Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Δεύτερη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης προσπάθησε συνειδητὰ νὰ ἐξαπατήσει τοὺς ἐνορῖτες του, οἱ ὁποῖοι ὡς φαίνεται προβληματίζονται ἔντονα ἀπὸ τὴν ἀπραξία καὶ σιγὴ τῶν Ποιμένων μπροστὰ στοὺς κακόδοξους λόγους καὶ ἐνέργειες τῶν ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ ἡ προσπάθειά του αὐτή (προσπάθεια διαστρέβλωσης τῆς Ἱερῆς μας Παραδόσεως) δὲν ἔμεινε μόνο στὰ στενὰ πλαίσια τῆς ἐνορίας του, ἀλλὰ βγῆκε καὶ στὸ διαδίκτυο, γιὰ νὰ προκαλέσει σύγχυση καὶ σὲ εὐρύτερη ὁμάδα πιστῶν. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρέωσή μας, χάριν τῆς ἀλήθειας, νὰ συγκρίνουμε τοὺς λόγους του, μὲ τὰ κείμενα παλαιοτέρων καὶ συγχρόνων θεολόγων. Γιὰ δεύτερη φορά (μετὰ τὴν πρώτη ἀπάντηση, ἐδῶδὲν θὰ παραθέσουμε κείμενα δικά μας, ἀφοῦ μᾶς θεωρεῖ ἐκτὸς Ἐκκλησίας· θὰ παραθέσουμε κείμενα Ἁγίων, Κανονολόγων, ἀλλὰ καὶ τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ π. Βασίλειος ἔχει ἀγαστὴ συνεργασία στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» καὶ τὴν «Σύναξη κληρικῶν», μὲ τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ ἀποπροσανατολιστικὴ ἀπάντηση καὶ παρελκυστικὴ τακτικὴ τοῦ π. Βασίλειου ταιριάζει μὲ αὐτὴ τῶν συνεργατῶν του.
Παραθέτουμε τὴν τοποθέτησή του, σχετικὰ μὲ τὸν ὅρο «Ἀποτείχιση» ἀπὸ τὴν πρώτη παράγραφο τῆς ὁμιλίας του (ἐδῶ).

Εἶπε: «Ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” εἶναι ἀπορριπτέος, διότι (ὅταν) ἀποτειχίζεται κάποιος, βγαίνει ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἐκτὸς τῶν τειχῶν, εἶσαι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Τί θὰ πεῖ “ἀποτειχίζομαι”; Μόνος σου, δηλαδή ὁμολογεῖς ὅτι εἶσαι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἄρα, τί ἐπιδιώκεις;».

Γιὰ νὰ δοῦμε ποιός εἶναι ἀπορριπτέος, ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” ἢ ἡ δική του τοποθέτηση περὶ ἀποτειχίσεως.
1) Ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” ὑπάρχει σὲ ἱερὸ Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
α) Κανὼν ιε΄: «Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, ...οἱ τοιοῦτοι ...πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ...τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
β) Βαλσαμών. Ὁ Κανονολόγος Βαλσαμὼν ἑρμηνεύοντας τὸν Ἱ. Κανόνα ὁμιλεῖ γιὰ ἀποτείχιση: «...Ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίσῃ, ἤγουν χωρίσῃ ἐκ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται, ὡς ὀρθόδοξος» (P.G. 137, 1068-1069). [Δηλαδή, αὐτὸν ποὺ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τιμᾶται ὡς ὁρθόδοξος, ὁ π. Βασίλειος θεωρεῖ ἐκτὸς Ἐκκλησίας!!!].
γ) Ζωναρᾶς. Ἑρμηνεύοντας τὸν Ἱ. Κανόνα ὁ Κανονολόγος Ζωναρᾶς ὁμιλεῖ κι αὐτὸς γιὰ ἀποτείχιση: «Εἰ δ’ ὁ πατριάρχης τυχὸν ἢ μητροπολίτης, ἢ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικὸς εἴη, καὶ τοιοῦτος ὡς δημοσίᾳ, κηρύττειν τὴν αἵρεσιν, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντὶ τοῦ, ἀνυποστόλως καὶ μετὰ παρησίας, διδάσκει τὰ αἱρετικὰ δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὅποιοι ἂν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. Τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ ἀποτειχίζοντες. Τὸ γὰρ τεῖχος τῶν ἐντὸς αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκτὸς χωρισμός ἐστιν» (P.G. 137, 1069).
δ) Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος συχνὰ ἀναφέρεται στοὺς Κανονολόγους, στὴν ἴδια γραμμὴ κινεῖται: «Ἐὰν δὲ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσης περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν. Ὅρα καὶ τὸν λα'. Ἀποστολικόν» (Πηδάλιον, σελ. 292).
ε) Τέλος ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, μὲ τὸν ὁποῖον συνεδέετο πνευματικὰ ὁ π. Βασίλειος ἔγραφε:  ἀποτείχιση εἶναι, «κανονικὸν δικαίωμα... Ἄν τις, χρησιμοποιῶν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, παύσῃ τὸ μνημόσυνον, καλῶς ποιεῖ!» (Τὸ κείμενο αὐτὸ παραθέσαμε χθὲς ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Τὰ Δύο Ἄκρα», σελ. 90).
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὅμως, τοῦ ἰδίου βιβλίου, ὁ π. Ἐπιφάνιος εἶναι πιὸ ἀναλυτικός. Μιλάει συγκεκριμένα γιὰ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν τότε πατριάρχη Ἀθηναγόρα (πόσο μᾶλλον σήμερα ἀπὸ τὸν διαπράξαντα καὶ εἰπόντα τρισχειρότερα ἐκείνου, τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο)· καὶ διδάσκει ὅτι ἡ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν Ἀθηναγόρα (καὶ σήμερα τὸν Βαρθολομαῖο)  εἶναι δικαίωμα:
«Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔχει κηρύξει αἱρετικὰ φρονήματα. Οὔτε κατεδικάσθη ὅμως εἰσέτι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἀπεκήρυξεν αὐτὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς. Παραμένει καὶ ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας... Τελεῖ μυστήρια. Ἡμεῖς τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; α) Νὰ προσευχώμεθα ὑπὲρ ἀνανήψεως καὶ μετανοίας αὐτοῦ. β) Νὰ διαμαρτυρώμεθα κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀγωνιζόμεθα. Ἂν δὲ ἡ συνείδησις τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύει τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶναι τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας. Παύων δηλαδὴ τὸ μνημόσυνον,  δὲν θὰ μνημονεύῃ ἑτέρου Ἐπισκόπου» («Τὰ Δύο Ἄκρα», σελ. 89).

2. Τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωση γιὰ ἀποτείχιση διδάσκει ἐδῶ καὶ δεκαπέντα χρόνια περίπου ὁ π. Θεόδωρος Ζή­σης. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2001 ἔ­γρα­φε: «Ὑ­πο­μεί­να­με, ὑ­πο­μεί­να­με, ὑ­πο­μεί­να­με τοὺς οἰ­κου­με­νι­σμοὺς καὶ τοὺς ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοὺς ἐ­πὶ ἕ­να αἰ­ῶ­να. Κά­να­με ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ὑ­πα­κο­ή∙ πε­ρι­μέ­να­με καὶ ἐλ­πί­ζα­με νὰ παύ­σουν οἱ συμ­προ­σευ­χές, οἱ συγ­χρω­τι­σμοί, οἱ συγ­κρη­τι­σμοί∙ .­..ἐ­νι­στά­με­θα καὶ δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­θα. Θὰ δι­α­κό­ψου­με τὴν κοι­νω­νί­α μὲ ὅ­σους κοι­νω­νοῦν μὲ τὸν ἀ­κοι­νώ­νη­το, αἱ­ρε­τι­κὸ καὶ σχι­σμα­τι­κὸ πά­πα» (Ζή­ση Θ., “Μὲ τὸ ἀρ­νί­ο ἢ μὲ τὸ θη­ρί­ο; Μὲ τὸν Χρι­στὸ ἢ μὲ τὸν πά­πα;­”, Θε­ο­δρο­μί­α, Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος‒Μάρ­τι­ος 2001).
Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­δω­ρος ἔ­γρα­φε: «Ἔγ­γα­μος ἱ­ε­ρε­ύς, πο­λύ­τε­κνος, τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Δη­μη­τρι­ά­δος, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ δι­α­κό­ψῃ τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ συμ­φω­νοῦν­τος μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πι­σκό­που του, ὅ­ταν δι­α­κρι­τι­κὰ τοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σα τὶς πι­θα­νὲς δι­ώ­ξεις καὶ ποι­νὲς μοῦ εἶ­πε:
»“Προ­τι­μῶ νὰ καλ­λι­ερ­γῶ τὰ χω­ρά­φι­α μου, ὡς ἁ­πλὸς ἀ­γρό­της, καὶ νὰ κρα­τή­σω τὴν πί­στη μου, πα­ρὰ νὰ συ­νερ­γή­σω στὴν κα­τε­δά­φι­σή της καὶ νὰ πά­ω στὴν κό­λα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τρι­άρ­χη καὶ τοὺς ἐ­πι­σκό­πους”­.­.. Αὐ­τὰ ποὺ εἶ­πε ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος ἱ­ε­ρεὺς .­..ἐκ­φρά­ζουν τὴν δι­α­χρο­νι­κὴ συ­νε­ί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὴν στά­ση ὅ­λων τῶν πι­στῶν καὶ τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­πέ­ναν­τι τῶν ἐ­πι­σκό­πων καὶ τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν ὀρ­θο­το­μοῦν τὸν λό­γο τῆς ἀ­λη­θε­ί­ας, ἀλ­λὰ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν αἵ­ρε­ση καὶ τὴν πλά­νη (πε­ρι­οδ. Θε­ο­δρο­μί­α, καὶ w­ww.t­h­e­o­d­r­o­m­ia.gr/87D26F7F.p­r­i­nt.el.a­s­px).
Στὸ ἴ­δι­ο κεί­με­νο, λί­γο πα­ρα­κά­τω, ὁ π. Θε­ό­δω­ρος ἐ­παι­νεῖ ἱ­ε­ρο­μό­να­χο ποὺ δι­έ­κο­ψε τὸ μνη­μό­συ­νο του Πα­τρι­άρ­χη. Γρά­φει: Ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σι­ος λέ­γει, πὼς «στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἐ­πί­σκο­πος ἢ ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, οἱ ὀ­φθαλ­μοὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται κα­κῶς καὶ σκαν­δα­λί­ζουν τὸν λα­ό, πρέ­πει νὰ ἐκ­δι­ώ­κον­ται, ἔ­στω καὶ ἂν ὑ­πάρ­χῃ κίν­δυ­νος νὰ με­ί­νουν οἱ πι­στοὶ χω­ρὶς ποι­μέ­να. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα, συμ­φέ­ρει, χω­ρὶς ἐ­πι­σκό­πους καὶ ἱ­ε­ρεῖς νὰ γί­νον­ται οἱ συ­νά­ξεις στοὺς να­ο­ύς, πα­ρὰ νὰ ρι­φθοῦν οἱ πι­στοὶ μα­ζὶ μὲ τὸν ἐ­πί­σκο­πο καὶ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς στὴν κό­λα­ση, ὅ­που πῆ­γαν οἱ Ἑ­βραῖ­οι τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Χρι­στοῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς τους.­..
»Αὐ­τὸ ἔ­πρα­ξε στὶς ἡ­μέ­ρες μας ὁ Ἁ­γι­ο­ρε­ί­της Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Γα­βρι­ὴλ καὶ μὲ μί­α ὀ­λι­γό­λο­γη καὶ θαρ­ρα­λέ­α Δή­λω­ση καὶ Ὁ­μο­λο­γί­α δι­έ­κο­ψε τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­άρ­χου κ. Βαρ­θο­λο­μα­ί­ου, με­τὰ τὶς συμ­προ­σευ­χὲς καὶ τὶς κοι­νὲς δη­λώ­σεις μὲ τὸν προ­η­γο­ύ­με­νο πά­πα. Στὸ ἑ­ξῆς, γρά­φει, γι­ὰ νὰ μὴ θε­ω­ρη­θῇ ὅ­τι μὲ τὴν σι­ω­πή μου συμ­φω­νῶ μὲ ὅ­σα γί­νον­ται, δὲν θὰ συμ­με­τέ­χω στὶς ἀ­κο­λου­θί­ες ποὺ μνη­μο­νε­ύ­ε­ται τὸ ὄ­νο­μα τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ πα­τρι­άρ­χου».
Γράφει ἀλλοῦ ὁ ἴδιος: Πολ­λοί πλέ­ον «δι­α­πι­στώ­νουν ὅ­τι κιν­δυ­νε­ύ­ει πλέ­ον ἡ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς ἀ­λή­θει­ας, ὅ­τι οἱ μνη­μο­νευ­ό­με­νοι στὴ Θ. Λει­τουρ­γί­α ἐ­πί­σκο­ποι, ὡς ἐγ­γυ­η­τὲς τῆς ἐν τῇ πί­στει ἑ­νό­τη­τος δὲν ὀρ­θο­το­μοῦν τὸν λό­γον τῆς ἀ­λη­θε­ί­ας, δὲν εὑ­ρί­σκον­ται σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τοὺς πρὸ αὐ­τῶν Ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ εἶ­ναι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι, ὡς κοι­νω­νοῦν­τες μὲ τοὺς ἀ­κοι­νω­νή­τους» (Ζή­ση Θε­όδ., Κα­κὴ Ὑ­πα­κο­ή…, σελ. 23).
Ἀλ­λὰ καὶ στὰ «Πο­ρί­σμα­τα τοῦ Συ­νε­δρί­ου γι­ὰ τὸν Οἰ­κου­με­νι­σμό: «Γέ­νε­σις – Προσ­δο­κί­αι Δι­α­ψεύ­σεις» καὶ στὴν § 8 δι­α­βά­ζου­με: «Νὰ δι­α­τρα­νω­θεῖ πρὸς τὶς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὲς ἡ­γε­σί­ες ὅ­τι σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θή­σουν νὰ συμ­με­τέ­χουν καὶ νὰ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν πα­να­ί­ρε­ση τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, δι­α­χρι­στι­α­νι­κοῦ καὶ δι­α­θρη­σκει­α­κοῦ, ὁ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νος σω­τή­ρι­ος, κα­νο­νι­κὸς καὶ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὸς δρό­μος τῶν πι­στῶν, κλη­ρι­κῶν καὶ λα­ϊ­κῶν, εἶ­ναι ἡ ἀ­κοι­νω­νη­σί­α, ἡ δι­α­κο­πὴ δη­λα­δὴ τοῦ μνη­μο­σύ­νου τῶν ἐ­πι­σκό­πων, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­θί­σταν­ται συ­νυ­πε­ύ­θυ­νοι καὶ συγ­κοι­νω­νοὶ τῆς αἱ­ρέ­σε­ως καὶ τῆς πλά­νης. Δὲν πρό­κει­ται πε­ρὶ σχί­σμα­τος, ἀλ­λὰ πε­ρὶ θε­α­ρέ­στου ὁ­μο­λο­γί­ας, ὅ­πως τὸ ἔ­πρα­ξαν πα­λαι­οὶ Πα­τέ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἡ­μέ­ρες μας ὁ­μο­λο­γη­ταὶ ἐ­πί­σκο­ποι, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­πο­ί­ων ὁ γε­ρα­ρὸς καὶ σε­βα­στὸς μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Φλω­ρί­νης Αὐ­γου­στῖ­νος, καὶ τὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος…» (πε­ρι­οδ. Θε­ο­δρο­μί­α καὶ t­h­e­o­d­r­o­m­ia.gr/0A96DE2C.el.a­s­px).
Αὐτὰ γιὰ τὴν δεύτερη ἀπάντηση π. Βασίλειε. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐδῶ, τὸ γιατί, ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ πέρα, ὁ π. Θεόδωρος ἀναγκάστηκε, χωρὶς θεολογικὴ ἐξήγηση τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς, νὰ ἐκφέρει συγκρατημένες ἀπόψεις περὶ τοῦ θέματος καὶ νὰ κρατᾶ παγιδευμένους στὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς (μὲ ὅση εὐθύνη τοῦ ἀναλογεῖ γι’ αὐτό), ὅσους πιστοὺς ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν σωτηρία τους. Ὅμως, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι συκοφαντεῖτε ὄχι ἀδελφούς σας, ποὺ ἐπέλεξαν τὴν ἀποτείχιση ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ τὴν διαχρονικὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα. Καὶ θεωρεῖται ἐμᾶς ποὺ ἐφαρμόσαμε ἕνα Ἱ. κανόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸν ἑαυτό σας ποὺ κακοδιδασκαλεῖ, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας!
Αὐτὸ τουλάχιστον, οὔτε ὁ π. Ἐπιφάνιος (ποὺ θεωροῦσε ὡς δικαίωμα καὶ ὄχι ὑποχρέωση τὴν ἀποτείχιση) δὲν τόλμησε νὰ γράψει!
Θὰ ἀκολουθήσει καὶ ἄλλη ἀπάντηση. Θὰ περιμένουμε μετὰ τὶς δικές μας ἀπαντήσεις, νὰ ἔχουμε τὶς τοποθετήσεις σας ἐπὶ τοῦ θέματος, γιὰ νὰ ἀρθοῦν οἱ κακὲς ἐντυπώσεις ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὶς ἄστοχες ἐξηγήσεις ποὺ ἀρχικὰ δώσατε στὰ πνευματικά σας παιδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.