Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ - ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


ΨΑΛΛΕΙ Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ
ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΕΛΗΦΘΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ

Οι επτά φράσεις του Χριστού στον σταυρό.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)


Οι επτά φράσεις του Χριστού στον Σταυρό
Θέλετε νὰ µάθετε τὴ σηµασία ἐκείνων τῶν ἑπτὰ φράσεων τὶς ὁποῖες εἶπε ὁ Κύριος πάνω στὸν σταυρό. Δὲν εἶναι σαφεῖς;

Πρώτη φράση: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34). Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ ἔλεός του ἀπέναντι στοὺς ἐκτελεστές Του,τῶν ὁποίων ἡ µοχθηρία δὲν ὑποχώρησε οὔτε ὅταν ὑπέφερε στὸν σταυρό. Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι βροντοφώναξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ µία ἀποδεδειγµένη ἀλλά ποτὲ καλὰ συνειδητοποιηµένη ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν. Σκοτώνοντας τὸν Δίκαιο στὴν πραγµατικότητα σκοτώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ ταυτόχρονα δοξάζουν τὸν Δίκαιο. Καταπατώντας τὸν νόµο τοῦ Θεοῦ δὲν βλέπουν τὴ µυλόπετρα, ἡ ὁποία ἀόρατα κατεβαίνει πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ τοὺς συνθλίψει. Ἐµπαίζοντας τὸν Θεὸ δὲν βλέπουν τὰ πρόσωπά τους νὰ µεταµορφώνονται σὲ θηριώδη ρύγχη. Διαποτισµένοι ἀπὸ τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν.

Δεύτερη φράση: «Ἀµὴν λέγω σοι, σήµερον µετ’ ἐµοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43). Αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται στὸν µετανιωµένο ληστὴ στὸν σταυρό. Πολὺ παρήγορος λόγος γιὰ τοὺς ἁµαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον τὴν τελευταία στιγµὴ µετανοοῦν. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερίγραπτα µεγάλο. Ὁ Κύριος ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολὴ Του ἀκόµα καὶ στὸν σταυρό. Ἕως τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ Κύριος σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν καὶ τὴν παραµικρὴ ἐπιθυµία νὰ σωθοῦν.

Τρίτη φράση: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου» (Ἰωαν. 19,26). Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἁγία Μητέρα Του ποὺ στεκόταν κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ µὲ τὴν ψυχὴ σταυρωµένη. Καὶ στὸν ἀπόστολο Ἰωάννη λέγει: «Ἰδοὺ ἡ µήτηρ σου» (Ἰωαν. 19,27). Αὐτὸς ὁ λόγος δείχνει τὴ φροντίδα, ποὺ ὁ καθένας χρωστᾶ στοὺς γονεῖς του. Γιὰ δές, Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου» (Ἐξ. 20,12) ἐκπληρώνει τὴν ἐντολὴ Του τὴν ὕστατη στιγµή.

Τέταρτη φράση: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Αὐτὲς οἱ λέξεις δείχνουν, τόσο τὴν ἀδύναµη ἀνθρώπινη φύση, ὅσο καὶ τὴν προορατικότητα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἄνθρωπος πάσχει, ἀλλά κάτω ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὑπάρχει ἕνα µυστήριο. Δές, µόνον αὐτὲς οἱ λέξεις µποροῦσαν νὰ διαλύσουν τὴν αἵρεση, ἡ ὁποία ἀργότερα τράνταζε τὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ὁποία λανθασµένα κήρυττε ὅτι ἡ Θεία φύση ὑπέφερε στὸν σταυρό. Ὅµως, ἐν τῷ µεταξύ, ὁ αἰώνιος Υἱος τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτὸ καὶ ἐνσαρκώθηκε ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ εἶναι ὡς ἄνθρωπος στὸ σῶµα καὶ τὴν ψυχή, γιὰ νὰ µπορέσει ὅταν ἔλθει ἡ στιγµὴ νὰ πάσχει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πεθάνει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί ἂν ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἔπασχε στὸν σταυρό, θὰ σήµαινε ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ θὰ πέθαινε. Καὶ αὐτὸ οὔτε κἄν ἐπιτρέπεται νὰ διανοηθοῦµε. Ἐντρυφῆστε ὅσο πιὸ πολὺ µπορεῖτε σ’ αὐτὲς τὶς µεγάλες καὶ φοβερὲς λέξεις: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;».

Ἡ πέµπτη φράση: «Διψῶ» (Ἰωαν 19,28). Τὸ αἷµα Του ἔρρεε. Γι’ αὐτὸ καὶ διψοῦσε. Ὁ ἥλιος ἦταν κατὰ τὴ δύση του, ἤδη Τοῦ χτυποῦσε τὸ πρόσωπο καὶ µαζὶ µὲ τὰ ἄλλα βασανιστήρια καιγόταν πολύ. Φυσικὸ ἦταν νὰ διψᾶ. Ἀλλά, Κύριε, διψοῦσες ὄντως γιὰ νερὸ ἤ γιὰ ἀγάπη; Μήπως διψοῦσες ὡς ἄνθρωπος ἤ ὡς Θεός, ἤ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο; Ἰδοὺ ὁ Ρωµαῖος λεγεωνάριος Σοῦ πρόσφερε ἕνα σπόγγο βρεγµένο στὸ ξύδι. Μιά σταγόνα ἐλέους, τὴν ὁποία δὲν αἰσθάνθηκες ἀπό τούς ἀνθρώπους γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ὧρες κρεµασµένος στὸν σταυρό! Αὐτὸς ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης ἁπαλύνει κάπως τὴν ἁµαρτία τοῦ Πιλάτου -τὴν ἁµαρτία τῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας- ἀπέναντί Σου, ἔστω καὶ µὲ ξύδι. Γι’ αὐτὸ θὰ ἀφανίσεις τὴ Ρωµαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλά στὴ θέση της θὰ οἰκοδοµήσεις νέα.

Ἡ ἕκτη φράση: «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου» (Λουκ. 23,46). Πού σηµαίνει ὅτι ὁ Υἱός παραδίδει τὸ πνεῦµα Του στὰ χέρια τοῦ Πατρός Του. Γιὰ νὰ γίνει γνωστό, ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα ἦρθε καὶ ὄχι αὐτεξουσίως, ὅπως Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἀλλά ἀκόµα οἱ λέξεις αὐτὲς ἐλέχθησαν γιὰ νὰ τὶς ἀκούσουν οἱ βουδιστές, οἱ πυθαγόρειοι, οἱ ἀποκρυφιστές, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι φλυαροῦσαν περὶ µετοίκισης τῆς ψυχῆς τῶν νεκρῶν ἀνθρώπων σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, ἤ ζῶα, ἤ φυτά, ἤ ἀστέρια, ἤ µεταλλικὰ στοιχεῖα. Πετάξετε ὅλες αὐτὲς τὶς φαντασίες καὶ δεῖτε ποῦ κατευθύνεται τὸ πνεῦµα τοῦ νεκροῦ Δικαίου: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου»!

Ἡ ἕβδοµη φράση: «Τετέλεσται» (Ἰωαν.19,30). Αὐτὸ δὲν σηµαίνει ὅτι τελειώνει ἡ ζωή. Ὄχι! Ἀλλά ὅτι τελειώνει ἡ ἀποστολὴ ἡ ἐπικεντρωµένη στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τελείωσε, καὶ ἐπισφραγίσθηκε µὲ τὸ αἷµα καὶ τὸν ἐπίγειο θάνατο, τὸ θεῖο ἔργο τοῦ µοναδικοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία τῶν ἀνθρώπων. Τελείωσαν τὰ βασανιστήρια, ἀλλά ἡ ζωὴ µόλις ἀρχίζει. Τελείωσε ἡ τραγωδία ἀλλά ὄχι καὶ τὸ δράµα. Στὴ σειρὰ ἕπεται, τὸ µεγαλειῶδες ἀξίωµα: νίκη πάνω στὸν θάνατο, ἀνάσταση, δόξα.

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

Μεγάλη Πέμπτη

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιωτου

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ


«Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ»
(Ματθ. 26,39)

ΟΛΗ ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε μέχρι τὴν ὥρα ποὺ πάνω στὸ τίμιο ξύλο εἶπε «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. 23,46), ἀπὸ τὸ λίκνο μέχρι τὸν τάφο, ἦταν μιὰ ζωὴ πονεμένη. Νήπιο ἦταν ὅταν ὁ Ἡρῴδης ἀκόνιζε τὰ μαχαίρια του. Μικρὸ παιδὶ ἀναγκάστηκε νὰ ζήσῃ πρόσ­φυγας στὴν Αἴγυπτο. Ἔφηβος – φτωχὸς νέος ἐργαζόταν γιὰ νὰ θρέψῃ τὴν Παναγία μη­τέρα του. Κι ὅταν ὥριμος ἄνδρας βγῆκε στὸ δημό­σιο βίο, δέχθηκε πάνω του ὅλη τὴν ἀν­θρώπινη κακία. Καὶ τί δὲν εἶπαν καὶ τί δὲν ἔ­καναν οἱ ἐχθροί του! Ὅλη ἡ ζωή του θλῖψι καὶ πόνος. Ὅπως τὸ ἀλεύρι ζυμώνε­ται μὲ νερό, ἔ­τσι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε ζυμω­μένη μὲ δάκρυ.
Ἀλλ᾽ ἐκεῖ ποὺ ὁ πόνος του ἔφθασε στὸ κατα­κόρυφο – στὸ ζενίθ, εἶνε τὰ σεπτὰ πάθη του. Ἀρχὴ δὲ τῶν παθῶν του εἶνε ἡ Γεθσημανῆ. Tί εἶνε ἡ Γεθσημανῆ; Εἶνε μιὰ τοποθεσία ποὺ μέ­χρι σήμερα σῴζεται, ἕνα – δυὸ χιλιόμετρα ἔξω ἀ­π᾽ τὰ Ἰεροσόλυμα. Εἶνε τόπος ὅπου ὁ Χριστὸς κατέφευγε συνήθως γιὰ νὰ προσευχηθῇ.
Ὕστερα ἀπὸ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, ἐνῷ ἡ νύχτα ἅπλωνε πλέον τὰ μαῦρα φτερά της σὲ ὅ­λη τὴν πλάσι, ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς ἕνδεκα μαθη­­τὰς βγῆκε ἀπὸ τὸ ὑπερῷο, περπάτησε στοὺς δρόμους, διέσχισε τὴν πόλι τῶν Ἰεροσολύμων, πέρασε τὴ γέφυρα τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων (ἕνα μικρὸ ποταμάκι) καὶ «εἰσῆλθε» στὴ Γεθση­μανῆ, «ὅπου ἦν κῆπος» (Ἰωάν. 18,1). Ἄφησε σ᾽ ἕνα σημεῖο τοὺς ὀκτὼ μαθη­τάς, λίγο πιὸ πέρα τοὺς ἄλλους τρεῖς, καὶ αὐ­τὸς προχώρησε ἀκόμη πιὸ βαθειά, σὲ ἀπόστα­σι βολῆς λίθου (Λουκ. 22,41), ὅσο πετᾶμε μιὰ πέτρα. Ἐκεῖ κάτω ἀπ᾽ τὶς ἐλιές (τέσσερις – πέντε ἀ­πὸ αὐτὲς σῴζον­ται μέχρι σήμερα) γονάτισε νὰ προσευχηθῇ.
Πάντοτε ὁ Χριστὸς προσευχόταν· ἦταν ὁ ἄν­θρωπος τῆς διαρκοῦς προσευχῆς. Ἀλλὰ τώρα ἡ προσευχή του ἔχει κάτι τὸ συγκλονιστικό. Ἀγωνιᾷ. Καὶ ἡ ἀγωνία φθάνει μέχρι σημείου ὥστε ὁ ἱδρώτας ἀπὸ τὸ μέτωπό του νὰ γίνεται «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος» (Λουκ. 22,44), σταλα­γματιὲς αἷμα, ποὺ πέφτουν κάτω στὴ γῆ. Καὶ ποιά εἶνε ἡ προσευχή του, ποὺ τὴν ἐπαναλαμ­βάνει τρεῖς φορές; «Πάτερ μου», πατέρα μου, «εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ. …γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ. 26,39,42).
Ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε, ὄχι ἐμεῖς ἀλλὰ καὶ ἀγγελικὲς ἀκόμα γλῶσσες, εἶνε ἀδύνατον νὰ περι­γραφοῦν τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιτρέψατέ μου ὡστόσο, νὰ σκεφθοῦμε ἐπάνω στὴν ἐναγώ­νιο αὐτὴ προσευχὴ καὶ νὰ ἐρωτήσουμε· ποιό ἆραγε εἶνε τὸ πικρὸ ποτήρι ποὺ ἤπιε ὁ Χριστός;

* * *

Ἡ λέξις ποτήριο εἶνε συμβολική. Σημαίνει πόνο καὶ θλῖψι. Δὲν εἶνε εὐχάριστο ποτήρι, λ.χ. τοῦ γάμου ποὺ πίνουν οἱ νεόνυμφοι, οὔτε κάποιο ἄλλο· εἶνε ποτήρι γεμᾶτο πικρία καὶ δάκρυα.
Μερικοὶ εἶπαν ὅτι τὸ ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶνε ὁ θάνατος. Ἡ δειλία βέβαια ἐμπρὸς στὸ θάνατο ―ὁ ὁποῖος παρὰ φύσιν εἰσ­­ῆλθε στὴ ζωή μας― εἶνε ὄντως γνώρισμα τῆς ἀνθρωπίνης φύ­σεως· ὁ Χριστὸς δηλαδὴ δείχνει ἔτσι, ὅτι εἶ­νε τέλειος ἄνθρωπος, πραγματικὰ καὶ ὄ­χι φαν­τα­στικά. Ἀλλ᾽ αὐτὸ γίνεται κατ᾽ οἰκονομίαν· θέλει ὁ ἴδιος καὶ γίνεται ἔτσι. Κατ᾽ οὐ­σί­αν ὁ Χριστὸς δὲν φοβήθηκε τὸ θάνατο. Ἐὰν ὁ Σωκρά­της καὶ ἄλλα εὐγενῆ τέκνα τῆς γῆς δὲν τὸν φοβή­θηκαν ἀλλὰ βάδισαν θαρραλέα πρὸς αὐτὸν καὶ προσέφεραν τὸν ἑαυτό τους θυσία γιὰ εὐγενῆ ἰδανικά, πολὺ περισσότερο ὁ Χριστός. Βάδισε λοιπὸν ἀτρόμητα. Ἐὰν φοβόταν τὸ θάνατο, δὲν θὰ πήγαινε στὸ μέρος ἐ­κεῖνο, ποὺ ἦ­ταν γνωστὸ καὶ στοὺς ἐ­χθρούς. Ἂν ἤ­θε­­λε νὰ σωθῇ, θὰ περνοῦσε τὸν Ἰορδάνη καὶ θὰ κρυβόταν στὴν ἔρημο. Ἑπομένως ἐν γνώσει ὅτι θὰ πέσῃ στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν πῆγε στὴ Γεθσημανῆ· πῆγε γιὰ νὰ συλληφθῇ. Ὡς ἄνθρωπος βεβαίως γεύθηκε τὴν πικρία τοῦ θα­νάτου, ἀλλὰ ἄλλο ἡ γεῦ­σις τοῦ θανάτου καὶ ἄλλο ἡ δειλία ποὺ ὡρισμένοι θέλουν νὰ τοῦ ἀ­ποδώσουν παρερμηνεύοντας τὰ λόγια του.
Ποιό εἶνε λοιπὸν τὸ ποτήριο τοῦ Χριστοῦ; Εἶ­νε τὸ πάθος, οἱ πόνοι στὸ σῶμα. Ἀφοῦ εἶχε σῶμα, αἰσθάνθηκε πόνους. Πρὶν τὴ σταύρωσι εἶχε τοὺς πόνους ἀπὸ τὰ δεσμὰ στὰ χέρια, ἀπὸ τὰ κολαφίσματα δηλα­δὴ τὶς γροθιές, ἀπὸ τὰ ῥαπίσματα καὶ τὰ φτυσήματα στὸ πρόσωπο, ἀπὸ τ᾽ ἀγκάθια στὸ κεφάλι καὶ τὰ χτυπή­ματα μὲ τὸ καλάμι, ἀπὸ τὸ φραγγέλλιο στὸ γυ­μνὸ σῶμα (τὸ φραγγέλλιο ἦταν ἕνα καμουτσί­κι μὲ ἑφτὰ λουριὰ καὶ κάθε λουρὶ κατέληγε σ᾽ ἕνα κομμάτι μολύβι). Φανταστῆτε τὸ Χριστὸ δεμένο σὲ μιὰ κολώνα γυμνὸ καὶ ἕνα ῾Ρωμαῖο στρατιώτη μὲ τὸν χτυπάῃ μ᾽ αὐτό. Τὸ σῶμα γέ­μιζε πληγὲς καὶ ἔτρεχαν ῥυάκια αἵματος. Οἱ ἱστορικοὶ λένε, ὅτι πολλοὶ κατάδικοι πέθαιναν ἐπάνω στὴ φραγγέλλωσι. Τέλος οἱ πόνοι τῆς σταυρώσεως· τὸ ὄξος καὶ ἡ χολὴ στὰ χείλη, τὰ καρφιὰ στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸ τάνυσμα ὅλου τοῦ σώματος, ὁ πνιγμὸς τῆς ἀναπνοῆς, ἡ ἀφόρητη δίψα, τὸ ἄλγος ὅλων τῶν μελῶν.
Ἀλλ᾽ ἐκτὸς τῶν πόνων στὸ σῶμα ὁ Χριστὸς δοκίμασε πόνους στὴν ψυχή. Κι αὐτοὶ εἶνε οἱ μεγαλύτεροι. Ὁ ψυχικὸς πόνος εἶνε πιὸ ὀ­δυνηρός. Μπορεῖ νὰ εἶσαι καλά, νά ᾽χῃς ὑγεία ἑ­κατὸ τοῖς ἑκατό, κι ὅμως ἕνας ψυχικὸς πόνος, μία ἀπάτη συζύγου, μιὰ προδοσία φίλου ἢ κάποιο ἄλλο θλιβερό, νὰ σοῦ φέρῃ συγκοπὴ καὶ νὰ πέσῃς κάτω. Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πιὸ εὐαίσθητη καρδιὰ ἀπ᾽ τὴ δική του, συγ­κλονίστηκε βαθειὰ τὴν ἡμέρα τῶν παθῶν. Δο­κίμασε πόνο ὅταν εἶδε τὸν Ἰούδα νὰ τὸν προδίδῃ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια, τοὺς μαθη­τὰς νὰ κοιμῶνται, τὸν Πέτρο νὰ τὸν ἀρνῆται τρεῖς φο­ρὲς μὲ ὅρκο μπροστὰ σὲ μία ὑπηρέτρια, ὅ­λους νὰ τὸν ἐγκαταλείπουν. Αἰ­σθάνθηκε πικρία ἀπὸ τὴν ἀδικία, ὅταν ἄκουσε τὶς ψευ­δομαρτυρίες καὶ τὴν καταδίκη στὸ συνέδριο, καὶ μετὰ στὸ πραιτώριο χιλιάδες κόσμο νὰ προτι­μοῦν τὸ Βαραββᾶ καὶ νὰ οὐρλιάζουν γι᾽ αὐτὸν σὰν τσακάλια «Σταύρωσον σταύ­ρωσον αὐ­τόν» (Λουκ. 23,21). Ποῦ εἶνε οἱ τυφλοί, οἱ κουτσοί, οἱ πα­ρά­λυτοι, οἱ πεινασμένοι, ὅλοι οἱ εὐεργετημένοι; Ἔνιωσε ὀδύνη βλέποντας τὴν ἀχαριστία κι ἀ­κούγοντας τὶς εἰρωνεῖες, τὶς βλασφημίες, τὶς προκλήσεις. Νά τὸ ποτήριο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλὰ τὸ βάθος τοῦ ὠκεανοῦ τῆς θλίψεως τοῦ Χριστοῦ δείχνει ἡ φωνή του ἐκείνη «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Δυσερμήνευτος, ἀκατάληπτος λόγος. Τὴν ὥρα πού ᾽νε πάνω στὸ σταυρὸ τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει μαθηταί, φίλοι, οἱ πάντες. Εἶνε μόνος, μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Τώρα λοιπὸν τὸν ἐγ­κατέλειψε καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας; Αὐτὸ εἶνε ἀνυπόφορο. Καὶ γιατί; Ὁ Θεὸς ἐγκαταλείπει κακούργους, φονεῖς, ἀσεβεῖς, βλασφήμους. Ἐγκατέλειψε καὶ τὸ Χριστό; Μὰ δὲν εἶνε ὁ Υἱός του ὁ ἀγαπητός; πῶς τὸν ἐγκατέλειψε;
Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, δὲ βρίσκεται πάνω στὸ σταυρὸ σὰν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ὅ­πως λ.χ. ὁ Σωκράτης. Τὴν ὥρα τούτη αὐτὸς ὑ­πῆρξε ―παρακαλῶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο νὰ μᾶς φωτίσῃ, γιατὶ ἐδῶ εἶνε τὸ κλειδὶ τοῦ μυστηρίου―, ὑπῆρξε ὁ ἀντιπρόσωπός μας, ὁ πληρεξού­σιος ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, ἐκεῖνος ποὺ ἐ­καλεῖτο νὰ ὑποστῇ ὅ,τι θὰ ὑφιστάμεθα ἐμεῖς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ναί, ἀγαπητοί μου· ὁ Χρι­στὸς ἀπέθανε ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν, ὅ­πως λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ ἄλλοι πατέρες. Αὐτὸ προεῖδε ὁ Ἠσαΐας 800 χρόνια πρὶν καὶ εἶ­πε· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡ­μῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς δὲ ἐλογισάμεθα αὐ­τὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει» (Ἠσ. 53,4). Συνεπῶς, μέσα στὸ ποτή­ριο ποὺ ἤπιε ὁ Χριστὸς ὑπάρχουν καὶ οἱ σταγόνες οἱ δικές μας (τὰ ἁμαρτήματα τὰ δικά μου, τὰ δικά σας, ὅλου τοῦ κόσμου).

* * *

Ἀδελφοί μου! Ἔχουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ δοκιμάσου­με πικρίες· δὲν ἐξαιρεῖται κανείς. Ὅλοι θὰ πε­ράσουμε ἀπὸ τὴ Γεθσημανῆ. Κ᾽ ἐ­κεῖνος ποὺ σήμερα νομίζει πὼς εἶνε εὐτυχής, αὔριο δὲν θὰ εἶνε. Ἂς προετοιμάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας προσωπικῶς, ἀλλὰ καὶ συλλογικῶς ὡς λαός. Ἀμέτρητα τὰ πικρὰ ποτήρια τῶν ἀνθρώπων· φτώχεια, χηρεία, ὀρφάνια, ἀ­σθένεια, πεῖνα, συκοφαντία, διαβολή, συζυγικὴ ἀπιστία, ἀχαριστία παιδιῶν στοὺς γονεῖς, ἐθνικὴ σκλαβιά… Κανείς ὅμως ἀπὸ μᾶς δὲν θὰ πιῇ ποτήρι τόσο πικρὸ ὅσο ὁ Χριστός. Γι᾽ αὐτὸ ἐκεῖνος εἶ­νε τὸ ὑπόδει­γμά μας. Ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σταυροῦ μᾶς λέει· Θαρσεῖτε, ἔχετε θάρρος!
Ὅλοι τέλος, μικροὶ καὶ μεγάλοι, θὰ κληθοῦ­με νὰ πιοῦμε τὸ ἔσχατο πικρὸ ποτήρι. Καὶ αὐ­τὸ εἶνε ὁ θάνατός μας. Χωρὶς γογγυσμὸ καὶ πικρὸ λόγο, ἂς στραφοῦμε στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ ἂς τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς δώσῃ δύ­ναμι νὰ πιοῦμε τὸ ποτήριο αὐτό. Ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ γίνῃ καὶ δική μας προσευχή. Ὁ καθένας μας νὰ λέῃ· «Πάτερ μου εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 11-4-1974

π.Θεόδωρος Ζήσης, Σχετικά με την Ημερίδα στο Ωραιόκαστρο

Με τα ποιμαντικά-θεολογικά επιχειρήματα της τριάδας π. Θ. Ζήση - π. Ν. Μανώλη - π. Φωτίου Βεζύνια θα ασχοληθούμε μετά το Πάσχα. Τώρα μόνο να επισημάνουμε την επιτυχία του π. Ν. Μανώλη, να αγιογραφήσει το φωτοστέφανο της αγιότητος του π. Θεοδώρου Ζήση, ο οποίος ηδέως το αποδέχτηκε και το συμπλήρωσε με δικές του χαριτωμένες πινελιές! Αλλά και οι τρεις πατέρες μαζί προσπάθησαν να αποδομήσουν τους Αγιορείτες, επαναλαμβάνοντας τρεις φορές με χαιρεκακία το "έντιμο" ερώτημα αν φορούν παντελόνια κάτω από τα ράσα!!!!!!!!! 


Δημοσιεύτηκε στις 12 Απρ 2017
https://katihisis.blogspot.gr/
Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Σχετικά με την Ημερίδα στο Ωραιόκαστρο (Συμπληρωματικά και άλλα) [ΒΙΝΤΕΟ 2017]
Ομιλία του π. Θεοδώρου Ζήση που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 6-04-2017 με την συμμετοχή των Πρωτοπρεσβυτέρων: Νικολάου Μανώλη, Φωτίου Βεζύνια.
https://katihisis.blogspot.gr/

Μυστικός Δειπνος

Ἁγίου Ἰγνατίου Brianchaninov

Untitled-1





ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

    Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23).

    Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες.
  Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ· προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης.
   Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει· γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε.
   Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς λογικῆς.
   Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότωτων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση · μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.
      «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»(Ψαλμ. 115, 4)
    Ὁ χριστιανός ἀποδέχεται τό Ποτήριο ὅταν ὑπομένει τίς ἐπίγειες δοκιμασίες μέ πνεῦμα ταπείνωσης, ὅπως διδάσκεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο.
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔβγαλε τό μαχαίρι του γιά νά ὐπερασπιστεῖ τόν Θεάνθρωπο, πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπό τόν ὄχλο· ἀλλά ὁ πρᾶος Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: «βάλε τήν μάχαιραν εἰς τήν θήκην· τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό;» (Ἰω. ιη΄ 11)
   Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σέ περικυκλώνουν συμφορές, θά πρέπει ξνά παρακαλεῖς καί νά ἐνισχύεις τήν ψυχή σου λέγοντας : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό ; »
    Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται μοχθηρά, ὁ ‘Ιούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος διατάσσει τήν παράνομη θανάτωση, οἱ στρατιῶτες τῆς ἐξουσίας ἐκτελοῦν τήν ἐντολή του. Μέσω τῶν ἄνομων πράξεών τους ὅλοι αὐτοί ἑτοίμασαν τή δική τους ἀληθινή καταδίκη. Μήν ἑτοιμάζεις γιά τον ἑαυτό σου τήν ἴδια καταδίκη, ὄντας μνησίκακος, ζητώντας καί σχεδιάζοντας ἐκδίκηση, ἀγανακτώντας μέ τούς ἐχθρούς του.
  Ὁ ἐπουράνιος Πατήρ εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης: βλέπει τήν ὀδύνη σου καί ἄν τό ἔβρισκε ἀπαραίτητο καί συμφέρον νά ἀποσύρει τό Ποτήριο ἀπό σένα, σίγουρα θά τό ἔκανε.
  Ὁ Κύριος – ὅπως οἱ Γραφές καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν –συχνά ἐπέτρεψε θλίψεις στούς ἀγαπημένους Του καί συχνά ἀπέτρεψε θλίψεις ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τούς ἀκατάληπτους δρόμους τῆς Θείας Προνοίας.
    Ὅταν ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μέ τό Ποτήριο, ἀπόστρεψε τό βλέμμα σου ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σοῦ τό δίνουν·σήκωσε τά ματια σου στόν Οὐρανό καί πές : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μη πίω αὐτό;»
  «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι». Δέν μπορῶ νά ἀρνηθῶ τό Ποτήριο, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐπουρανίου καί αἰωνίου ἀγαθοῦ. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μοῦ διδάσκει τήν ὑπομονή ὅταν λέει : «… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πρ. ιδ΄ 22). Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ τό Ποτήριο πού εἶναι ὁ τρόπος νά κερδίσεις τήν Βασιλεία καί νά αὐξηθεῖς μέσα σ’ αὐτήν; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι – τή δωρεά τοῦ Θεοῦ.
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Παῦλος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνο τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. α', 29).
   Λαμβάνεις τό Ποτήριο τό ὁποῖο φαινομενικά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια. Τί σέ νοιάζει ἐσένα ἄν αὐτός πού σοῦ τό δίνει ἐνεργεῖ δίκαι ἤ ἄδικα ; Ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἔγνοια σου εἶναι νά φέρεσαι ἐνάρετα· νά λάβεις τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύν πρός τό Θεό καί μέ ζωντανή πίστη καί γενναῖα νά τό πιεῖς ὡς τόν πάτο.
   Λαμβάνοντας τό Ποτήριο ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, θυμήσου ὅτι εἶναι Ποτήριο ἀπό Αὐτόν, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἀθῶος ἀλλά καί πανάγιος. Σκεπτόμενος αὐτό, θυμήσου καί ἐσύ καί οἱ ἄλλοι πάσχοντες ἁμαρτωλοί, τά λόγια πού ὁ μακάριος καί φωτισμένος ληστής στά δεξιά τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου εἶπε «ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν … μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῆ βασιελεία σου» (Λκ. κγ΄, 41 – 42)
   Καί τότε στρεφόμενος πρός τούς ἀνθρώπους θά τούς πεῖς : Μακάρι ἐσεῖς πού εἶστε τά μέσα τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι ἐσεῖς ἀπό τοῦ νῦν καί ἔως τοῦ αἰῶνος! (Ἄν δέν εἶναι σέ θέση νά κατανοήσουν καί νά δεχθοῦν τούς λόγους σας, μή ρίχνετε τούς πολύτιμους μαργαρίτες σας τῆς ταπείνωσης κάτω ἀπό τά πόδια ἐκείνων πού δέν μποροῦν νά τούς ἐκτιμήσουν, ἀλλά πεῖτε αὐτούς τούς λόγους νοερά, στήν καρδιά σας).
   Μ’ αὐτό καί μόνο θά ἐκπληρώσεις τήν ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου πού λέει : «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς» (Ματθ. ε΄, 44).
   Γιά ἐκεῖνους πού σ’ ἔχουν προσβάλει καί σ’ ἔχουν ἐξοργίσει, προσευχήσου στόν Κύριο ὅ,τι ἔχουν κάνει γιά σένα νά ἀνταμοιφθεῖ μέ μιά προσωρινή εὐλογία καί μέ αἰώνια ἀνταμοιβή σωτηρίας, καί ὅταν αὐτοί θά στέκονται ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ γιά νά κριθοῦν, νά μετρηθεῖ γι’ αὐτούς ὡς πράξη ἀρετῆς. Παρόλο πού ἡ καρδιά σου δέν θέλει νά ἐνεργεῖ ἔτσι, βίασέ την. Γιατί μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στήν ἴδια τους τήν καρδιά, γιά νά ἐκπληρώνουν τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, μποροῦν νά κληρονομήσουν τόν Οὐρανό.

Ἁγίου Ἰγνατίου Brianchaninov
Πηγή: http://www.imaik.gr/

Μιμήθηκαν τους αναθεματισμούς του 2011 που έκανε ο Μητροπολίτης τους! Ευχόμαστε να μην ακολουθήσουν την δική του ...συνέπεια!

Ανάθεμα στις αποφάσεις της λεγομένης “Αγίας και Μεγάλης Συνόδου” από δύο παραδοσιακούς πατέρες!!!

[ΒΙΝΤΕΟ 2017]

Ο π. Ματθαίος Βουλκανέσκου και ο π. Άγγελος Αγγελακόπουλος, ιερείς της Ι.Μ. Πειραιώς, κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας (5-3-2017), αναθεμάτισαν τις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης, της λεγομένης “Αγίας και Μεγάλης Συνοδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας”. Ακολουθεί το κείμενο στα Ελληνικά και το Βίντεο στο οποίο οι αναθεματισμοί ακούγονται στη Ρουμάνικη γλώσσα.
Τῇ συνόδῳ τῆς Κρήτης τοῦ Ἰουνίου 2016, τῇ λεγομένῃ «Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Συνόδῳ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τοῖς κακοδόξοις αὐτῆς κειμένοις, ἅτινα θεσμοθετοῦσιν


α) τήν διεξαγωγήν τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρέσεων μέ κριτήριον τάς προτεσταντικάς πλατφόρμας καί οὐχί τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν,
β) τήν  λεγομένην «ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» καί τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τοῦ ὅρου «ἐκκλησία» διά τούς αἱρετικούς,
γ) τόν Καταστατικόν Χάρτην  τοῦ προτεσταντικοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν»-αἱρέσεων καί τόν δογματικόν μινιμαλισμόν ὡς βάσιν τοῦ διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν αἱρέσεων,
δ) τήν «Δήλωσιν τοῦ Τορόντο» τοῦ 1950, σύμφωνα μέ τήν ὁποίαν i) ὑπάρχουσιν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτός τῶν τειχῶν Αὐτῆς, ii) ὑπάρχει Ἐκκλησία ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί iii) τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ περιεκτικώτερον ἔστιν ἤ τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας Ἐκκλησίας,
ε) τούς μεικτούς γάμους μέ πρόσχημα μίαν ψευδήν οἰκονομίαν, καί
στ) τήν αἱρετικήν ζηζιούλιαν θεωρίαν περί ἀνθρωπίνου προσώπου, καί τοῖς ἀποδεχομένοις καί ἐφαρμόζουσι τάς αἱρετικάς αὐτῆς ἀποφάσεις, ἀνάθεμα (γ΄).