῶν κατά τήν χρονική περίοδο 1970-1973. Καί ἐδῶ ἀναφέρουν ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες, ἐνῶ διέκοψαν τήν μνημόνευσι τοῦ Ἀθηναγόρα, δέν ἀποτειχίστηκαν ἀπό τήν ὑπόλοιπη Ἐκκλησία τούς Ἐπισκόπους κ.λπ.
Σχολιάζοντας αὐτό τό ἐπιχείρημα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν πρέπει νά ἀναφέρουμε κατ’ ἀρχάς ὅτι τήν Ἐκκλησία τήν βλέπουν καί τήν προσδιορίζουν ὅπως οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Παπικοί. Δηλαδή τήν προσδιορίζουν ὄχι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πίστι, ἀλλά ἀπό τήν ἐξωτερική της μορφή. Γι’ αὐτό ἔχει γίνει καραμέλα στό στόμα τῶν Οἰκουμενιστῶν τό «ὅπου ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖ καί ἡ Ἐκκλησία». Αὐτό ὅμως ἰσχύει μόνο καί κατ’ ἀποκλειστικότητα στήν περίπτωσι πού ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι Ὀρθόδοξος καί κατά τήν λειτουργική καί ἁγιογραφική ἔκφρασι «ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας», τό ὁποῖο σημαίνει κατά τόν Χρυσόστομο ἅγιο: «Ὀρθοτομοῦντα τουτέστι, Τέμνε τά νόθα καί τά τοιαῦτα μετά πολλῆς τῆς σφοδρότητος ἐφίστατο καί ἔκκοπτε» (P.G. 62, 626).
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος δέν τέμνει καί δέν ἐκκόπτει τά νόθα, ἀλλά ἀπεναντίας τά εἰσάγει, τά καλλιεργεῖ καί τά προστατεύει, τότε ἡ Ἐκκλησία δέν ὁρίζεται ἀπό τήν ἐξωτερική της μορφή, ἀλλά ἀπό τήν ἐσωτερική, δηλαδή ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πίστι. Αὐτό τό διδάσκει μέ θαυμάσιο καί μοναδικό τρόπο ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἀποτειχίστηκε ἀπό ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί τίς τοπικές Ἐκκλησίες, ὅταν αὐτές δέν ἔτεμνον τά νόθα, ἀλλά τά εἰσήγαγον διά τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ.
Τήν διδασκαλία αὐτή τήν ἀναφέρει περιγραφικά ὁ ἴδιος σέ ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Ἀναστάσιο:

Κατά πνεύμα συγγενείς του «Φαναρίου» οι μηχανορράφοι του περιεχομένου των Θρησκευτικών!



  « Οἰκουμενισμός εἶνε χείρων πάσης αἱρέσεως. Ἡ αἵρεσις τοῦ Ἀρείου, ἡ εἰς τάξιν κτίσματος καταβιβάζουσα τόν ὁμοούσιον Λόγον, καθώς καί πᾶσαι αἱ ἄλλαι αἱρέσεις, ὠχριῶσιν ἐνώπιον τοῦ τέρατος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ».
π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Ἀπόσπασμα ἀναρτήσεως:

«Φαναριώτικη» ἡ θεμελίωση τῶν νέων Προγραμμάτων Σπουδῶν

Αποτέλεσμα εικόνας για νεο προγραμμα σπουδων θρησκευτικα     Πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι, ὅτι ὁ βασικός ὑπεύθυνος καί ἐμπνευστής τῶν νέων ΠΣ στό ΜτΘ πού διδάσκεται ἀπό τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016 στά Δημοτικά, Γυμνάσια καί Λύκεια τῆς πατρίδας μᾶς εἶναι ὁ χῶρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τό Φανάρι μοιάζει νά ἔχει χάσει τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, μοιάζει νά ἔχει χάσει τήν αἴγλη του. Ἰδίως στόν σημερινό κόσμο πού λαμπιρίζει ἀπό τήν πολύ διαφήμιση, ἅμα χάσει κανείς τό ἀληθινό φῶς τοῦ Χριστοῦ βαδίζει πλέον σύμφωνα μέ τά κελεύσματα τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου καί ἐξομοιώνεται μέ αὐτούς.
    Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ξεκίνησε στό χῶρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τόν Ἰωακείμ Γ΄, τόν πρῶτο Μασῶνο Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος τό 1902, ἀπευθυνόμενος μέσῳ ἐγκυκλίου πρός τίς ἄλλες αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, κάνει λόγο γιά τήν ἀνάγκη «ἐξευρέσεως σημείων συναντήσεως καί ἐπαφῆς πρός τάς ἄλλας Ἐκκλησίας» μέ σκοπό νά βρεθεῖ «πεδίον ὁμαλῆς φιλικῆς ἀμοιβαίας προσπελάσεως». Μέ τήν ἐγκύκλιο αὐτή ἐγκαινιάζεται ἐπίσημα ὁ Οἰκουμενισμός στό Φανάρι. Οἱ ἀπαντήσεις τῶν ἄλλων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν

«Η κοινωνία πίστεως είναι το ουσιώδες εις τον βίον της Εκκλησίας»





«Αἱ προσπάθειαι τοῦ Μ. Βασιλείου
περὶ τῆς κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν»

 Χρήστου Παναγιώτου

("Κληρονομία", τ. 13ο, σελ. 183-194)

   Δια τον αρχιεπίσκοπον της Καισαρείας η κοινωνία δεν είναι απλή λέξις, αλλά κατάστασις υπάρξεως του εκκλησιαστικού οργανισμού ως σώματος του Χριστού και έδρας του Αγίου Πνεύματος, (τὸ Ὁποῖον) συνιστά τον κρίκον που συνδέει τα μέλη εν χρόνω και τόπω.
  Επί μέρους τμήματα της Εκκλησίας ήσαν αι αυτοτελείς επισκοπαί, η δε ενότης αυτής κατά τας εγκοσμίους σχέσεις της εξεφράζετο δια της επικοινωνίας των επισκόπων μεταξύ των· τούτο είναι ό,τι συνήθως καλούμεν κοινωνίαν των Εκκλησιών. Οι ούτω επικοινωνούντες εκαλούντο "κοινωνικοί".

   Ο Βασίλειος απέδιδεν μεγάλην σπουδαιότητα εις τας επισκοπικάς συναντήσεις δια την επίλυσιν των τοπικών ζητημάτων της Ανατολής, είχε δε πάντοτε προ οφθαλμών την σύγκλησιν μιας γενικής συνόδου δια τα θέματα της οικουμενικής Εκκλησίας.
   Πάντως η επαφή των εκκλησιαστικών ηγετών, είτε δι' επιστολών είτε δια συνόδων είτε δια προσωπικών συναντήσεων, έχει νόημα και αξίαν, μόνον όταν απορρέη από ουσιώδεις αρχάς. 
    Διέκρινε μεταξύ κοινωνίας αγάπης και κοινωνίας πίστεως, αυτή δε η δευτέρα είναι το ουσιώδες εις τον βίον της Εκκλησίας, ενώ η πρώτη είναι παρεπόμενον.
 Η κοινωνία είναι αγαθόν το οποίον προσφέρεται και λαμβάνεται κατά την συμφωνίαν της ορθοδόξου πίστεως. Όθεν απομάκρυνσις ενός επισκόπου από την ορθοδοξίαν συνεπάγεται διακοπήν της κοινωνίας από τους άλλους. Ο Βασίλειος, όταν παρενεβάλλετο παρεκτροπή εις την πίστινδεν εδίσταζε να διάσπαση παλαιάς φιλίας.
Εις αυτήν την σύγχυσιν (σὲ καιρὸ αἱρέσεως), αν δεν προλάβη ο εχθρός να σε κτυπήση, σε πληγώνει ο σύντροφος. Συνδεόμεθα μεταξύ μας οι ομόφρονες επί τόσον μόνον χρόνον, επί όσον μισούμεν από κοινού τους εχθρούς. Όταν όμως οι εχθροί απομακρυνθούν, βλέπομεν ο εἷς τον άλλον ως εχθρόν. Αι τραχείαι κραυγαί από τας αντιλογίας των αλληλομαχομένων έχουν γεμίσει την Εκκλησίαν και η ευσεβής δογματική διδασκαλία διαστρέφεται από τας ακρότητας. Η αγάπη έχει γενικώς ψυχρανθή, η μεταξύ των αδελφών σύμπνοια έχει εξαφανισθή, το όνομα της ομονοίας έπαυσε να είναι γνωστόν (Μ. Βασιλείου, Περί γίου Πνεύματος 30, 76-78).

Σε κάθε συνοδική μορφή λειτουργίας της Εκκλησίας συμμετέχουν άπαντες

  



     Μέτοχοι  του  συνοδικού  πολιτεύματος  της Εκκλησίας  είναι  όλοι οι πιστοί.  Η Σύνοδος ουδόλως οµοιάζει µε επιστηµονικό Συνέδριο.

                                              Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

    βάση τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύµατος εἶναι συνοδική, πού σηµαίνει γίνεται συζήτηση, ἀνταλλάσσονται ἀπόψεις καί ἐξάγονται τά συµπεράσµατα. «Ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύµατι καὶ ἡµῖν», ὅπως ἀπεφάνθη ἡ Ἀποστολική Σύνοδος στά Ἱεροσόλυµα, κατά τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Πράξ. ιε΄,  28)
Τό συνοδικό, ὅµως, πολίτευµα δέν λειτουργεῖ οὔτε ἐκφράζεται µόνον µεταξύ τοῦ Σώµατος τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί γενικά στίς συζητήσεις µεταξύ Κληρικῶν, µοναχῶν καί λαϊκῶν, ὅσων τελικά τό ἐπιθυµοῦν. Ἔτσι, ἀποφεύγεται ἡ Κληρικοκρατία καί ἡ λαϊκοκρατία. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευµα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα λειτουργίας του εἶναι συνοδικῶς ἱεραρχικό καί ἱεραρχικῶς συνοδικό.
   Ἑποµένως, δέν πρέπει νά ἐνοχλοῦν οἱ ἀπόψεις-θέσεις πού διατυπώνονται ἀπό Κληρικούς, µοναχούς, θεολόγους, λαϊκούς, ὡσάν αὐτές οἱ ἀπόψεις νά κλονίζουν τόν Συνοδικό θεσµό. Μιά τέτοια ἄποψη εἶναι ἐκτροπή ἀπό τό ἐκκλησιαστικό φρόνηµα, ἐκφράζει δέ παπική ἀντίληψη.
     Στό σηµεῖο αὐτό θά παρατεθῆ ἕνα χαρακτηριστικό κείµενο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι:
   «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι µιά συνέλευσις, πού οὐδέποτε διακόπτεται. Μέ ἄλλους λόγους, ἡ ὑπερτάτη αὐθεντία –καί ἡ ἱκανότης πρός διάκρισιν τῆς ἀληθείας εἰς τήν πίστιν– εἶναι ἐµπιστευµένη εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι πράγµατι "Θεῖος θεσµός" κατά τήν ὀρθήν καί στενήν ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἐνῶ οὐδεµία Σύνοδος ἤ "Συνοδικός θεσµός" εἶναι de jure Divino, παρά µόνον ὅταν ἀποτελῆ ἀληθῆ εἰκόνα ἤ φανέρωσιν τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τό σηµεῖον αὐτό φαινόµεθα νά ἔχωµεν ἐµπλακῆ εἰς φαῦλον κύκλον. Ἴσως αὐτό εἶναι ἀληθές, ἐάν ἐπιµένωµεν δι' ἐπισήµους ἐγγυήσεις εἰς τά δογµατικά ζητήµατα. Ἀλλά προφανῶς τοιαῦται "ἐγγυήσεις" δέν ὑφίστανται οὔτε εἶναι δυνατόν νά προσαχθοῦν καί µάλιστα προκαταβολικῶς. Ὡρισµέναι "Σύνοδοι" εἰς τήν πραγµατικότητα ὑπῆρξαν ἀποτυχίαι, τίποτε περισσότερον ἀπό conciliabula, πού βεβαίως διέπραξαν λάθη. ∆ι' αὐτόν δέ τόν λόγον µεταγενεστέρως ἀπεκηρύχθησαν. Πολύ διδακτική ἐπί τοῦ προκειµένου εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν Συνόδων τοῦ τετάρτου αἰῶνος. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἐγένοντο δεκταί ἤ ἀπερρίπτοντο ἀπό τάς Ἐκκλησίας ὄχι διά λόγους τυπικούς ἤ "κανονικούς", ἡ δέ ἐτυµηγορία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν ἄκρως ἐκλεκτική. Ἡ Σύνοδος δέν εὑρίσκεται ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, αὐτή ἦταν ἡ ἄποψις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας»…

   Ὅσοι ἔχουν τήν ἄποψη ὅτι ἡ Σύνοδος ὁµοιάζει µέ ἕνα ἐπιστηµονικό Συνέδριο ἀκαδηµαϊκῶν θεολόγων σφάλλουν.
Ἄλλωστε, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔδειξαν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐµπειρία, ὅπως φαίνεται στίς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος, πού πρωτοστατοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, «Ἡ ὄντως Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».



«ΚΟΣΜΟΣ, ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ»


Τοῦ Ν. ΣΑΚΑΛΑΚΗ

Ένα φως, ένα πνευματικό νόημα και ένα κάλεσμα προς την αγιότητα δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία την Ε΄ Κυριακή Νηστειών (οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας).
Μας φανερώνει την πνευματική εσωτερική δύναμη της ασκήτριας, την οντολογική δυναμική της ανθρώπινης ύπαρξης, τη μεταμορφωτική δύναμη της ερημικής εν Χριστώ ζωής.
Παράλληλα προβάλλει τη γυναίκα όχι ως εξάρτημα του έρωτα αλλά ως αγαπητική προοπτική (Γάμος, οικογένεια, μοναχισμός), σε επίπεδο μετανοίας και αγιότητας, υπογραμμίζοντας την αλήθεια ότι ο ρόλος της γυναίκας δεν είναι η παθητικότητα, ατομική και κοινωνική, ούτε η έμφαση στη θηλυκότητα – σεξουαλικότητα.
Έμποροι, διαφημιστές και τηλεόραση, ενδιαφερόμενοι για πωλήσεις και κέρδη, υποβιβάζουν τη γυναίκα σε σχέση ερωτικής κατοχής, σε ερωτικό αντικείμενο, σε επίπεδο πορνικής αντίληψης.
Αναμφίβολα, η πορνεία είναι έκπτωση του έρωτα και διαστροφή της αγάπης, αμαρτία δηλαδή.
Η απάντηση στην κοσμική αντίληψη της γυναίκας είναι η έρημος της οσίας Μαρίας, η οποία από την αλλοτρίωση της πορνείας εισήλθε στο χώρο της αγιότητας ασκούμενη στην έρημο, μεταβάλλοντάς την σε χώρο πνευματικού ανακαινισμού.
Ως έρημο εννοούμε όχι μόνο τον γεωγραφικό προσδιορισμό της (άγονη γη) αλλά, κυρίως, τη χριστιανική ασκητική διάσταση της ζωής, που απωθεί το κοσμικό φρόνημα, την εγωπαθή ατομικότητα και επιδιώκει την Ευαγγελική τελειότητα.
Στην Πατερική γραμματεία ο όρος «κόσμος» αναφέρεται κυρίως στην ζωή της πτώσεως, όπου υπάρχει πνευματική δυσαρμονία, αμαρτητική δυναμική, μια παρέκκλιση από το κατά φύση, μια εχθρική στάση προς το Θεό.
Τον πνευματικό προσανατολισμό του μοναχισμού και της εν Χριστώ ζωής γενικότερα, ως νόημα και κίνητρο, τον διατυπώνει θεολογικά και εύστοχα ο μέγας ασκητής–θεολόγος άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «αλλ’ ευθυπορούντες εν ταις εντολαίς του Θεού, την πίστιν ακραιφνή, την πολιτείαν ακίβδηλον συντηρούντες», δηλ. «να βαδίσουμε τον ίσιο δρόμο σύμφωνα με τις εντολές του Θεού και να διατηρήσουμε την πίστη μας καθαρή και τη διαγωγή μας ανόθευτη» (Επιστολή 209).